Κυριακή 10 Νοεμβρίου 2013

Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης : Περί ενανθρωπήσεως του Θεού & Λόγου

 Αγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης : Περί ενανθρωπήσεως του Θεού & Λόγου

      «Συλλογίσου αδελφέ το χάος, εις το οποίον ευρίσκετο καταβυθισμένη , προ της ενσάρκου οικονομία, η ανθρώπινη φύσις τόσο δια τας αμαρτίας , την προπατορικήν και τας προαιρετικάς.
Οι μεν άνθρωποι δεν ήτο δυνατόν να μας λυτρώσουν, ε το να ήσαν και αυτοί όλοι σκλάβοι του διαβόλου μεμολυσμένοι από τας ανομίας και πολλά βδελυκτοί εμπρός εις τον Θεόν , «πάντες γάρ ήμαρτον» λέγει ο θείος Παύλος, «και ύστερούνται της δόξης του Θεού, δικαιούμενοι δωρεών τη αυτού χάριτι δια της απολυτρεώσεως της εν Χριστώ Ιησού» (Ρωμ. γ'23). Οθεν ο μέγας Βασίλειος ερμηνεύων το «αδελφός ου λυτρούται, λυτρώσεται άνθρωπος; ου δώσει τω Θεώ εξίλασμα εαυτού» (Ψαλ. μη'7) λέγει «μήτε ουν τον αδελφόν ζήτει εις απολύτρωσιν, αλλά τον υπερβαίνοντά σου την φύσιν , μήτε άνθρωπον φυλόν , αλλ' άνθρωπον Ιησούν Χριστό, ος και μόνος δύναται δούνε εξίλασμα τω Θεώ υπέρ πάντων ημών, ον προέθετο ο Θεός ιλαστήριον δια της πίστεως εν τω αυτού αίματι».
       Αλλ' ούτε όλοι οι άγγελοι ηδύναντο να μας λυτρώουν από την αμαρτίαν και από την αιώνιον καταδίκην, διότι αυτοί όντες πεπερασμένης και δυνάμεως και αγαθότητος και σοφίας, όχι μόνον δεν ήθελαν να ιατρεύσουν το άπειρον κακόν μας, αλλ' ούτε ήθελαν δυνηθή να εφεύρουν τον τρόπον της τοιαύτης ιατρείας μας, ούτε ηδύναντο εις όλην την αιωνιότητα να μας κρατήσουν εις το ευ είναι και εις την μακαριότητα. Δια τούτο είπεν ο προφήτης Ησαιας «ου πρέσβυς, ουδέ άγγελος, αλλ' αυτός έσωσεν αυτούς» (ξγ' 9) . Αυτός , ποιος; ο Υιός του Θεού και Κύριος ημών, όστις είχε και δύναμιν άπειρον δια ν αέρη τον τρόπον της ελευθερίας μας και δικαιοσύνης άπειρον δια να μη κάμη τυραννικήν την ελευθερίαν των θεληματικώς δεδουλωμένων εις τους δάιμονας, και αγαθότητα άπειρον δια να μεταδώση εις όλους ομού τους αιώνας τον πλούν της θείας του χάριτος και της δόξη και να γίνη ο αυτός πηγή αγιασμού και χάριτος εις όλην την ανθρώπινον φύσιν. Όχι μόνον καθό Θεός αλλά και καθό άνθρωπος , ως θεολογούσι τόσον ο άγιος Μάξιμος όσον και ο μέγας της Θεσσαλονίκη Γρηγόριος.
       Τώρα στοχάσου και συ, αγαπητέ . και από τον συλλογισμόν αυτόν ταπεινώσου ως εάν ουδέν και ευχαρίστησαι με όλην σου την καρδίαν τον Κύριον ημών Ιησούν Χριστόν όπου σε ελύτρωσε από εκείνο το άπειρον βάθος από το οποίον δεν ήτο δυνατόν να σε λυτρώση άλλος ποτέ, ποτέ.».

15 Νοεμβρίου από σήμερον άρχεται η τεσσαρακονθήμερος νηστεία των Χριστουγέννων...

15 Νοεμβρίου από σήμερον άρχεται η τεσσαρακονθήμερος νηστεία των Χριστουγέννων... 


Επιτρέπεται εκτός Τετάρτης και Παρασκευής, μέχρι 17ης Δεκεμβρίου, από 18-24 κατάλυσις οίνου καί ελαίου (Ράλλη- Ποτλη, Σύνταγμα Ιερών Κανόνων, Τόμος Δ' σελ.488, πρβλ. Πηδάλιον, Αθήναι 1841, υποσ, είς ερμηνεία του ΞΘ'κανόνος Αγ. Αποστόλων).

Στὶς 15 Νοεμβρίου ἀρχίζει ἡ νηστεία τῶν Χριστουγέννων. Πρόκειται γιὰ μιὰ περίοδο ἔντονης πνευματικῆς ἐργασίας καὶ ψυχοσωματικῆς προετοιμασίας γιὰ τὸν ἑορτασμό τῆς μεγάλης ἑορτῆς τῆς Γεννήσεως τοῦ Κυρίου.
Ἀπὸ τὶς 15 Νοεμβρίου ἕως τὶς 17 Δεκεμβρίου (κατ’ ἄλλη παράδοση ἕως τὶς 12 Δεκεμβρίου) νηστεύουμε τὸ κρέας, τὰ γαλακτομικά καὶ τὰ αὐγά καὶ τρῶμε ψάρι (ἐκτὸς βεβαίως Τετάρτης καὶ Παρασκευῆς, ποὺ νηστεύουμε αὐστηρά). Μετὰ τὶς 17 (ἢ 12) Δεκεμβρίου νηστεύουμε καὶ τὸ ψάρι.
Ἡ νηστεία ὅμως κατὰ τὴν ὑπόδειξη τοῦ Κυρίου μας ἔχει νόημα, ὅταν συνδυάζεται μὲ προσευχὴ καὶ ἐλεημοσύνη. Γιὰ τὸ λόγο αὐτό, ἡ Ἐκκλησία μὲ τὴν ἔναρξη τῆς νηστείας μᾶς προσκαλεῖ σὲ ἐντονότερη λειτουργικὴ ζωή καὶ ἀγαθοεργία.
Ἔτσι, ἡ ἐκκλησιαστικὴ παράδοση προβλέπει γιὰ τὴν περίοδο αὐτὴ τὴν καθημερινὴ -ἂν οἱ συνθῆκες τὸ ἐπιτρέπουν- τέλεση τῆς θείας λειτουργίας, τὴν τέλεση δηλαδὴ σαρανταλείτουργου.
Ἡ τέλεση τοῦ σαρανταλείτουργου ἀποτελεῖ πολὺ μεγάλη εὐλογία. Εἶναι μιὰ θαυμάσια εὐκαιρία γιὰ βίωση τὴς μυστηριακῆς καὶ λατρευτικῆς ζωῆς, γιὰ ἐπαφὴ μὲ τὸν πλοῦτο τῆς ὑμνολογίας καὶ τῆς ἀκροάσεως τῶν θείων Γραφῶν, γιὰ συχνότερη θεία κοινωνία, γιὰ συχνότερη συγκρότηση τῆς ἐκκλησιαστικῆς κοινότητας.
Ὁ ἅγιος Ἰγνάτιος ὁ Θεοφόρος μᾶς λέει: «Σπουδάζετε πυκνότερον συνέρχεσθαι εἰς εὐχαριστίαν θεοῦ καὶ εἰς δόξαν. Ὅταν γὰρ πυκνῶς ἐπὶ τὸ αὐτὸ γίνεσθε, καθαιροῦνται οἱ δυνάμεις τοῦ σατανᾶ καὶ λύεται ὁ ὄλεθρος αὐτοῦ», δηλαδὴ «Προσπαθεῖστε μὲ σπουδὴ νὰ ἔρχεσθε ὅλοι μαζί στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), γιὰ νὰ εὐχαριστεῖτε τὸν Θεὸ καὶ νὰ Τὸν δοξολογεῖτε. Διότι ὅταν συχνά ἔρχεσθε στὴ Σύναξη τῆς Θείας Εὐχαριστίας (Θεία Λειτουργία), συντρίβονται οι δυνάμεις του σατανᾶ καί λύεται κάθε ὀλέθρια ἐνέργεια του».
Ἡ δύναμη τῆς Θείας Λειτουργίας δὲν εἶναι μαγική. Εἶναι ἡ δύναμη τῆς ἀγάπης καὶ τῆς ἑνότητας ἐν Χριστῷ. Ἡ Θεία Λειτουργία μᾶς μαθαίνει νὰ συγχωροῦμε, νὰ ἀγαποῦμε καὶ νὰ εἴμαστε ἑνωμένοι μὲ ὅλους τοὺς ἀνθρώπους.
Γι’ αὐτὸ ἄλλωστε προσφέρουμε τὰ Δῶρα μας στὸ Θεό, τὸν Ἄρτο καὶ τὸν Οἶνο, προσευχόμενοι γιὰ ζῶντες καὶ κεκοιμημένους ἀδελφούς μας. Ἡ μνημόνευση τῶν ὀνομάτων τῶν ζώντων καὶ κεκοιμημένων προσώπων (ἀνάγνωση τῶν «Διπτύχων») εἶναι ἔργο πολὺ σημαντικὸ καὶ ἱερό, ποὺ θεσμοθετήθηκε ἀπὸ τοὺς ἁγίους Ἀποστόλους καὶ ἐπιτελεῖται ἀδιάλειπτα μέσα στοὺς αἰῶνες.

Τό Ἱερό Σαρανταλείτουργο

Το Ιερό Σαρανταλείτουργο, κατά την διάρκεια της νηστείας των Χριστουγέννων, υπέρ υγείας ζώντων και υπέρ αναπαύσεως των κεκοιμημένων αδελφών μας.
Στο υπέροχο βιβλίο «Ιωάννης της Κροστάνδης», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου), διαβάζουμε: «Στην Θεία Λειτουργία τελείται το μυστήριο τής αγάπης. Και ή αγάπη στην ουσία της είναι μεταδοτική. Ή αγάπη, ιδιαίτερα ή θεία, σπεύδει να σκορπίσει το φώς της, την χαρά της όλους… Και συμπληρώνει: ώ αγάπη τελειότατη! ώ αγάπη, πού τα πάντα αγκαλιάζεις! Ώ αγάπη ισχυρότατη! Τί να προσφέρουμε σαν ευγνωμοσύνη στον Θεό για την αγάπη Του προς εμάς; Ή αγάπη αυτή βρίσκεται στην θυσία τού Χριστού, πού προσφέρεται για την άπελευθέρωσι όλων από κάθε κακία…».
Και ό μακαριστός π. Παΐσιος, σχετικά με την ανάγκη προσευχής για τούς κεκοιμημένους, έλεγε: «…να αφήνετε μέρος τής προσευχής σας για τούς κεκοιμημένους. Οι πεθαμένοι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα (για τούς εαυτούς τους). Οι ζωντανοί μπορούν… Να πηγαίνετε στην εκκλησία λειτουργία, δηλαδή πρόσφορο, και να δίνετε το όνομα τού κεκοιμημένου, να μνημονευθή από τον ιερέα στην προσκομιδή. Επίσης, να κάνετε μνημόσυνα και τρισάγια. Σκέτο το τρισάγιο, χωρίς Θεία Λειτουργία, είναι ελάχιστο.
Το μέγιστο, πού μπορούμε να κάνουμε για κάποιον, είναι το Σαράντα-Λείτουργο. Καλό θα είναι να συνοδευθή και με ελεημοσύνη. Αν έχεις ένα νεκρό, ό όποιος έχει παρρησία στον Θεό, και τού ανάψεις ένα κερί, αυτός έχει υποχρέωση να προσευχηθεί για σένα στον Θεό.
Αν πάλι, έχεις ένα νεκρό, ό όποιος νομίζεις ότι δεν έχει παρρησία στον Θεό, τότε, όταν τού ανάβεις ένα αγνό κερί, είναι σαν να δίνης ένα αναψυκτικό σε κάποιον πού καίγεται (από δίψα). Οι άγιοι δέχονται ευχαρίστως την προσφορά του κεριού και είναι υποχρεωμένοι να προσευχηθούν γι’ αυτόν πού το ανάβει. Ο Θεός ευχαρίστως το δέχεται…». (Μαρτυρίες προσκυνητών, Ζουρνατζόγλου Νικ.)
Για την ωφέλεια από τα Ιερά Σαρανταλείτουργα και τα μνημόσυνα, αξιομνημόνευτο είναι και το περιστατικό πού ακολουθεί από το βιβλίο «Θαύματα και αποκαλύψεις από την Θεία Λειτουργία», (έκδ. Ιεράς Μονής Παρακλήτου).
«Κάποιος άρχοντας από την Νικομήδεια αρρώστησε βαριά και, βλέποντας πώς πλησιάζει στον θάνατο, κάλεσε την γυναίκα του για να τής εκφράσει τις τελευταίες του επιθυμίες: Την περιουσία μου να την μοιράσεις στους φτωχούς και τα ορφανά. Τούς δούλους να τούς ελευθερώσεις. Αλλά στους ιερείς δεν θέλω να δώσεις χρήματα για λειτουργίες. Σ’ αυτή του την μεγάλη θλίψη ό ετοιμοθάνατος επικαλέστηκε με πίστη την ευχή τού άββά Ησαΐα, ενός άγιου μοναχού πού ασκήτευε κοντά στην Νικομήδεια, και αμέσως -ώ τού θαύματος!- έγινε καλά. Σηκώθηκε λοιπόν και πασίχαρος έτρεξε στον όσιο. Εκείνος τον καλοδέχτηκε, δοξάζοντας τον Θεό για το μεγάλο θαύμα.
-Θυμάσαι, παιδί μου, τον ρώτησε, ποιά ώρα συνήλθες από την αρρώστια;
-Την ώρα πού επικαλέστηκα την ευχή σου, απάντησε εκείνος. Ό όσιος, με τον φωτισμένο του νου, γνώριζε τί είχε λεχθεί στην διάρκεια τής αρρώστιας του και ξαναρώτησε:
-Άφησες, παιδί μου, χρήματα στους ιερείς, να λειτουργούν για την σωτηρία τής ψυχής σου;
-Όχι, γέροντα. Τί θα είχα να ωφεληθώ άν άφηνα κάτι; Δεν θα πήγαινε χαμένο; 
-Μην το λες αυτό. 
Ό άδελφόθεος Ιάκωβος γράφει: «Ασθενεί τις έν ύμίν; προσκαλεσάσθω τούς πρεσβυτέρους της εκκλησίας, και προσευξάσθωσαν έπ’ αυτόν άλείψαντες αυτόν έλαίω έν το ονόματι του Κυρίου και ή ευχή της πίστεως σώσει τον κάμνοντα, και έγερεί αυτόν ό Κύριος· καν αμαρτίας ή πεποιηκώς, άφεθήσεται αύτώ». Να λοιπόν πού οι ευχές των ιερέων είναι αποτελεσματικές, για όποιον τις ζητάει με πίστη. Δώσε τώρα κι εσύ ένα ποσό, για λειτουργίες, και θα λάβεις από τον Θεό την πρέπουσα πληροφορία.
Έτσι κι έκανε. Έδωσε χρήματα σ’ έναν ιερέα για να του κάνει σαρανταλείτουργο, και γύρισε στον σπίτι του. Όταν συμπληρώθηκαν οι λειτουργίες, μετά από σαράντα μέρες, κι ενώ σηκωνόταν από τον ύπνο, βλέπει ξαφνικά ν’ ανοίγουν οι πόρτες του σπιτιού του και να μπαίνουν σαράντα άνδρες έφιπποι, λαμπροί και αγγελόμορφοι, είκοσι από δεξιά και είκοσι από αριστερά. -Κύριοι μου, φώναξε έκπληκτος ό άρχοντας, πώς μπήκατε σε σπίτι ανθρώπου αμαρτωλού;
-Εμείς οι σαράντα, πού βλέπεις, του απάντησαν εκείνοι, αντιπροσωπεύουμε τις λειτουργίες πού έγιναν για σένα στον φιλάνθρωπο Θεό. Μάς έστειλε Εκείνος, για να σε συνοδεύσουμε μέχρι την εκκλησίας. Πήγαινε μέσα χαρούμενος, χωρίς δισταγμό. Να, με τα πρεσβυτικά χέρια συμπληρώθηκαν οι σαράντα λειτουργίες, πού έγιναν για να ενωθεί ό Χριστός μαζί σου και να κατοικήσει στην καρδιά σου.
Ύστερα από αυτά, ό άρχοντας μοίρασε την περιουσία του σε ευλαβείς ιερείς, για να γίνουν λειτουργίες «υπέρ αφέσεως των αμαρτιών αυτού», διακηρύσσοντας πώς οι θείες λειτουργίες και οι αγαθοεργίες μπορούν να ανεβάσουν την ψυχή του ανθρώπου από τα καταχθόνια στα επουράνια.
Εἶναι ἡ μέγιστη καὶ πιὸ ἰσχυρὴ προσευχή καθὼς ἀποτελεῖ συμμετοχὴ στὴν προσευχὴ καὶ τὴ θυσία τοῦ Χριστοῦ. Ὁ ἅγιος Κύριλλος Ἱεροσολύμων διδάσκει σχετικά: «Μέγιστη ὠφέλεια πιστεύουμε ὅτι θὰ λάβουν αὐτοί, γιὰ τοὺς ὁποίους δεόμαστε κατὰ τὴν ἁγία καὶ φοβερὴ θυσία τῆς Θείας Λειτουργίας, ἀκόμα κι ἂν εἶναι ἁμαρτωλοί, ἀφοῦ Χριστὸν ἐσφαγιασμένον ὑπὲρ τῶν ἡμετέρων ἁμαρτημάτων προσφέρομεν ἐξιλεούμενοι ὑπὲρ αὐτῶν τε καὶ ἡμῶν τὸν φιλάνθρωπον Θεόν». Καὶ ὁ ἅγιος Ἰωάννης ὁ Χρυσόστομος: «Δὲν νομοθέτησαν τυχαία οἱ Ἀπόστολοι νὰ μνημονεύουμε κατὰ τὰ φρικτὰ μυστήρια (Θεία Λειτουργία) τοὺς κεκοιμημενούς. Γνωρίζουν ὅτι εἶναι πολὺ μεγάλη ἡ ὠφέλεια γι’ αὐτούς».
Ἡ ἐμπειρία μαρτυρεῖ γιὰ τὴ δύναμη αὐτῆς τῆς προσευχῆς, ποὺ δὲν εἶναι «ἀτομικὴ προσευχὴ» ἀλλὰ ἡ προσευχὴ ὁλόκληρης τῆς Ἐκκλησίας.
Πηγή: www.osiaeirini.gr

Σαρανταλείτουργο « υπέρ αναπαύσεως»

Ο ΓΕΡΟ-ΔΑΝΙΗΛ ο αγιορείτης (1929), ο σοφός ησυχαστής των Κατουνακίων, έχει καταχωρισμένο ατά χειρόγραφά του και το ακόλουθο περιστατικό, πού συνέβη το 1869 στην πατρίδα του, τη Σμύρνη.
Κάποιος ενάρετος χριστιανός κάλεσε στα τελευταία της ζωής του τον πνευματικό του παπα-Δημήτρη και του είπε:
Εγώ σήμερα πεθαίνω. Πες μου, σε παρακαλώ, τι πρέπει νά κάνω την κρίσιμη τούτη ώρα;
Ό ιερέας, γνωρίζοντας την αρετή του και τη μυστηριακή προετοιμασία του, του πρότεινε το έξης:
Δώσε εντολή νά σου κάνουν μετά το θάνατό σου τακτικό σαρανταλείτουργο σ' ένα εξωκλήσι.
'Έτσι κι έγινε. Ό κυρ-Δημήτρης - αυτό ήταν το όνομά του - άφησε εντολή στο γιο του νά κάνει μετά την κοίμησή του σαρανταλείτουργο.
Κι εκείνος, υπακούοντας στην τελευταία επιθυμία του καλού του πατέρα, ανέθεσε χωρίς καθυστέρηση την εκτέλεση της στον παπα-Δημήτρη.
Ο σεμνός λευίτης δέχτηκε νά κάνει το σαρανταλείτουργο, πού ο ίδιος είχε προτείνει στο μακαρίτη, και αποσύρθηκε για όλο αυτό το διάστημα στο εξωκλήσι των άγίων Αποστόλων.
Οι τριάντα εννέα λειτουργίες έγιναν απρόσκοπτα. Η τελευταία έπρεπε νά γίνει ήμέρα Κυριακή.
Το βράδυ όμως του Σαββάτου πιάνει τον παπά ένας δυνατός πονόδοντος και τον αναγκάζει νά επιστρέψει ατό σπίτι του.
Η πρεσβυτέρα του πρότεινε νά βγάλει το δόντι, μα εκείνος αρνήθηκε, γιατί έπρεπε την επόμενη νά τελέσει την τελευταία λειτουργία. Τα μεσάνυχτα ο πόνος κορυφώθηκε, και τελικά ο παπάς αναγκάστηκε νά βγάλει το δόντι.
Επειδή όμως παρουσιάστηκε αιμορραγία, ανέβαλε την τελευταία λειτουργία για τη Δευτέρα.
Στο μεταξύ, το απόγευμα του Σαββάτου, ο Γεώργιος, ο γιος του μακαριστού Δημητρίου, ετοίμασε μερικά χρήματα για τον κόπο του ιερέα, με σκοπό νά του τα δώσει την επόμενη μέρα.
Τα μεσάνυχτα ξύπνησε για νά προσευχηθεί. Ανακάθισε στο κρεβάτι κι άρχισε νά φέρνει ατό νου του τις αρετές, τα χαρίσματα και τα σοφά λόγια του πατέρα του. Κάποια στιγμή πέρασε απ' το μυαλό του ή ακόλουθη σκέψη: "Άραγε ωφελούν τα σαρανταλείτουργα τις ψυχές των κεκοιμημένων, ἢ τα καθιέρωσε ή εκκλησία για παρηγοριά των ζώντων;"
Τότε ακριβώς τον πήρε ένας ελαφρός ύπνος, και είδε πώς βρέθηκε σε μια πεδιάδα με ομορφιά απερίγραπτη. "Ένιωθε ανάξιο τον εαυτό του νά βρίσκεται σε τέτοιον ιερό και παραδεισένιο χώρο. Μπροστά του απλωνόταν ένα απέραντο και κατάφυτο περιβόλι, πού μοσχοβολούσε με μίαν ανέκφραστη ευωδία.
Αυτός οπωσδήποτε θα είναι ο παράδεισος!", μονολόγησε. "Ω, τι μακαριότητα περιμένει όσους ζουν ενάρετα στη γη!"
Εξετάζόντας έκπληκτος τα υπερκόσμια κάλλη, είδε ένα λαμπρό ανάκτορο με έξοχη αρχιτεκτονική χάρη, ενώ οι τοίχοι του έλαμπαν απ' τα διαμάντια και το χρυσάφι. "Η αμορφία του ήταν ανέκφραστη.
Πλησιάζει πιο κοντά, και τότε - τι χαρά! - βλέπει στην πόρτα του παλατιού τον πατέρα του ολοφώτεινο και λαμπροφορεμένο.
Πώς βρέθηκες εδώ, παιδί μου; τον ρωτάει με πραότητα και στοργή. Ούτε κι εγώ ξέρω, πατέρα.
Καταλαβαίνω πώς δεν είμαι άξιος γι' αυτόν τον τόπο. 'Αλλά πες μου, πως τα περνάς εδώ; πως ήρθες;
Τίνος είναι αυτό το παλάτι;
Ή φιλανθρωπία του ΣΩΤΗΡΟΣ Χριστού με τις πρεσβείες της Παναγίας, πού της είχα ιδιαίτερη ευλάβεια, με αξίωσε νά καταταχθώ σ' αυτό το μέρος. "Ήταν μάλιστα νά μπω σήμερα μέσα στο παλάτι ο οικοδόμος όμως, πού το χτίζει, πέρασε μία ταλαιπωρία- έβγαλε απόψε το δόντι του - κι έτσι δεν τέλειωσαν οι σαράντα μέρες της οικοδομής του. Για το λόγο αυτό θα μπω αύριο.
'Ύστερα απ' αυτά ο Γεώργιος ξύπνησε δακρυσμένος και έκπληκτος, αλλά και με απορίες.
Πέρασε την υπόλοιπη νύχτα αναπέμποντας αίνους και δοξολογίες ατό Θεό. το πρωί, μετά τη θεία λειτουργία, πήρε πρόσφορα, νάμα και αγνό κερί και ξεκίνησε για το εξωκλήσι των άγίων Απόστολων. ο παπα-Δημήτρης τον υποδέχθηκε με χαρά:
Τώρα μόλις τελείωσα κι εγώ τη θεία λειτουργία. 'Έτσι ολοκληρώθηκε το σαρανταλείτουργο. Αυτό το είπε για νά Μην τον λυπήσει.
Ο επισκέπτης τότε του διηγήθηκε το νυχτερινό του δράμα.
Όταν έφτασε στο σημείο πού ο πατέρας του δεν μπήκε στο παλάτι, γιατί ο οικοδόμος έβγαλε το δόντι του, ο παπα-Δημήτρης ένιωσε φρίκη, αλλά και θαυμασμό.
Εγώ είμαι, αγαπητέ μου, ο οικοδόμος πού εργάστηκε στην οικοδομή του παλατιού, είπε με χαρά.
Σήμερα δεν λειτούργησα, γιατί έβγαλα το δόντι μου. θα λειτουργήσω όμως τη Δευτέρα, κι έτσι θα ολοκληρώσω το πνευματικό παλάτι του πατέρα σου.
Θαύματα και αποκαλύψεις από τη Θεία Λειτουργία
(Έκδοση Ιεράς Μονής Παρακλήτου Αττικής)

Η Γέννησις του Σωτήρος Χριστού

Η Γέννησις του Σωτήρος Χριστού
29 Δεκεμβρίου 2011
Θρησκεία / Θεολογία    Πρωτοπρεσβύτερος Γεώργιος Δορμπαράκης 
Το κοντάκιο της εορτής των Χριστουγέννων, από τα γνωστότερα τροπάρια της Εκκλησίας μας, μας οδηγεί στην επισήμανση σημαντικών και καίριων διαστάσεων της εορτής.
«Η Παρθένος σήμερον τον υπερούσιον τίκτει, και η γη το σπήλαιον τω απροσίτω προσάγει∙ άγγελοι μετά ποιμένων δοξολογούσι, μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι∙ δι’ ημάς γαρ εγεννήθη παιδίον νέον ο προ αιώνων Θεός».
(Η Παρθένος Μαριάμ σήμερα γεννά Αυτόν που είναι πάνω από κάθε κτιστή ουσία και η γη προσφέρει στον απρόσιτο αυτόν Θεό το σπήλαιο. Άγγελοι δοξολογούν το γεγονός μαζί με τους ποιμένες, ενώ οι μάγοι οδοιπορούν (προς τη Βηθλεέμ) με οδηγό το αστέρι. Διότι για εμάς και για τη σωτηρία μας γεννήθηκε ως βρέφος ο προαιώνιος Θεός).
 1. Το μυστήριο της γεννήσεως του Κυρίου.
 Το πρώτο που διαπιστώνει κανείς, όταν εμβαθύνει στα Χριστούγεννα, είναι ότι πρόκειται περί μεγάλου μυστηρίου∙ περί γεγονότος δηλαδή που υπερβαίνει την οποιαδήποτε αντιληπτική ικανότητα του ανθρώπου, αλλά και κάθε άλλη ικανότητά του. «Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον» κατά την έκφραση της υμνολογίας. Και τούτο γιατί μιλάει για τον Θεό που είναι πέρα από κάθε κτιστή, δημιουργημένη πραγματικότητα. Αυτό σημαίνει ότι δεν υπάρχει κανείς αυτόνομος ανθρώπινος δρόμος κατανοήσεως του Θεού. Κάτι τέτοιο αν συνέβαινε, θα διέστρεφε την περί Θεού εικόνα, αφού θα υποβίβαζε κι Αυτόν σε κάτι το κτιστό. Στον Χριστιανισμό ο ίδιος ο Θεός φανερώνεται, ενώ ο μόνος δρόμος κατανοήσεώς Του είναι η από το Πνεύμα Του φωτισμένη πίστη.
 Ο απόστολος Παύλος διακηρύσσει την παραπάνω αλήθεια. «Ομολογουμένως μέγα εστί το της ευσεβείας μυστήριον∙ Θεός εφανερώθη εν σαρκί» (Α΄Τιμ. 3, 16). Το μυστήριο ακριβώς αυτό επισημαίνει και το κοντάκιο των Χριστουγέννων, όταν μιλώντας για τον Θεό που γεννάται Τον χαρακτηρίζει «υπερούσιον» (πέρα από κάθε κτιστή ουσία), «απρόσιτον» (κανείς δεν μπορεί να Τον πλησιάσει από μόνος του), «προ αιώνων Θεόν» (αυτοζωή και πηγή της ζωής ως από πάντα υπάρχων).
 Η επισήμανση του μυστηρίου μέσα από το κοντάκιο επιτείνεται ακόμη περισσότερο από το γεγονός ότι εκείνη που τίκτει τον υπερούσιο και απρόσιτο Θεό είναι μία απλή γυναίκα, και μάλιστα Παρθένος. Λογικά μία Παρθένος κόρη δεν στέκει να γεννά – τούτο προσκρούει στους ανθρώπινους φυσικούς νόμους. Πολύ περισσότερο δεν στέκει με τη λογική να γεννάται ως άνθρωπος ο Θεός. «Αναμφίβολα είναι φυσικός νόμος να γεννά η γυναίκα μόνον, όταν συνευρεθεί με άντρα∙ όταν όμως μία παρθένος που δεν γνώρισε άντρα γεννήσει και μετά τον τοκετό παραμείνει πάλι παρθένος, αυτό ξεπερνά τους φυσικούς νόμους» (ι. Χρυσόστομος).
 Το λογικό όμως αδιέξοδο αίρεται από το γεγονός ότι όλα αυτά τα πέραν της λογικής πραγματοποιούνται όχι βεβαίως με την ανθρώπινη δύναμη, αλλά με τη δύναμη του Θεού. Διά Πνεύματος Αγίου γίνεται άνθρωπος ο Θεός και στον Θεό «ουκ αδυνατήσει παν ρήμα». Με σεβασμό, με πίστη και με ευλαβική σιωπή λοιπόν αποδεχόμαστε το γεγονός, διότι ο ίδιος ο Θεός ευδόκησε τούτο. «Ό,τι εμπίπτει στους φυσικούς νόμους αξίζει να ερευνάται, ό,τι όμως τους ξεπερνά πρέπει να περιβάλλεται με τιμητική σιωπή, όχι βέβαια επειδή του πρέπει απομόνωση, αλλ’ επειδή αξίζει να μένει μυστήριο και να τιμάται χωρίς πολυλογίες» (ι. Χρυσόστομος).
2. Τα Χριστούγεννα μηνύουν ποιος είναι ο Χριστός.
Με βάση τα παραπάνω, φανερώνεται καθαρά το ποιος είναι ο Χριστός. Γεννάται ως παιδίον νέον ο προ αιώνων Θεός, λοιπόν ο τεχθείς είναι ο αληθινός Θεός που έγινε αληθινός άνθρωπος. Με τα Χριστούγεννα δηλαδή διακηρύσσεται η θεμελιώδης πίστη της Εκκλησίας μας, ότι ο Χριστός έχει διπλή φύση, θεϊκή και ανθρώπινη. Ούτε μόνον Θεός είναι ο Χριστός (μονοφυσιτισμός) ούτε μόνον άνθρωπος (νεστοριανισμός). Είναι ο Θεός, το δεύτερο πρόσωπο της αγίας Τριάδος, που πήρε την ανθρώπινη φύση, σώμα και ψυχή, από το πανάχραντο σώμα της Θεοτόκου, χωρίς αμαρτία. Και η πρόσληψη αυτή της ανθρώπινης φύσης έγινε πραγματικά και αληθινά και όχι κατά φαντασία («κατά δόκησιν»), γι’ αυτό και μετά την Ανάληψή Του ο Κύριος συνεχίζει να κρατά, και μάλιστα αιωνίως, την ανθρωπότητά Του, δείχνοντας επιπροσθέτως τη μεγάλη αξία του να είναι κανείς άνθρωπος.
Το «χωρίς αμαρτίας» όμως που είπαμε, αφού γεννάται ο Χριστός εκ Πνεύματος Αγίου και άρα χωρίς να κληρονομήσει την προπατορική αμαρτία ως αναγκαστική ροπή προς την αμαρτία, σημαίνει ότι η αμαρτία δεν είναι φυσική κατάσταση του ανθρώπου. Ο άνθρωπος γίνεται πραγματικός και αληθινός άνθρωπος στον βαθμό που δεν αμαρτάνει, παίρνοντας τη δύναμη αυτή από την ενσωμάτωσή του στην ανθρώπινη φύση του Χριστού, με το βάπτισμά του.
 3. Συμμετοχή όλου του κόσμου στο μυστήριο.
 Στην «εκ Πνεύματος αγίου και Μαρίας της Παρθένου» Γέννηση του Χριστού δεν συμμετέχει μόνον η Παναγία. Συμμετέχουν ακόμη ο πνευματικός κόσμος των αγαθών αγγέλων, η άλογη φύση, καθώς και όλοι οι καλοπροαίρετοι άνθρωποι, είτε Ιουδαίοι είτε ειδωλολάτρες. «Η γη προσάγει το σπήλαιον», «οι άγγελοι δοξολογούσιν», οι ποιμένες και οι μάγοι προσέρχονται προς προσκύνηση. Με άλλα λόγια τα Χριστούγεννα αποτελούν ένα συμπαντικό πανηγύρι, το οποίο περικλείει τα πάντα. Διότι τα πάντα – άνθρωποι, άγγελοι, φύση – ανακαινίζονται εν Χριστώ. «Ιδού καινά ποιώ πάντα» κατά την έκφραση της Γραφής (Αποκ. 21, 5).
 Ιδιαιτέρως όμως πρέπει να τονίσουμε την ανθρώπινη συμμετοχή. Ο Θεός έρχεται στον κόσμο δι’ ανθρώπου, της Παναγίας, μα και γίνεται αποδεκτός από τους ανθρώπους. Στα πρόσωπα των ποιμένων (των απλών και πιστών Ιουδαίων) και των μάγων (των καλοπροαιρέτων ειδωλολατρών) βλέπουμε τους ανθρώπινους τύπους που σε κάθε εποχή πιστεύουν στον Χριστό και Τον αποδέχονται. Πρόκειται για τους καλοπροαίρετους ανθρώπους, που η πονηρία δεν έχει διαβρώσει ακόμη την ψυχή και την καρδιά τους. Ο κάθε άνθρωπος, κάθε εποχής, έστω και ειδωλολάτρης, τελικώς θα κληθεί από τον Θεό για να πιστέψει στον Χριστό. Οι μόνοι που μένουν ξένοι προς τον ερχομό του Θεού είναι οι πονηροί εκείνοι, υποκριτές και εγωιστές, που δεμένοι παθολογικά με την αμαρτία του κόσμου δεν τολμούν το άλμα εκείνο, που θα τους ρίξει στην αγκαλιά του Θεού.
 4. Ο σκοπός της Γεννήσεως του Χριστού.
 Στο κοντάκιο επισημαίνεται, λιτά και επιγραμματικά ασφαλώς, και ο σκοπός της Γεννήσεως του Χριστού. Ο Θεός γεννάται «δι’ ημάς» τους ανθρώπους. Στο σύμβολο της πίστεως το «δι’ ημάς» αναλύεται περισσότερο: ο Χριστός «δι’ ημάς τους ανθρώπους και διά την ημετέραν σωτηρίαν» κατήλθε εκ των Ουρανών και σαρκώθηκε εκ Πνεύματος Αγίου και από την Παρθένο Μαρία. Έτσι σκοπός της ενανθρωπήσεως του Θεού είναι, κατά το σύμβολο και το κοντάκιο, η σωτηρία των ανθρώπων. Σωτηρία όμως από τι; Από την καταδυνάστευση της αμαρτίας, του θανάτου και του διαβόλου. Κι αυτή η σωτηρία επιτυγχάνεται κατά τρόπο κυρίως θετικό: ο Χριστός μάς σώζει από την άρνηση στον βαθμό που μας ενώνει με τον Εαυτό Του και διά του Εαυτού Του με τον Θεόν Πατέρα. «Εγώ ειμι η θύρα. Δι’ εμού εάν τις εισέλθη σωθήσεται» (Ιωάν. 10,9).
 Έτσι με την ενανθρώπηση του Θεού ανοίγεται και πάλι για τον άνθρωπο η βασιλεία του Θεού και μπορεί να επιτευχθεί από αυτόν ο αρχικός του προορισμός: το «καθ’ ομοίωσιν», η θέωση. «Ο του Θεού Λόγος ενηνθρώπησεν, ίνα ημείς θεοποιηθώμεν» (Μ. Αθανάσιος). Ο προορισμός αυτός, που είχε δοθεί ως δυνατότητα στον άνθρωπο απαρχής της δημιουργίας του, αν καλλιεργούσε σε υπακοή προς τον Θεό τα χαρίσματα του «κατ’ εικόνα», χάθηκε με την πτώση του στην αμαρτία. Το προπατορικό λεγόμενο αμάρτημα, η ανυπακοή δηλαδή που έδειξαν οι πρωτόπλαστοι στον Θεό Πατέρα, σκοτείνιασε, «εζόφωσε», το κατ’ εικόνα και κατάφερε καίριο πλήγμα στο καθ’ ομοίωσιν. Ο ερχομός όμως του Χριστού καθάρισε και πάλι το κατ’ εικόνα και άνοιξε εκ νέου την αρχική προοπτική: το καθ’ ομοίωσιν. Με τη Γέννηση του Χριστού ο άνθρωπος άρχισε και πάλι να νιώθει τη θέρμη της αγκαλιάς του Θεού∙ να βιώνει τη βασιλεία Του ως την αληθινή πατρίδα και ως το πατρικό του σπίτι.
 Τις δωρεές αυτές του ερχομού του Χριστού, που τις ξεκίνησε με τη Γέννησή Του και τις ολοκλήρωσε με όλη τη ζωή Του και μάλιστα τον Σταυρό και την Ανάστασή Του, καθώς και με την αποστολή του Πνεύματός Του την ημέρα της Πεντηκοστής, τις απολαμβάνει ο κάθε πιστός μέσα στην Εκκλησία, το ζωντανό σώμα του Χριστού. Ιδιαιτέρως στην εν μετανοία συμμετοχή στο σώμα και το αίμα του Χριστού γεύεται ο πιστός τις θεοποιές ενέργειες Εκείνου, που τον καθαρίζουν από κάθε αμαρτία και τον ενισχύουν δραστικά στην πορεία του προς τη θέωση. Έτσι η Γέννηση του Χριστού προεκτείνεται στον χρόνο μέσα από το μυστήριο της θείας Ευχαριστίας. Στη Θεία Ευχαριστία, το κέντρο της Εκκλησίας, η ενσάρκωση του Χριστού βρίσκει την πληρότητά της. Κατά συνέπεια Χριστιανός που δεν κοινωνεί εν μετανοία το σώμα και το αίμα του Χριστού, ιδίως τα Χριστούγεννα, δεν υπάρχει.
 5. Το άστρο των Χριστουγέννων.
 Στο κοντάκιο μνημονεύεται και ο αστέρας της Βηθλεέμ. «Μάγοι δε μετά αστέρος οδοιπορούσι». Τι ήταν όμως αυτό το άστρο; Επρόκειτο για κάποια φυσική, έστω και με την επέμβαση του Θεού, πραγματικότητα ή για κάτι διαφορετικό; Κι είναι αλήθεια, πολλές προσπάθειες καταβλήθηκαν στο παρελθόν – που προεκτείνονται μέχρι και σήμερα ακόμη – με σκοπό να εξιχνιάσουν οι αστρονόμοι το φαινόμενο. Μα, ίσως, προκειμένου για το άστρο, να πρέπει να κινηθούμε περισσότερο πάνω στη γραμμή των Πατέρων της Εκκλησίας μας. Κι εκείνοι από αυτούς που ασχολήθηκαν με τον αστέρα της Γεννήσεως, όπως ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος, ερμήνευσαν την εμφάνισή του σε σχέση με τους αγγέλους. Λέγει συγκεκριμένα ο άγιος Χρυσόστομος ότι ο αστέρας αυτός δεν είναι κάτι το φυσικό: ένα φαινόμενο του ουρανού, αλλά πρόκειται μάλλον περί αγγέλου του Θεού, ο οποίος παρουσιάστηκε με τέτοια φωτεινότητα, ώστε να κινήσει το ενδιαφέρον των μάγων-αστρονόμων της μακρινής Περσίας – ανθρώπων καλοπροαιρέτων, όπως είπαμε – και να τους καθοδηγήσει στο δρόμο τους για να βρουν τον γεννημένο πια Μεσσία. Διότι αν επρόκειτο περί φυσικού αστέρος δεν θα μπορούσε να δικαιολογηθεί το γεγονός να εμφανίζεται και να εξαφανίζεται, όποτε ήθελε. Μη ξεχνάμε ότι στα Ιεροσόλυμα χάθηκε το αστέρι, ενώ και πάλι εμφανίστηκε, όταν κίνησαν οι μάγοι προς τη Βηθλεέμ.
 Έτσι κι αλλιώς, στη Γέννηση του Χριστού κινούμαστε πάντα σε επίπεδο διπλό: πατάμε σε έδαφος ιστορικό, φυσικό, αλλά τα διαδραματιζόμενα είναι θεϊκά, υπερφυσικά.

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: "Ομιλία Δ΄ εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον"

Άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος: "Ομιλία Δ΄ εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον"


Ματθ. 1, 17-21 


«Πᾶσαι οὖν αἱ γενεαί ἀπό Ἀβραάμ ἕως Δαυίδ, γενεαί δεκατέσσαρες, καί ἀπό Δαυίδ ἕως τῆς μετοικεσίας Βαβυλώνος γενεαί δεκατέσσαρες καί ἀπό τῆς μετοικεσίας Βαβυλῶνος ἕως τοῦ Χριστοῦ γενεαί δεκατέσσαρες»[Ματθ. 1, 17].
1. Eἰς τρεῖς ὁμάδας διέκρινεν ὁ Εὐαγγελιστής ὅλας τάς γενεάς, διότι ἤθελε νά δείξῃ ὅτι δέν ἐβελτιώθησαν οὔτε μέ τάς ἀλλαγάς τῆς πολιτειακῆς των καταστάσεως, ἀλλά διετήρησαν τά ἴδια ἐλαττώματα καί μέ τό ἀριστοκρατικόν πολίτευμα καί μέ τήν βασιλείαν καί μέ τό ὀλιγαρχικόν. Καί ὅτι δέν ἔγιναν περισσότερον ἐνάρετοι οὔτε ὑπό τήν ἡγεσίαν μεγάλων ἀρχηγῶν οὔτε ἱερέων οὔτε βασιλέων.

Ἀλλά διατί παρέλειψε τρεῖς βασιλεῖς εἰς τήν μεσαίαν ὁμάδα καί διατί εἶπεν ὅτι εἶναι δεκατέσσαρες αἱ γενεαί τῆς τελευταίας ἀφοῦ ἀναφέρει δώδεκα;

Τό πρῶτον ζήτημα ἀφήνω νά τό ἐρευνήσετε σεῖς. Διότι δέν εἶναι σκόπιμον νά σᾶς ἑρμηνεύωνται τά πάντα διά νά μή γίνετε ἀδιάφοροι περί τήν ἔρευναν[1]. Θά σᾶς ὁμιλήσω λοιπόν διά τό δεύτερον.


Νομίζω ὅτι εἰς τό σημεῖον τοῦτο ὑπολογίζει ὡς μίαν γενεάν τόν χρόνον τῆς αἰχμαλωσίας[2] καί ὡς ἄλλην τόν ἴδιον τόν Χριστόν καί ἔτσι τόν συνδέει στενότατα μέ ἡμᾶς τούς ἀνθρώπους. Ὀρθῶς δέ ὑπενθυμίζει καί τήν αἰχμαλωσίαν ἐκείνην καί ὑποδηλώνει ὅτι δέν ἐσυνετίσθησαν ἀκόμη καί τότε πού ἐξέπεσαν εἰς τήν κατάστασιν ἐκείνην. Ἑπομένως ὅλα ἀποδεικνύουν ὅτι ἧτο ἀνάγκη νά ἔλθῃ εἰς τόν κόσμον ὁ Χριστός.

Ἐρωτᾶται· Διατί λοιπόν δέν κάμνει τό ἴδιο καί ὁ Μάρκος καί δέν ἀναφέρει τήν γενεαλογίαν τοῦ Χριστοῦ, ἀλλά ἐκθέτει μέ συντομίαν τά πάντα;
Νομίζω ὅτι ὁ Ματθαῖος ἤρχισε τό ἔργον του πρίν ἀπό τούς ἄλλους. Διά τοῦτο καί τήν γενεαλογίαν ἀναφέρει μέ ἀκρίβειαν καί τά σημαντικώτερα ἐκθέτει λεπτομερέστερον. Ὁ Μάρκος ἔγραψε μετά ἀπό ἐκεῖνον, διά τοῦτο ἠκολούθησε συντομωτέραν ὁδόν, διότι ἧσαν πολλά ὅσα εἶχαν γραφῇ καί εἶχαν γίνει μέχρι τότε. Εἰς αὐτά ἐπί πλέον ἔδιδε μεγαλυτέραν σημασίαν ὁ Ἰουδαϊκός λαός. Διά τοῦτο ἧτο ἑπόμενον νά ἔχωμεν διαφορετικόν προοίμιον εἰς τόν καθένα. Καί ἄν ἔγιναν θαύματα εἰς διαφόρους ἐποχάς ἔγιναν διά τούς βαρβάρους, διά νά πιστεύσουν πολλοί καί διά νά φανερωθῇ ἡ δύναμις τοῦ Θεοῦ, διότι, ὅποτε τούς ὑπέταξαν οἱ ἐχθροί, ἐνόμισαν ὅτι αὐτό συνέβη, διότι οἱ θεοί ἐκείνων ἧσαν ἰσχυροί. Αὐτό ἀκριβῶς συνέβη εἰς τήν Αἴγυπτον καί δι' αὐτό ἐδημιουργήθη ἐκεῖ μεγάλη σύγχυσις. Καί ἀργότερα εἰς τήν Βαβυλώνα, ὅπου τά σχετικά μέ τήν κάμινον καί τά ὄνειρα. Ἔγιναν ἀκόμη θαύματα καί ὅταν ἧσαν μόνοι των εἰς τήν ἔρημον, ὅπως ἔγιναν καί μετά τήν ἐνανθρώπησιν τοῦ Κυρίου. Διότι καί εἰς τήν ἐποχήν ἐκείνην ἔγιναν πολλά θαύματα, ὅταν ἀπεμακρυνόμεθα ἀπό τήν εἰδωλολατρίαν. Ἔπειτα ἐσταμάτησαν, ἐπειδή ἔπεσε παντοῦ ὁ σπόρος τῆς εὐσεβείας. Καί ἄν ἔγιναν, ἔγιναν ὀλίγα καί σποραδικῶς, ὅπως π.χ. ὅταν ἐσταμάτησεν ὁ ἥλιος νά φωτίζῃ ἕνεκα τρομερῶν γεγονότων.
Διατί ὅμως καί τήν γενεαλογίαν ἀναφέρει καί διεξοδικώτερον λέγει περί αὐτῆς ὁ Λουκᾶς; Ἐπειδή ἤνοιξε τόν δρόμον ὁ Ματθαῖος, ἔθεσεν ὡς σκοπόν του ὁ Λουκᾶς νά μᾶς διδάξῃ κάπως περισσότερα. Ἐκτός ἀπό αὐτό καθένας ἐμιμήθη τόν διδάσκαλόν του. Ὁ πρῶτος τόν Παῦλον, τοῦ ὁποίου ὁ λόγος ρέει πλουσιώτερος ἀπό τούς ποταμούς. Ὁ δεύτερος τόν Πέτρον, ὁ ὁποίος ἐπεδίωκεν ἐπιμελῶς βραχυλογίαν.
Ἀλλά διατί δέν εἶπεν ὁ Ματθαῖος εἰς τήν ἀρχήν τοῦ Εὐαγγελίου του ὅ,τι καί ὁ προφήτης· «Ὅρασις, ἥν εἶδον», ἤ «ὁ λόγος ὁ γενόμενος πρός με»; Διότι ἀπευθύνετο πρός εὐεργετημένους καί πολύ ἀφωσιωμένους εἰς αὐτόν. Διότι καί τά θαύματα, πού εἶχαν γίνει, ἐβοοῦσαν, καί οἱ μελετῶντες τό Εὐαγγέλιόν του εἶχαν βαθεῖαν πίστιν. Κατά τήν ἐποχήν τῶν προφητῶν ἀντιθέτως δέν ἐγίνοντο τόσον σπουδαῖα θαύματα, ὥστε νά συμβάλλουν εἰς τήν ἀναγνώρισιν αὐτῶν, καί οἱ ψευδοπροφῆται ἀνέπτυσσαν μεγάλην δρᾶσιν καί ἐπανέφεραν τόν λαόν εἰς τήν παλαιοτέραν κατάστασιν.
Εἶναι δέ δυνατόν νά διαπιστώσῃ κανείς ὅτι ἔγιναν θαύματα καί εἰς τήν ἐποχήν μας. Καί εἰς τάς ἡμέρας μας πράγματι, ἐπί τῆς βασιλείας τοῦ περισσότερον ἀπό ὅλους ἀσεβοῦς Ἰουλιανοῦ, συνέβησαν πολλά καί παράξενα. Ἐνῷ π.χ. ἐπιχειροῦσαν οἱ Ἰουδαῖοι νά ἀνοικοδομήσουν τόν ναόν τῆς Ἰερουσαλήμ, ἐξεπήδησε φωτιά ἀπό τά θεμέλια καί ἀπέτρεψε τούς πάντας ἀπό τήν συνέχειαν τοῦ ἔργου. Καί ὅταν ὁ ταμίας καί θεῖος καί συνονόματος τοῦ Ἰουλιανοῦ ἔδειξεν πρωτοφανῆ ἀσέβειαν πρός τά ἱερά σκεύη, αὐτός μέν ἐγέμισε σκουλήκια καί ἔπεσε νεκρός, ὁ δέ Ἰουλιανός ἔφυγεν ἔντρομος καί χωρίς νά τελειώσῃ τό ἔργον του[3]. Πολύ μεγάλον θαῦμα ἦτο ἐπίσης καί τό ὅτι ἐστείρευσαν αἱ πηγαί, ὅταν ἔγιναν κοντά εἰς αὐτάς θυσίαι, καί τό ὅτι ἐνέσκηπτε λιμός εἰς ὅσας πόλεις ἐπήγαινεν ὁ βασιλεύς.
2. Ὁ Θεός λοιπόν ἐνεργεῖ συνήθως κατά τόν ἑξῆς τρόπον. Φανερώνει εἰς τούς ἀνθρώπους τήν δύναμίν του, ὅταν περισσεύσουν κάπου τά κακά καί ἰδῇ ὅτι εἰς τόν τόπον ἐκεῖνον οἱ ἄρχοντες κακουργοῦν καί οἱ ἀρχόμενοι παραλογίζονται φοβερά ἕνεκα τῆς καταπιέσεώς των. Ἔτσι ἐνήργησε διά τούς Ἰουδαίους μετά τήν κατάληψιν τῆς Βαβυλώνος ὑπό τῶν Περσῶν[4].
Ἔγινε λοιπόν φανερόν ἀπό τά παραπάνω ὅτι δέν ἐνήργησεν ἀσκόπως καί τυχαίως ὁ Ματθαῖος, ὅταν διέκρινεν εἰς τρεῖς ὁμάδας τούς προγόνους τοῦ Χριστοῦ. Καί πρόσεξε ἀπό ποῦ ἀρχίζει καί ποῦ τελειώνει. Ἀπό τόν Ἀβραάμ εἰς τόν Δαυίδ. Ἀπό τόν Δαυίδ εἰς τήν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος. Ἀπό τήν μετοικεσίαν εἰς τόν ἴδιον τόν Χριστόν. Καί εἰς τήν ἀρχήν τοῦ Εὐαγγελίου ἀναφέρει καί τούς δύο μαζί, τόν Δαυίδ καί τόν Ἀβραάμ, καί εἰς τήν ἀνακεφαλαίωσιν ἐπίσης τούς ἀναφέρει καί τούς δύο. Διότι, ὅπως εἶπα ἄλλοτε, εἰς αὐτούς εἶχαν δοθῆ αἱ ὑποσχέσεις. Διατί ὅμως δέν ἀνέφερε τήν κάθοδον τῶν Ἰουδαίων εἰς τήν Αἴγυπτον, ὅπως ἀναφέρει τήν μετοικεσίαν των εἰς τήν Βαβυλώνα; Διότι οἱ Ἰουδαῖοι δέν ἐφοβοῦντο πλέον τούς Αἰγυπτίους, ἔτρεμαν ὅμως ἀκόμη τούς Βαβυλωνίους.

Καί διότι ἡ κάθοδος εἰς τήν Αἴγυπτον ἧτο γεγονός παλαιόν, ἐνῷ ἡ μετοικεσία ἧτο νέον καί εἶχε γίνει προσφάτως. Καί διότι εἰς τήν Αἴγυπτον δέν τούς ὡδήγησαν αἱ ἁμαρτίαι των, ἐνῷ εἰς τήν Βαβυλώνα τούς ἔσυρεν ἡ ἀσέβειά των. Ἄν ἐπιχειρούσαμεν νά διερευνήσωμεν καί τά ὀνόματα, ὅπως π.χ. ἀπό τόν Ἀβραάμ, ἀπό τόν Ἰακώβ, ἀπό τόν Σολομώντα, ἀπό τόν Ζοροβάβελ, θά ὡδηγούμεθα εἰς πολλά συμπεράσματα μέ μεγάλην σημασίαν διά τήν Καινήν Διαθήκην. Διότι δέν τούς ἐδόθησαν τυχαίως αὐτά τά ὀνόματα. Ἀλλά διά νά μή γίνω ἐνοχλητικός ἕνεκα τῆς μεγάλης ἐκτάσεως τῆς ὁμιλίας μου, θά ἀφήσω αὐτά καί θά προχωρήσω εἰς τά σημαντικώτατα.
Ἀφοῦ ἀνέφερε λοιπόν ὅλους τούς προγόνους καί ἐτελείωσεν εἰς τόν Ἰωσήφ, δέν ἠρκέσθη εἰς τό ὄνομά του, ἀλλά προσέθεσεν· «Ἰωσήφ τόν ἄνδρα Μαρίας», διότι ἤθελε νά δείξῃ ὅτι τόν περιέλαβεν εἰς τήν γενεαλογίαν ἕνεκα τῆς Μαρίας. Ἔπειτα, διά νά μή νομίσῃς, ὅταν ἀκούσῃς τόν «Ἄνδρα Μαρίας», ὅτι ἡ γέννησις τοῦ Χριστοῦ ἠκολούθησε τόν φυσικόν δρόμον, πρόσεξε πῶς συμπληρώνει ἀμέσως κατόπιν. Σοῦ ὡμίλησα, λέγει, διά ἄνδρα, σοῦ ὡμίλησα διά μητέρα, σοῦ ὡμίλησα διά τό ὄνομα πού ἐδόθη εἰς τό παιδί. Ἄκουσε λοιπόν καί τόν τρόπον τῆς γεννήσεως· «Τοῦ δέ Ἰησοῦ Χριστοῦ ἡ γέννησις οὕτως ἧν». Περί ποίας γεννήσεως μοῦ ὁμιλεῖς; Εἰπέ μου. Ἀνέφερες βεβαίως τούς προγόνους. Θέλω ὅμως νά μοῦ εἰπῇς καί τόν τρόπον τῆς γεννήσεως.
Εἶδες πῶς ἐκέντρισε τήν σκέψιν καί τό ἐνδιαφέρον τοῦ ἀκροατοῦ; Ἐπειδή πρόκειται νά εἰπῇ κάτι τό πρωτοφανές, ὑπόσχεται νά ἐκθέσει καί τόν τρόπον. Καί πρόσεξε τήν ἀρίστην σύνθεσιν τοῦ λόγου. Δέν ὡμίλησεν ἀμέσως περί τῆς γεννήσεως, ἀλλά μᾶς πληροφορεῖ πρῶτα πόσας γενεάς ἀπέχε ἀπό τόν Ἀβραάμ, πόσας ἀπό τόν Δαυίδ, πόσας ἀπό τήν μετοικεσίαν Βαβυλῶνος, ὠθεῖ τόν λεπτολόγον ἀκροατήν νά ἐξετάσῃ τά χρονικά διαστήματα καί δείχνει μέ αὐτόν τόν τρόπον ὅτι αὐτός εἶναι ἐκεῖνος ὁ Χριστός, τόν ὁποῖον προανήγγειλαν οἱ Προφῆται.

Διότι, ὅταν μετρήσῃς τάς γενεάς καί διαπιστώσῃς μέ τόν ὑπολογισμόν τοῦ χρόνου ὅτι αὐτός εἶναι ἐκεῖνος, τότε θά δεχθῇς εὐκόλως καί τό θαῦμα τῆς γεννήσεως. Ἐπειδή λοιπόν ἐπρόκειτο νά εἰπῇ κάτι τό θαυμαστόν, ὅτι ὁ Χριστός ἐγεννήθη ἀπό Παρθένον, εἶπε, πρίν ἀναφέρῃ τόν ἀριθμόν τῶν γενεών, τόν Ἄνδρα Μαρίας, διά νά ἁπαλύνῃ τόν λόγον, ἤ μάλλον διηγεῖται περιληπτικῶς τήν γέννησιν.


Ἀμέσως κατόπιν ἐμέτρησε τάς γενεάς, διά νά φέρῃ εἰς τόν νοῦν τοῦ ἀκροατοῦ ὅτι αὐτός εἶναι ἐκεῖνος, πού εἶπεν ὁ πατριάρχης Ἰακώβ[Γέν 49,10]ὅτι θά παρουσιασθῇ, ὅταν δέν θά ὑπάρχουν πλέον ἄρχοντες ἀπό τήν φυλήν τοῦ Ἰούδα. Ἐκείνος πού προανήγγειλεν ὁ προφήτης Δανιήλ ὅτι θά ἔλθῃ μετά ἀπό ἐκείνας τάς πολλάς ἑπταετίας[Δαν. 9, 25-27]. Καί ἄν θελήσῃ κανείς νά λογαριάσῃ ἀπό τῆς ἱδρύσεως τῆς πόλεως τάς ἑπταετίας, διά τάς ὁποίας ὡμίλησεν ὁ ἄγγελος πρός τόν Δανιήλ, καί νά φθάσῃ εἰς τήν γέννησιν τοῦ Χριστοῦ, θά ἰδῇ ὅτι τό χρονικόν αὐτό διάστημα συμφωνεῖ μέ τόν χρόνον τῆς γεννήσεως.


Λέγει λοιπόν, πῶς ἐγεννήθη; «Μνηστευθείσης τῆς μητρός αὐτοῦ Μαρίας». Δέν εἶπε τῆς Παρθένου, ἀλλά ἁπλῶς τῆς Μητρός, διά νά γίνῃ δεκτός ὁ λόγος. Διά τοῦτο, ἀφοῦ προητοίμασε προηγουμένως τόν ἀκροατήν, ὥστε νά ἀναμένῃ νά ἀκούσῃ κάτι τό συνηθισμένον, καί ἐκέρδισε μέ αὐτό τήν ἐμπιστοσύνην του, τόν ἐξέπληξε κατόπιν μέ τήν προσθήκην ἑνός παραδόξου πράγματος, δηλαδή μέ τήν φράσιν «Πρίν ἤ συνελθεῖν αὐτούς, εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα ἐκ Πνεύματος ἁγίου».


Δέν εἶπε· 'Πρίν νά ὁδηγηθῇ αὐτή εἰς τήν οἰκίαν τοῦ γαμβροῦ'. Διότι ἔμενεν ἐκεῖ. Διότι οἱ παλαιοί εἶχαν, σχεδόν χωρίς ἐξαίρεσιν, τήν συνήθειαν νά μένουν αἱ μνηστευμέναι εἰς τήν οἰκίαν τοῦ γαμβροῦ.


Τοῦτο εἶναι δυνατόν νά ἰδῇ κανείς ὅτι γίνεται καί σήμερα κάπου - κάπου. Καί οἱ γαμβροί τοῦ Λώτ ἔμεναν εἰς τό σπίτι του μαζί του. Καί ἡ Μαρία λοιπόν ἐζοῦσε μέ τόν Ἰωσήφ εἰς τό σπίτι του.
3. Ἀλλά διατί δέν ἔμεινεν ἔγκυος πρίν ἀπό τήν μνηστείαν; Τό εἶπα καί προηγουμένως: Διά νά καλυφθῇ ἐκεῖνο πού ἔγινε καί διά νά ἀπαλλαγῇ ἡ Παρθένος ἀπό κάθε πονηράν ὑποψίαν. Διότι, ὅταν εἶναι γνωστόν ὅτι ὄχι μόνον δέν τήν ἐκακολόγησεν, οὔτε τήν ἐθεώρησεν ἄτιμην, ἀλλά καί τήν ἀνεγνώριζεν ὡς μνηστήν του καί τήν ἐπεριποιείτο μετά τόν τοκετόν ἐκεῖνος ὁ ὁποῖος ἧτο ἑπόμενον νά ἐνδιαφέρεται περισσότερον ἀπό ὅλους τούς ἄλλους διά τήν συζυγικήν της πίστιν, εἶναι εὐνόητον ὅτι, ἐάν δέν εἶχεν ἀπόλυτον πεποίθησιν ὅτι τό νεογέννητον προήρχετο ἀπό τήν ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος, δέν θά τήν ἠνείχετο καί δέν θά τῆς προσέφερεν ὅλας τάς ἄλλας ὑπηρεσίας. Ἰδιαιτέρως ἔθεσε μέ ἔμφασιν τήν φράσιν «Εὑρέθη ἐν γαστρί ἔχουσα». Τό εὑρέθη, τό ἔτυχε, λέγεται συνήθως διά τά παράδοξα καί τά ἀνελπίστως συμβαίνοντα καί τά ἀπροσδόκητα.
Μή προχωρῇς λοιπόν περισσότερον, μή ζητῇς περισσότερα ἀπό ὅσα ἔμαθες καί μή λέγῃς· Πῶς ἔκαμε τό Ἅγιον Πνεῦμα νά γεννήσῃ παρθένος; Διότι, πῶς εἶναι δυνατόν νά ὁμιλήσωμεν ἔτσι διά τό θαυματουργόν Ἅγιον Πνεῦμα, ὅταν εἶναι ἀδύνατον νά ἑρμηνεύσωμεν τόν τρόπον τοῦ σχηματισμοῦ τοῦ ἐμβρύου μέ τήν ἐνέργειαν τῆς φύσεως; Ὁ Ματθαῖος λοιπόν εἶπε ποῖος ἔκαμε τό θαῦμα καί ἐπροχώρησεν εἰς ἄλλο θέμα, διά νά μή κουράζῃς τόν κήρυκα τοῦ Εὐαγγελίου καί τόν ἐνοχλῇς μέ τάς ἐρωτήσεις σου. Δέν γνωρίζω, λέγει, τίποτε περισσότερον παρά μόνον ὅτι, ὅ,τι ἔγινεν, ἔγινε μέ τήν ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.

Πρέπει νά ἐντρέπωνται ὅσοι παραεξετάζουν τήν γέννησιν αὐτήν. Διότι, ἐάν δέν ἔχῃ κανείς τήν δύναμιν νά ἑρμηνεύση αὐτήν τήν γέννησιν, πού ἔχει ἀπείρους μάρτυρας καί τήν προανήγγειλαν πρίν ἀπό πολλούς αἰῶνας καί ἔγινεν ἀντιληπτή διά τῆς ὁράσεως καί μάλιστα καί διά τῆς ἁφῆς, πόσον ὑπερβολικήν παραφροσύνην ἐκδηλώνουν ὅσοι παραεξετάζουν καί ἀσχολοῦνται ἐπιμόνως μέ τήν μυστηριακήν ἐκείνην σύλληψιν; Ἀφοῦ μάλιστα οὔτε ὁ Γαβριήλ οὔτε ὁ Ματθαῖος ἠμπόρεσαν νά εἰποῦν κάτι περισσότερον, παρά μόνον ὅτι ὀφείλεται εἰς ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος.


Καί κανείς ἀπό αὐτούς δέν ἑρμήνευσε πῶς, δηλαδή μέ ποῖον τρόπον, ἐνήργησε τό Ἅγιον Πνεῦμα. Διότι δέν ἧτο δυνατόν. Καί μή νομίσῃς ὅτι ἐγνώρισες τά πάντα, ὅταν μάθῃς ὅτι ὠφείλετο εἰς ἐνέργειαν τοῦ Ἁγίου Πνεύματος. Διότι ἀγνοοῦμεν πολλά ἀκόμη, καί ὅταν μάθωμεν αὐτό. Ἀγνοούμεν π.χ. πῶς ἐχώρεσε μέσα εἰς τήν μήτραν ὁ ἄπειρος· πῶς ἔμεινεν ὡς ἔμβρυον μέσα εἰς τήν κοιλίαν γυναικός ὁ κυβερνήτης τοῦ κόσμου· πῶς ἐγέννησεν ἡ Παρθένος καί παρέμεινε παρθένος.


Εἰπέ μου, πῶς ἔπλασε τό Ἅγιον Πνεῦμα ἐκεῖνον τόν ναόν; Πῶς εἶναι δυνατόν νά μή περιεβλήθη ἐξ ὁλοκλήρου καί ὄχι ἐν μέρει τό ἀνθρώπινον σῶμα του μέσα εἰς τήν μήτραν καί νά μή ἐμεγάλωσε καί νά μή ἔλαβε τήν ἀνθρωπίνην μορφήν ἐκεῖ; Τό ὅτι ἐγεννήθη ἀπό τό σῶμα τῆς Παρθένου, τό ἔκαμε βεβαίως γνωστόν μέ τά ἑξῆς λόγια· «Τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν».


Καί ὁ Παῦλος εἶπε· «Γενόμενος ἐκ γυναικός»[Γαλ. 4, 4]. Ἔτσι ἀπεστόμωσεν ἐκείνους πού ἔλεγαν ὅτι ὁ Χριστός ἐπέρασε διά μέσου τῆς μήτρας ὅπως διά μέσου σωλήνος. Ἐάν συνέβαινε πράγματι αὐτό, τί ἐχρειάζετο ἡ μήτρα; Ἐάν συνέβαινε τοῦτο, ὁ Χριστός δέν θά εἶχε τίποτε τό κοινόν μέ ἡμᾶς. Ἐκεῖνο τό σῶμα, λέγουν, εἶναι διαφορετικόν, δέν εἶναι ἀπό τό ἴδιον φύραμα μέ τό ἰδικόν μας. Ἀλλά τότε πῶς κατάγεται ἀπό τήν φύτραν τοῦ Ἰεσσαί; Διατί ὠνομάσθη τρυφερός βλαστός; Διατί υἱός ἀνθρώπου; Διατί ἡ Μαρία λέγεται μητέρα του; Διατί λέγεται ἀπόγονος τοῦ Δαυίδ; Πῶς ἔλαβε μορφήν ἀνθρώπου; Πῶς «ὁ λόγος ἐγένετο σάρξ»[Ιω. 1, 14]; Διατί λέγει ὁ Παῦλος πρός τούς Ρωμαίους. «Ἐξ ὧν ὁ Χριστός τό κατά σάρκα, ὁ ὤν ἐπί πάντων Θεός»[Ρωμ.9, 5]; Εἶναι λοιπόν φανερόν ἀπό τά παραπάνω καί ἀπό πολλά ἄλλα ὅτι τό σῶμα τοῦ Χριστοῦ εἶναι ἀπό τό ἰδικόν μας φύραμα καί από τήν μήτραν τῆς παρθένου. Δέν εἶναι ὅμως καθόλου φανερόν τό πῶς.
Διά τοῦτο καί σύ μή ἐρευνᾷς, ἀλλά νά δέχεσαι ὅ,τι ἀπεκαλύφθη καί νά μή πολυασχολῆσαι μέ ὅ,τι παρέμεινε μυστικόν.

«Ἰωσήφ δέ ὁ ἀνήρ αὐτῆς δίκαιος ὤν, καί μή θέλων αὐτήν παραδειγματίσαι, ἠβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν», λέγει ὁ Ματθαῖος. Καί κατωχύρωσε τόν λόγον του μέ τάς φράσεις ἐκ Πνεύματος Ἁγίου καί χωρίς συνουσίαν καί μέ ἄλλους τρόπους. Διά νά μή ἐρωτᾷ ὅμως κανείς· Πῶς ἀποδεικνύεται αὐτό; Ποῖος εἶδεν ἤ ποῖος ἤκουσε ποτέ ὅτι συνέβη παρόμοιον γεγονός; Καί διά νά μή ὑποψιασθῇς ὅτι ὁ μαθητής ἐπενόησεν αὐτά πρός χάριν τοῦ διδασκάλου του, παρουσιάζει τόν Ἰωσήφ νά συμβάλλῃ μέ τάς διαλυθείσας ὑποψίας του εἰς τό νά πιστεύσωμεν ὅσα ἐλέχθησαν καί σχεδόν μᾶς λέγει μέ ὅσα διηγεῖται· Ἐάν δέν πιστεύῃς εἰς ἐμέ καί ἀντικρύζῃς μέ ὑποψίαν τάς πληροφορίας μου, πίστευσε εἰς τόν ἄνδρα τῆς Μαρίας. Διότι λέγει· «Ἰωσήφ ὁ ἀνήρ αὐτῆς, δίκαιος ὤν». Δίκαιον ἐννοεῖ ἐδῶ τόν εἰς ὅλα ἐνάρετον. Δικαιοσύνη εἶναι βεβαίως ἡ ἀπόλυτος ἔλλειψις ἰδιοτελείας. Εἶναι ὅμως καί ἡ ἀρετή γενικῶς. Ἡ Ἁγία Γραφή χρησιμοποιεῖ πάρα πολύ τήν λέξιν δικαιοσύνη μέ τήν σημασίαν αὐτήν, ὅπως π.χ. ὅταν λέγῃ· «Ἄνθρωπος δίκαιος, ἀληθινός»[Ἰώβ 1, 1]. Καί ἀλλοῦ· «Ἦσαν δέ δίκαιοι ἀμφότεροι»[Λουκ. 1, 6].
4. Ἐπειδή λοιπόν ἦτο δίκαιος, ἠθικός δηλαδή καί ἀξιοπρεπῆς «ἠβουλήθη λάθρα ἀπολῦσαι αὐτήν». Ἀφηγεῖται τί συνέβη πρίν γνωρίσῃ ὁ Ἰωσήφ τήν ἀλήθειαν, διά νά μή δυσπιστήσῃς εἰς ὅσα ἔγιναν κατόπιν. Τάς γυναίκας αὐτοῦ τοῦ εἴδους τάς ἐτιμωροῦσαν ὄχι μόνον μέ δημόσιον ἐξευτελισμόν πρός παραδειγματισμόν, ἀλλά ὑπῆρχε καί νόμος, ὁ ὁποῖος ὥριζε ποινήν δι' αὐτάς.

Ἀλλά ὁ Ἰωσήφ παρητήθη ὄχι μόνον ἀπό τήν βαρυτέραν, τήν νομικήν ποινήν, ἀλλά καί ἀπό τήν ἐλαφροτέραν, τόν δημόσιον ἐξευτελισμόν. Ἑπομένως ὄχι μόνον νομικῶς δέν ἠθέλησε νά τήν τιμωρήσῃ, ἀλλά οὔτε νά τήν ἐξευτελίσῃ δημοσίως. Εἶδες πόσον συνετός ἦτο καί πόσον ἀπηλλαγμένος ἀπό τό καταπιεστικώτατον πάθος; Διότι γνωρίζετε πόσον δυνατόν πάθος εἶναι ἡ ζήλεια.


Διά τοῦτο καί ὁ βαθύς γνώστης τοῦ ψυχικοῦ μας κόσμου ἔλεγε· «Μεστός γάρ ζήλου θυμός ἀνδρός· οὐ φείσεται ἐν ἡμέρα κρίσεως»[Παρ. 6, 34]. «Σκληρός ὡς ᾄδης ζῆλος». Καί ἐμεῖς γνωρίζομεν πολλούς, οἱ ὁποῖοι ἐπροτίμησαν νά ἀποθάνουν μᾶλλον, παρά νά κυριευθοῦν ἀπό ζηλότυπον καχυποψίαν. Eἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν ὅμως δέν ἐπρόκειτο περί καχυποψίας, ἀφοῦ ἡ διόγκωση τῆς κοιλίας ἀποτελοῦσεν ἀκαταμάχητον τεκμήριον.


Ἀλλά ἦτο τόσον ἀπηλλαγμένος ἀπό πάθη, ὥστε δέν ἠθέλησε νά προξενήσῃ εἰς τήν Παρθένον οὔτε τήν παραμικράν ἐνόχλησιν. Ἐπειδή λοιπόν ἐπίστευεν ὅτι ἦτο ἀνήθικον νά τήν ἔχῃ εἰς τό σπίτι του, ἐνῷ ἡ διαπόμπευσίς της καί ἡ καταγγελία της εἰς τό δικαστήριον θά εἶχεν ὡς ἀναγκαῖον ἀποτέλεσμα νά θανατωθῇ, δέν ἔκαμε κανένα ἀπό αὐτά, ἀλλά ἔδειξεν ἀνωτέραν συμπεριφοράν.


Διότι ἔπρεπε νά ἐκδηλωθοῦν πολλά σημεία ὑψηλῆς συμπεριφορᾶς ἐκεῖ ὅπου παρουσιάσθη ἡ χάρις τοῦ Θεοῦ. Ὅπως δηλαδή ὁ ἥλιος φωτίζει ἀπό μακριά μέ τό φῶς του μέγα μέρος τῆς οἰκουμένης προτοῦ ἀκόμη νά ρίψῃ εἰς αὐτό τάς ἀκτῖνας του, ἔτσι καί ὁ Χριστός· ἐνῷ εὑρίσκετο ἀκόμη μέσα εἰς τήν μήτραν καί δέν εἶχεν ἐξέλθει ἀπό αὐτήν, ἔκαμε νά λάμψῃ ὅλη ἡ οἰκουμένη.


Διά τοῦτο ἐσκιρτοῦσαν οἱ προφῆται πρίν ἀπό τήν γέννησιν, γυναῖκες ἐπροφήτευαν τά μέλλοντα καί ὁ Ἰωάννης, πού εὑρίσκετο ἀκόμη μέσα εἰς τήν κοιλίαν τῆς μητρός του, ἀνεπήδησε μέσα εἰς τήν μήτραν. Διά τοῦτο καί ὁ Ἰωάννης ἔδειξε πολλήν σύνεσιν. Διότι οὔτε εἰς τό δικαστήριον τήν κατήγγειλεν, οὔτε τήν ἐξηυτέλισεν, ἀλλά ἠθέλησε μόνον νά τήν ἀπομακρύνῃ ἀπό τό σπίτι του.
Ἐνῷ λοιπόν ἦτο τέτοια ἡ κατάστασις καί τά πάντα εὑρίσκοντο εἰς ἀδιέξοδον, παρουσιάζεται ὁ ἄγγελος καί δίδει λύσιν εἰς ὅλα τά προβλήματα. Ἀξίζει νά ἐξετάσωμεν διατί δέν ἐπληροφόρησεν ἐνωρίτερα τόν Ἰωσήφ ὁ ἄγγελος, προτοῦ νά τό ὑποψιασθῇ ὁ ἴδιος, ἀλλά ἐπῆγε πρός αὐτόν, ἀφ' ὅτου ἐσυλλογίσθη καί ἀπεφάσισε. «Ταῦτα γάρ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος, ὁ ἄγγελος ἔρχεται», λέγει το Εὐαγγέλιον, ἄν καί τό εἶχεν ἀνακοινώσει εἰς τήν Μαρίαν πρίν ἀπό τήν ἐγκυμοσύνην, πρᾶγμα τό ὁποῖον δημιουργεῖ πάλιν ἄλλην ἀπορίαν. Ἄν καί δηλαδή δέν τό εἶπεν ὁ ἄγγελος, διατί τό ἀπεσιώπησεν ἡ Παρθένος, ὅταν τό ἐπληροφορήθη ἀπό τόν ἄγγελον καί διατί δέν κατετόπισε τόν μνηστῆρα της, ὅταν τόν εἶδε νά ἀνησυχῇ; Διατί τέλος πάντων δέν τόν ἐπληροφόρησεν ὁ ἄγγελος προτοῦ νά στενοχωρηθῇ; Ἀλλά εἶναι ἀνάγκη νά ἀπαντήσω πρῶτα εἰς τό πρῶτον ἐρώτημα. Διατί λοιπόν δέν τόν ἐπληροφόρησεν ὁ ἄγγελος; Διά νά μή δυσπιστήσῃ καί πάθῃ ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Ζαχαρίας. Διότι ἦτο εὔκολον νά πιστεύσῃ ἀφ' ὅτου ἔγινε τό πρᾶγμα φανερόν. Δέν ἦτο ὅμως ἐξ ἴσου εὔκολον νά παραδεχθῇ τήν πληροφορίαν, πρίν οὔτε κἄν νά ἀρχίσῃ. Διά τοῦτο δέν τό εἶπεν ἀπό τήν πρώτην στιγμήν ὁ ἄγγελος. Καί ἡ Παρθένος διά τόν ἴδιον λόγον τό ἀπεσιώπησε. Διότι ἐνόμιζεν ὅτι δέν θά γίνῃ πιστευτή ἀπό τόν μνηστῆρα της, ἄν τοῦ ἀνεκοίνωνε τόσον παράξενον πρᾶγμα. Ἀντιθέτως θά τόν ἐξηγρίωνε μᾶλλον, διότι θά ἐνόμιζεν ὅτι προσπαθεῖ νά συγκαλύψῃ ἁμαρτίαν της. Ἀφοῦ βεβαίως αὐτή ἡ ἰδία, ἡ ὁποία προωρίζετο νά ἀναλάβῃ αὐτήν τήν θείαν ἀποστολήν, ἐταράχθη καί εἶπε· «Πῶς ἔσται τοῦτο, ἐπεί ἄνδρα οὐ γιγνώσκω;»[Λουκ. 1, 34]. Πολύ περισσότερον θά ἐδυσπιστοῦσεν ἐκεῖνος, ἀφοῦ μάλιστα θά τό ἐπληροφορεῖτο ἀπό γυναῖκα ὕποπτον.
5. Διά τοῦτο δέν τοῦ εἶπε τίποτε ἡ Παρθένος καί διά τοῦτο παρουσιάσθη ὁ ἄγγελος εἰς τήν κατάλληλον στιγμήν. Ἐρωτᾶται ὅμως· Διατί δέν ἔκαμε τό ἴδιο καί μέ τήν Παρθένον καί δέν τήν εἰδοποίησε μετά τήν σύλληψιν; Διά νά μή στενοχωρῆται καί ἀνησυχῇ ὑπερβολικά. Διότι ἦτο φυσικόν, ἐπειδή δέν θά ἐγνώριζε τήν ἀλήθειαν καί δέν θά ὑπέφερε τήν ἐντροπήν, νά ἀποφασίσῃ κάτι κακόν διά τόν ἑαυτόν της καί νά ἀπαγχονισθῇ ἤ νά σφαγῇ. Διότι ἡ Παρθένος ἦτο ἀπολύτως ἐνάρετη. Τήν ἀρετήν της δείχνει ὁ Λουκᾶς λέγων ὅτι δέν ἐκυριεύθη ἀπό χαράν, ὅταν ἤκουσε τόν χαιρετισμόν τοῦ ἀγγέλου, οὔτε ἐδέχθη μέ ἀγαλλίασιν τήν εἴδησιν, ἀλλά ἀνησύχησε καί ἐζήτησε νά μάθῃ ποίαν σημασίαν εἶχεν ὁ χαιρετισμός. Ἄν καί ἐξηκρίβωσεν ἀπολύτως τήν ἀλήθειαν, δέν ἔπαυσε νά στενοχωρῆται, διότι ἐσκέπτετο τήν ἐντροπήν καί δέν ἐπερίμενε, μέ ὅσα καί ἄν ἔλεγε, νά πείσῃ κανένα ἀπό τούς συνομιλητάς της ὅτι δέν ὠφείλετο εἰς μοιχείαν αὐτό πού συνέβη.

Παρουσιάσθη λοιπόν πρίν ἀπό τήν σύλληψιν ὁ ἄγγελος, διά νά μή συμβοῦν τά παραπάνω. Καί διότι ἔπρεπε νά μή ἀνησυχῇ ἐκείνη ἡ κοιλία, μέσα εἰς τήν ὁποίαν εἰσῆλθεν ὁ Δημιουργός τοῦ παντός. Καί διότι ἔπρεπε νά εἶναι ἀπηλλαγμένη ἀπό κάθε ταραχήν ἡ ψυχή, ἡ ὁποία ἐκρίθη ἀξία νά προσφέρῃ τάς ὑπηρεσίας της εἰς αὐτά τά μυστήρια. Διά τοῦτο συνωμίλησεν ὁ ἄγγελος μέ τήν Παρθένον πρίν ἀπό τήν σύλληψιν, καί μέ τόν Ἰωσήφ ὅταν ἐπλησίαζεν ὁ χρόνος τῆς γεννήσεως. Ἐπειδή πολλοί ἀφελεῖς δέν κατενόησαν αὐτά, εἶπαν ὅτι ὑπάρχει διαφωνία, ἐπειδή ὁ Λουκᾶς ἀναφέρει ὅτι ὁ ἄγγελος εἰδοποίησε τήν Μαρίαν, ἐνῷ ὁ Ματθαῖος λέγει ὅτι εἰδοποίησε τόν Ἰωσήφ. Ἀγνοοῦν ὅτι ἔγιναν καί τά δύο. Εἶναι ὅμως ἀνάγκη νά τά προσέχωμεν αὐτά εἰς ὅλην τήν ἀφήγησιν τῶν γεγονότων. Διότι ἔτσι θά ἐξηγήσωμεν πολλάς φαινομενικάς διαφωνίας.
Παρουσιάσθη λοιπόν ὁ ἄγγελος, ὅταν ἦτο ἀνήσυχος ὁ Ἰωσήφ. Ἀνέβαλε τήν παρουσίαν του καί διά τούς παραπάνω λόγους καί διά νά φανῇ πόσον συνετός ἦτο ὁ Ἰωσήφ. Καί παρουσιάσθη, ὅταν ἐπλησίαζε τό ὅλον ἔργον εἰς τό τέλος του.
«Ταῦτα δέ αὐτοῦ ἐνθυμηθέντος, ἄγγελος κατ' ὄναρ φαίνεται τῷ Ἰωσήφ». Βλέπεις πόσον συγκαταβατικός ἦτο αὐτός ὁ ἄνθρωπος; Ὄχι μόνον δέν τήν ἐτιμώρησεν, ἀλλά καί δέν τό ἀνεκοίνωσεν εἰς κανένα, οὔτε εἰς ἐκείνην πού ἦτο ὕποπτη, ἀλλά τό ἐσκέπτετο μόνος του καί ἐφρόντιζε νά ἀποκρύψῃ τήν κατηγορίαν ἀκόμη καί ἀπό τήν Παρθένον. Διά τοῦτο δέν εἶπεν· "Ἤθελε νά τήν διώξῃ", ἀλλά εἶπεν «Ἀπολῦσαι». Ἤθελε νά τῆς δώσῃ διαζύγιον. Τόσον εὐγενής καί συγκαταβατικός ἦτο. «Ταῦτα δέ αὐτοῦ ἐνθυμουμένου, κατ' ὄναρ φαίνεται ὁ ἄγγελος». Ἀλλά διατί δέν παρουσιάσθη φανερά, ὅπως εἰς τούς βοσκούς καί εἰς τόν Ζαχαρίαν καί εἰς τήν Παρθένον; Διότι ὁ ἄνθρωπος αὐτός ἦτο πολύ πιστός καί δέν εἶχεν ἀνάγκην ἀπό ἄμεσον ἐμφάνισιν. Ἡ Παρθένος βεβαίως, ἐπειδή εἰδοποιεῖτο διά κάτι τό πολύ σημαντικόν, σημαντικώτερον καί ἀπό τοῦ Ζαχαρία, καί ἐπειδή εἰδοποιεῖτο πρίν νά συμβῇ τίποτε, εἶχεν ἀνάγκην ἀπό τήν θαυμαστήν αὐτήν ἐμφάνισιν.

Ἐπίσης καί οἱ ποιμένες, διότι ἦσαν ὀλιγώτερον εὐαίσθητοι. Ὁ Ἰωσήφ ὅμως δέχεται εὐκόλως τήν ἀποκάλυψιν, διότι τοῦ ἔγινε μετά τήν ἐκδήλωσιν τῆς ἐγκυμοσύνης, ὅταν εἶχε πλέον εἰσέλθει εἰς τήν ψυχήν του ἡ καχυποψία καί ἦτο ὥριμος νά ἀνακτήσῃ ἀγαθάς ἐλπίδας, ἄν εὑρίσκετο κάποιος πού νά τόν βοηθήσῃ εἰς αὐτό. Διά τοῦτο εἰδοποιεῖται ἀπό τόν ἄγγελον μετά τήν ὑποψίαν του, διά νά ἀποτελέσῃ ἀκριβῶς ἡ ὑποψία του αὐτή ἀπόδειξιν τῆς ἀληθείας τῆς εἰδήσεως. Διότι τό νά ἀκούσῃ τόν ἄγγελον νά τοῦ λέγῃ ἐκεῖνα πού ἐσυλλογίσθη μέσα εὶς τόν νοῦν του καί δέν τά ἀνεκοίνωσε σέ κανένα, ἦτο δι' αὐτόν ἀναμφισβήτητος ἀπόδειξις ὅτι εἶχε σταλῇ ἀπό τόν Θεόν αὐτός πού τοῦ ὡμιλοῦσε. Διότι μόνον ὁ Θεός ἔχει τήν δύναμιν νά γνωρίζῃ τά ἀπόκρυφα τῆς ψυχῆς. Σκέψου λοιπόν πόσα ἐπιτυγχάνονται. Ἀποδεικνύεται ἡ σύνεσις τοῦ ἀνδρός καί ἡ ἀνακοίνωσις, πού ἔγινε τήν κατάλληλον στιγμήν, τόν βοηθεῖ νά πιστεύσῃ καί δέν γεννᾷ ὑποψίας ὁ λόγος, διότι ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰωσήφ ἔπαθεν ὅ,τι ἦτο φυσικόν νά πάθῃ κάθε ἄνθρωπος.


6. Πῶς τόν ἔπεισε λοιπόν ὁ ἄγγελος; Ἄκουσε καί θαύμασε τά σοφά λόγια. Ἐπῆγεν εἰς τόν Ἰωσήφ καί τοῦ εἶπεν. «Ἰωσήφ υἱός Δαυίδ, μή φοβηθῇς παραλαβεῖν Μαριάμ τήν γυναῖκά σου». Τοῦ ἔφερεν ἀμέσως εἰς τόν νοῦν τόν Δαυίδ, ἀπό τήν γενεάν τοῦ ὁποίου ἐπρόκειτο νά γεννηθῇ ὁ Χριστός, τοῦ ὑπενθυμίζει μέ τήν προγονικήν προσφώνησιν τήν ὑπόσχεσιν πού ἐδόθη εἰς ὅλον τό ἀνθρώπινον γένος καί ἔτσι δέν τόν ἀφήνει νά αἰσθανθῇ ἀνησυχίαν. Διά τοῦτο τόν προσεφώνησεν υἱόν Δαυίδ.

«Μή φοβηθῇς». Εἰς ἄλλην περίπτωσιν δέν ἐνήργησεν ἔτσι ὁ Θεός, ἀλλά, ὅταν ἐσκέπτετο κάποιος κάτι πονηρόν διά κάποιαν γυναίκα, του ὡμίλησε πολύ ἐπιτιμητικά καί αὐστηρά, ἄν καί ἧτο καί τότε αἰτία ἡ ἄγνοια. Διότι καί ἐκεῖνος[5] ἀπό ἄγνοιαν συνευρέθη μέ τήν Σάρραν. Παρά ταῦτα τόν ἐπέπληξεν. Ἐδῶ ὅμως ἐνεργεῖ μέ ἤπιον τρόπον. Διότι ἡ θεία οἰκονομία ἀπέβλεπεν εἰς πολύ εὐρύτερους σκοπούς καί ἧτο μεγάλη ἡ διαφορά μεταξύ τῶν δύο ἀνδρῶν. Διά τοῦτο δέν ἐχρειάζετο οὔτε ἐπίπληξις.

Ἡ φράσις, «Μή φοβηθῇς», ἀποδεικνύει ὅτι ὁ Ἰωσήφ ἐφοβεῖτο μήπως δυσαρεστήση τόν Θεόν, ἄν συγκατοικῇ μέ μοιχαλίδα. Διότι, ἄν δέν ὑπῆρχεν αὐτός ὁ φόβος, οὔτε θά διενοεῖτο νά τήν ἀποπέμψῃ. Κάμνει λοιπόν φανερόν μέ ὅλας αὐτάς τάς ἐνεργείας του ὁ ἄγγελος, μέ τό ὅτι δηλ. παρουσίασε καί ἐφανέρωσεν ὅλα ὅσα ἐσκέφθη καί ὅσα ἐσυλλογίσθη ὁ Ἰωσήφ, ὅτι εἶναι ἀπεσταλμένος τοῦ Θεοῦ. Καί ἀφοῦ εἶπε τό ὄνομα τῆς Παρθένου, δέν ἐσταμάτησεν εἰς αὐτό, ἀλλά ἐπρόσθεσε· «Τήν γυναῖκά σου». Δέν θά τήν ἐχαρακτήριζεν ἔτσι, ἄν εἶχε γίνει ἀνήθικη. Γυναίκα ὀνομάζει ἐδῶ τήν μνηστήν. Συνηθίζει ἐπίσης ἡ Ἁγία Γραφή νά ἀποκαλῇ γαμβρούς καί τούς μνηστευμένους, προτοῦ νά γίνῃ ὁ γάμος των.
Ἀλλά τί σημαίνει «Παραλαβεῖν»; Νά τήν κρατήσῃ εἰς τό σπίτι του. Διότι τήν εἶχεν ἤδη ἀπομακρύνει μέ τήν σκέψιν του. Αυτήν, λέγει, τήν ὁποίαν ἔχεις ἀπομακρύνει, τήν ὁποίαν σοῦ παραδίδει ὁ Θεός καί ὄχι οἱ γονεῖς της, νά τήν κρατήσῃς. Καί σοῦ τήν παραδίδει ὄχι διά γάμον, ἀλλά διά νά συγκατοικῇς. Καί σοῦ τήν παραδίδει μέ τήν ἰδικήν μου φωνήν. Ὅπως τήν παρέδωσε καί ὁ Χριστός ἀργότερα εἰς τόν μαθητήν του, ἔτσι τήν παραδίδει καί ὁ ἄγγελος τώρα εἰς τόν Ἰωσήφ. Ἔπειτα ὡμίλησεν ἐμμέσως διά τό ζήτημα καί δέν ἔκαμε λόγον διά τήν καχυποψίαν, ἀλλά ἀπήλλαξε τήν Παρθένον μέ τρόπον εὐγενή καί διακριτικόν ἀπό τήν κατηγορίαν διά τήν ἐγκυμοσύνην της καί ἔδειξεν ὅτι, διά τόν λόγον, τόν ὁποῖον ἐφοβεῖτο καί ἤθελε νά τήν ἀποπέμψῃ, δι' αὐτόν ἀκριβῶς ἔπρεπε νά τήν παραλάβῃ καί νά τήν κρατήσῃ εἰς τό σπίτι του. Με αυτόν τον τρόπον διέλυσε πλήρως τήν αγωνίαν τοῦ Ἰωσήφ. Διότι, λέγει, όχι μόνον δέν εἶναι ἔνοχος διά παράνομον συνεύρεσιν, ἀλλά ἔμεινεν ἔγκυος μέ ὑπερφυσικόν τρόπον. Διά τοῦτο πρέπει ὄχι ἁπλῶς νά ἀποβάλῃς τόν φόβον, ἀλλά καί νά αἰσθάνεσαι μεγάλην χαράν· «Τό γάρ ἐν αὐτῇ γεννηθέν ἐκ Πνεύματός ἐστιν ἁγίου».
Τά λόγια αὐτά εἶναι παράδοξα, εὐρίσκονται πέραν ἀπό τήν ἀνθρωπίνην λογικήν καί ἐπάνω ἀπό τούς φυσικούς νόμους. Πῶς θά τά πιστεύσῃ ὅμως ὁ ἄνθρωπος, ὁ ὁποῖος τά ἀκούει διά πρώτην φοράν; Ἀπό τά περασμένα, λέγει, ἀπό ὅσα τοῦ ἀπεκάλυψεν ὁ ἄγγελος. Διότι δι' αὐτόν τόν λόγον τοῦ ἀπεκάλυψεν ὅσα ἐσυλλογίσθη, ὅσα ὑπέφερεν, ὅσα ἐφοβήθη, ὅσα ἐσκέφθη νά κάμῃ, διά νά βεβαιωθῇ ἀπό αὐτά διά τό παρόν ζήτημα. Καί δέν τόν πείθει μόνον ἀπό τά περασμένα, ἀλλά καί ἀπό τά μέλλοντα. «Τέξεται δέ», λέγει, «υἱόν καί καλέσεις τό ὄνομα αὐτοῦ Ἰησοῦν».
Μή νομίσῃς λοιπόν ὅτι, ἐπειδή ἐγεννήθη ἀπό τό Ἅγιον Πνεῦμα, δέν ἔχεις καθῆκον νά τοῦ προσφέρης τάς ὑπηρεσίας σου ὡς οἰκογενειάρχης. Διότι, ἄν καί δέν συνέβαλες καθόλου εἰς τήν γέννησιν, ἄν καί ἡ Παρθένος παρέμεινε παρθένος, σοῦ δίδω τό δικαίωμα, τό ὁποῖον ἀνήκει εἰς τόν πατέρα καί δέν θίγει τήν ἰδιότητα τῆς παρθένου, νά δώσῃς τό ὄνομα εἰς τὀ νεογέννητον. Ἐσύ λοιπόν θά τοῦ δώσῃς τό ὄνομα. Διότι, ἀν καί δέν εἶναι παιδί σου, θά ἐνεργῇς ὡς πατέρας του. Διά τοῦτο σοῦ ἀναθέτω νά τοῦ δώσῃς τό ὄνομα, διά νά σέ συνδέσω ἀμέσως μέ τό νεογέννητον. Ἄκουσε τώρα μέ πόσην ἀκρίβειαν ἐτακτοποίησε τά ὑπόλοιπα, διά νά μή νομίσῃ κανείς ὅτι ὁ Ἰωσήφ εἶναι πατέρας. «Τέξεται», λέγει, «υἱόν». Θα γεννήση υἱόν. Δέν εἶπε, θά σοῦ γεννήσῃ, ἀλλά ἁπλῶς, «Τέξεται», καί τό ἄφησεν ἀόριστον. Διότι δέν θά ἐγεννοῦσε δι' αὐτόν, ἀλλά διά ὁλόκληρον τήν οἰκουμένην.
7. Διά τοῦτο ἔφερε καί τό ὄνομα ὁ ἄγγελος ἀπό τούς οὐρανούς καί ἔδειξε καί μέ τήν ἐνέργειαν αὐτήν, μέ τό νά ἀποστείλῃ ὁ Θεός ἀπό τούς οὐρανούς διά τοῦ ἀγγέλου εἰς τόν Ἰωσήφ τό ὄνομα, ὅτι ἡ ἐγκυμοσύνη ὀφείλεται εἰς θαῦμα. Διότι καί τό ὄνομα ἀκόμη δέν ἧτο κάτι τό ἀσήμαντον, ἀλλά εἶναι θυσαυροφυλάκιον ἀπείρων ἀγαθῶν. Διά τοῦτο τό ἐρμηνεύει ὁ ἄγγελος καί δημιουργεῖ ἀγαθάς ἐλπίδας καί βοηθεῖ αὐτόν καί μέ αὐτόν τόν τρόπον νά σκεφθῇ. Διότι ἐπηρεαζόμεθα συνήθως ἀπό αὐτά. Διά τοῦτο συνήθως πιστεύομεν περισσότερον μέ τήν βοήθειαν καί αὐτῶν. Ἀφοῦ ἐνίσχυσε τήν πίστιν του μέ ὅλα αὐτά, μέ τά παρελθόντα, μέ τά μέλλοντα, μέ τά παρόντα, μέ τήν τιμήν πού τοῦ ἔκαμε, παρουσιάζει καί τόν προφήτην εἰς τήν κατάλληλον στιγμήν νά ἐπικυρώνῃ ὅλα αὐτά. Προτοῦ νά τόν παρουσιάσῃ ὅμως, προλέγει τά ἀγαθά πού θά κερδίσῃ ἡ οἰκουμένη διά τοῦ Ἰησοῦ. Καί ποῖα εἶναι αὐτά; Ἀπαλλαγή ἀπό τάς ἁμαρτίας καί κατάργησις αὐτῶν. «Αὐτός γάρ», λέγει, «σώσει τόν λαόν αὐτοῦ ἀπό τῶν ἀμαρτιῶν αὐτῶν».
Καί μέ τά λόγια αὐτά ὑποδηλώνεται τό θαῦμα. Διότι δέν ὑπόσχεται ἀπαλλαγήν ἀπό πολέμους ἤ ἀπό βαρβάρους, ἀλλά κάτι τό πολύ σημαντικώτερον ἀπαλλαγήν ἀπό τάς ἀμαρτίας. Αὐτό κανείς δέ τό κατώρθωσε ποτέ προηγουμένως. Ἀλλά διά τί, θά ἔλεγε κανείς, εἶπε «Τόν λαόν αὐτοῦ» καί δέν εἶπεν ὅλους τούς λαούς; Διά νά μή κάμη διστακτικόν τόν ἀκροατήν του ἐκείνην τήν στιγμήν. Ἀλλά διά τόν συνετόν ἀκροατήν ἀνεφέρετο εἰς ὅλους τούς λαούς. Διότι λαός του δέν εἶναι μόνον οἱ Ἰουδαῖοι, ἀλλά καί ὅλοι ὅσοι πιστεύουν καί δέχονται τήν διδασκαλίαν του.
Πρόσεξε πῶς μᾶς ἐφανέρωσε τήν ἐξουσίαν του μέ τό νά χαρακτηρίσῃ λαόν του τόν Ἰουδαϊκόν λαόν. Ὁ λόγος αὐτός δέν ἀποδεικνύει τίποτε ἄλλο, παρά ότι ὁ γεννώμενος εἶναι υἱός τοῦ Θεοῦ καί ὅτι ὁμιλεῖ πρός αὐτόν διά τόν βασιλέα τῶν οὐρανῶν. Διότι κανείς ἄλλος ἐκτός ἀπό τόν Θεόν δέν ἔχει τήν δύναμιν νά συγχωρῇ ἁμαρτίας.
Ἀφοῦ λοιπόν εὐεργετήθημεν τόσον πολύ, ἄς κάμνωμεν τό πᾶν, ὥστε νά μή φαινώμεθα ἀχάριστοι πρός τόσην εὐεργεσίαν. Διότι, ἀφοῦ ἡ διαγωγή μας ἄξιζε νά μᾶς ὁδηγήσῃ εἰς τήν κόλασιν πρίν ἀπό αὐτήν τήν πρωτοφανή εὐεργεσίαν, θά ἀξίζῃ πολύ περισσότερον μετά ἀπό αὐτήν.
Αὐτά δέν τά λέγω ἄνευ σοβαροῦ λόγου, ἀλλά τά λέγω, ἐπειδή βλέπω ὅτι πολλοί γίνονται μετά τό βάπτισμα περισσότερον ἀδιάφοροι ἀπό τούς ἀβαπτίστους καί στεροῦνται τῶν βασικῶν χαρακτηριστικῶν τοῦ Χριστιανοῦ. Διά τοῦτο δέν εἶναι δυνατόν νά γνωρίσῃ κανείς ἀμέσως οὔτε εἰς τήν ἀγοράν οὔτε εἰς τήν ἐκκλησίαν ποῖος εἶναι καί ποῖος δέν εἶναι πιστός, ἐκτός ἄν προσέξῃ κανείς κατά τήν ὥραν τῆς τελέσεως τῶν μυστηρίων καί ἰδῇ ἄλλους νά ἐξέρχωνται καί ἄλλους νά παραμένουν μέσα.

Ἔπρεπεν ὅμως νά διακρίνωνται ἀπό τούς τρόπους των, ὄχι ἀπό τόν τόπον. Διότι ὀρθῶς τά κοσμικά ἀξιώματα γίνονται ὁλοφάνερα ἀπό ἐξωτερικά τεκμήρια. Ἡ ἰδική μας ἀξία ὅμως πρέπει νά πηγάζῃ ἀπό τήν ψυχήν. Διότι ὁ πιστός πρέπει νά διακρίνεται ὄχι μόνον ἀπό τήν συμμετοχήν εἰς τά μυστήρια, ἀλλά καί ἀπό τήν ἀνακαίνισιν τῆς ζωῆς του. Ὁ πιστός πρέπει νά εἶναι πηγή φωτός καί ἅλας τοῦ κόσμου.


Ὅταν ὅμως δέν εἶσαι εἰλικρινής οὔτε μέ τόν ἑαυτόν σου καί ὅταν δέν περιορίζης τήν γάγγραιναν ἀπό ποῦ θά σέ γνωρίσωμεν τέλος πάντων; Ἀπό τό ὅτι ἔλαβες τυπικῶς μέρος εἰς τό μυστήριον τῆς θείας εὐχαριστίας; Αὐτό ὅμως καταλήγει νά εἶναι αἰτία τιμωρίας σου. Διότι τά μεγαλύτερα ἀξιώματα ἐπισύρουν μεγαλυτέραν ποινήν δι' ἐκείνους οἱ ὁποῖοι ἐπιλέγουν τρόπον ζωῆς ἀνάξιον τοῦ ἀξιώματός των.


Πρέπει λοιπόν νά ἀκτινοβολῇ ὁ πιστός ὄχι μόνον μέ ὅσα τοῦ ἔδωσεν ὁ Θεός, ἀλλά καί μέ ὅσα ἐπιτελεῖ ὁ ἴδιος, καί νά διακρίνεται ἀπό τά πάντα, άπό τό βάδισμα, ἀπό τό βλέμμα, ἀπό τήν ἐμφάνισιν, ἀπό τήν ὁμιλίαν. Αὐτά τά λέγω διά νά ἐπιδιώκωμεν εἰς τήν ζωήν μας ὄχι τήν ἐπίδειξιν, ἀλλά τήν ὠφέλειαν ἐκείνων πού μᾶς βλέπουν. Τώρα ὅμως, ἀπό ὅποιαν ἐκδήλωσίν σου ζητήσω νά γνωρίσω τήν νοοτροπίαν σου, σέ εὑρίσκω πάντοτε νά ἐκδηλώνεσαι μέ τά ἀντίθετα.


Ἄν π.χ. θελήσω νά σέ κρίνω μέ κριτήριον τόν τόπον, σέ εὑρίσκω νά διέρχεσαι τήν ἡμέραν σου εἰς ἱπποδρόμια καί θέατρα καί ἁμαρτωλούς τόπους, εἰς ἐπιλήψιμους συγκεντρώσεις εἰς τήν ἀγοράν καί εἰς συναναστροφάς μέ διεφθαρμένους ἀνθρώπους· ἄν σέ κρίνω μέ κριτήριον τό ὕφος τοῦ προσώπου σου, σέ βλέπω νά καγχάζῃς συνεχῶς καί νά εἶσαι ἀφηρημένος ὡσάν γελοία καί ἐγκαταλελειμμένη ἑταίρα.


Ἄν ἀπό τά ἐνδύματά σου, σέ βλέπω νά μή εὑρίσκεσαι εἰς καλυτέραν κατάστασιν ἀπό τούς θεατρίνους· ἄν ἀπό τούς συνοδούς σου, ἔχεις κοντά σου παρασίτους καί κόλακας· ἄν ἀπό τα λόγια σου, δέν σέ ἀκούω νά λέγῃς κάτι τό συνετόν, οὔτε τό ἀπαραίτητον, οὔτε τό σπουδαῖον διά τήν ζωήν μας. Ἄν ἀπό τά φαγητά σου, ἡ ἐπίκρισις εἰς τόν τομέα αὐτόν θά εἶναι μεγαλυτέρα.
8. Ἀπό τί λοιπόν, ἀπάντησέ μου, θά ἠμπορέσω νά ἀναγνωρίσω ἐσένα τόν πιστόν, ἀφοῦ ὅλα τά παραπάνω βεβαιώνουν τό ἀντίθετον; Ἀλλά διατί ὁμιλῶ περί πιστοῦ; Ἀφοῦ δέν ἠμπορῶ νά ἐννοήσω μετά βεβαιότητος ἄν εἶσαι ἄνθρωπος. Ὅταν λακτίζῃς ὡσάν ὄνος καί πηδᾷς ὅπως ὁ ταῦρος καί χρεμετίζῃς διά τάς γυναίκας ὅπως ὁ ἵππος καί εἶσαι λαίμαργος ὅπως ἡ ἄρκτος καί παχύνης τό σώμα σου ὡσάν ἡμίονος καί μνησικακῇς ὡσάν καμήλα καί ἀρπάζῃς ὅπως ὁ λύκος, ὀργίζεσαι ὅπως ὁ ὄφις, δαγκώνῃς ὅπως ὁ σκορπιός, εἶσαι ὕπουλος ὅπως ἡ ἀλεποῦ, ἔχῃς μέσα εἰς τήν ψυχήν σου δηλητήριον ὅπως ἡ κόμπρα καί ἡ ἔχιδνα καί διεξάγῃς πόλεμον κατά τῶν ἀδελφῶν σου ὅπως ὁ πονηρός ἐκεῖνος διάβολος, πῶς εἶναι δυνατόν νά σέ ὑπολογίζω μεταξύ τῶν ἀνθρώπων, ἀφοῦ βλέπω νά ἔχῃς αὐτοῦ τοῦ εἴδους τά χαρακτηριστικά; Ἐνῶ ἀναζητῶ τήν διαφοράν μεταξύ πιστοῦ καί κατηχουμένου, ὑπάρχει κίνδυνος νά μή εὕρω διαφοράν μεταξύ ἀνθρώπου καί θηρίου. Τί νά σέ ὀνομάσω λοιπόν; Θηρίον; Τά θηρία ὅμως ἔχουν ἕνα ἀπό αὐτά τά ἐλαττώματα.

Ἐσύ, ἀντιθέτως, ἀφοῦ τά συνεκέντρωσες ὅλα μαζί, προχωρεῖς πέραν ἀπό τήν ζωώδη κατάστασιν ἐκείνων. Νά σέ ἀποκαλέσω σατανᾶν; Ἀλλά ὁ σατανᾶς οὔτε κοιλιόδουλος εἶναι οὔτε εἶναι ἐρωτευμένος μέ τά χρήματα. Ἀπάντησέ μου λοιπόν. Πῶς θά σέ ἀποκαλῶ ἄνθρωπον, ὅταν ἔχῃς περισσότερα ἐλαττώματα ἀπό τά θηρία καί ἀπό τόν σατανᾶν; Καί ἄν δέν εἶναι δυνατόν νά σέ λέγω ἄνθρωπον, πῶς θά σέ ἀποκαλέσω πιστόν;


Καί τό χειρότερον εἶναι βεβαίως ὅτι, ἐπειδή ἔχομεν τόσην κακίαν, δέν ἀντιλαμβανόμεθα ὅτι ἡ ψυχή μας ἔχασε τήν ὀμορφιάν της, οὔτε κατανοοῦμεν τήν ἀσχήμιαν της. Ἀλλά ὅταν εὑρίσκεσαι εἰς τό κουρεῖον καί περιποιεῖσαι τήν κόμην σου, παίρνεις τόν καθρέπτην καί ἐξετάζεις μέ μεγάλην προσοχήν τήν γενικήν εἰκόνα τῶν μαλλιῶν σου καί ἐρωτᾶς τούς παρευρισκομένους καί τόν κουρέα τόν ἴδιον ἐάν ἐτακτοποίησεν ὡραῖα τό ἔμπρόσθιον τμῆμα της. Καί, ἄν καί εἶσαι γέρος, δέν ἐντρέπεσαι νά ἐπιδιώκῃς συχνά νεανικήν ἐμφάνισιν. Καί δέν ἀντιλαμβανόμεθα καθόλου ὅτι ἡ ψυχή μας δέν ἔχασεν ἁπλῶς τήν ὀμορφιάν της, ἀλλά ἔγινε θηριόμορφος, ἔγινε, κατά τόν εἰδωλολατρικόν μῦθον, Σκύλλα ἤ Χίμαιρα. Ἄν καί ὑπάρχει βεβαίως καί διά τήν περίπτωσιν αὐτήν πνευματικός καθρέπτης, καί μάλιστα πολύ καλύτερος ἀπό τόν ἄλλον καί χρησιμώτερος. Διότι δέν δείχνει μόνον ἄν ἔχασε τήν ὀμορφιάν της, ἀλλά, ἄν θέλωμεν, τῆς δίδει καί κάλλος ἀπίστευτον.
Ὁ καθρέπτης αὐτός εἶναι ἡ μνήμη τῶν ἐναρέτων ἀνθρώπων καί ἡ ἱστορία τῆς ἀναμαρτήτου ζωῆς των, ἡ ἀνάγνωσις τῶν Γραφῶν, οἱ νόμοι, τούς ὁποίους μᾶς ἔδωσεν ὁ Θεός. Ἄν θελήσῃς νά ρίψῃς ἕνα μόνον βλέμμα εἰς τάς εἰκόνας τῶν ἁγίων ἐκείνων, θά ἀντιληφθῇς τήν ἀσχήμιαν τοῦ χαρακτήρος σου καί, ὅταν τήν ἀντιληφθῇς, δέν θά σοῦ χρειασθῇ πλέον τίποτε ἄλλο διά νά ἀπαλλαγῇς ἀπό τήν ἀσχήμιαν αὐτήν. Μᾶς εἶναι λοιπόν ὠφέλιμος ὁ καθρέπτης καί κάμνει εὔκολην τήν βελτίωσιν.
Ἄς μή διατηρήσῃ λοιπόν κανείς τήν μορφήν θηρίου. Διότι, πῶς εἶναι δυνατόν ὁ ἄνθρωπος, ὅταν γίνῃ θηρίον, νά διαβῇ τήν πύλην τοῦ οὐρανοῦ, ἀφοῦ δέν ἔχει τό δικαίωμα ὁ δοῦλος νά εἰσέλθῃ εἰς τό σπίτι τοῦ κυρίου του; Ἀλλά διατί ὁμιλῶ περί θηρίου; Αὐτός ὁ ἄνθρωπος εἶναι χειρότερος ἀπό θηρίον. Διότι ἐκείνα, ἄν καί εἶναι ἐκ φύσεως ἄγρια, ἐξημερώνονται πολλές φορές, ἄν τά ἐκπαιδεύσῃ καλῶς ὁ ἄνθρωπος. Τί θά ἀπολογηθῇς ὅμως ἐσύ, ὁ ὁποῖος μετέβαλες τήν θηριώδη φύσιν τῶν εἰς ἡμερότητα παρά τήν φύσιν των, καί τήν ἰδικήν σου φυσικήν ἡμερότητα εἰς ἀφύσικην θηριωδίαν; Ὁ ὁποῖος ἀνέδειξες ἥμερον τό ἐκ φύσεως ἄγριον, παρά τήν φύσιν δέ ἄγριον τόν ἑαυτόν σου, τόν ἐκ φύσεως ἥμερον; Ὁ ὁποῖος δαμάζεις τόν λέοντα καί τόν κάμνεις ὑποχείριόν σου καί κάμνεις τόν ψυχικόν σου κόσμον ἀγριώτερον ἀπό τοῦ λέοντος; Ἄν καί εἰς τήν περίπτωσιν τοῦ θηρίου ὑπάρχουν δύο ἐμπόδια. Καί λογικήν δέν ἔχει καί εἶναι ἀσυγκράτητον. Ἐσύ ὅμως, μέ τήν περίσσειαν τῆς λογικῆς, πού ὁ Θεός σοῦ ἔδωσε, νικᾷς ἀκόμη καί τήν φύσιν. Ἀφοῦ λοιπόν νικᾷς ἀκόμη καί τήν φύσιν τῶν θηρίων, πῶς, ὅταν πρόκειται διά τόν ἑαυτόν σου, γίνεσαι προδότης ὄχι μόνον τῆς φύσεώς σου, ἀλλά καί τοῦ ψυχικού σου κάλλους; Ἄν σέ προέτρεπα νά σωφρονίσῃς ἄλλον ἄνθρωπον, θά εἶχα τήν γνώμην ὅτι καί εἰς τήν περίπτωσιν αὐτήν δέν σοῦ ἀνέθετα κάτι ἀδύνατον. Θα εἶχες ὅμως τό δικαίωμα νά ἐπικαλεσθῇς τό ἐπιχείρημα ὅτι δέν ἐξουσιάζεις ἐσύ τήν νοοτροπίαν τοῦ ἄλλου καί ὅτι δέν ἐξαρτώνται τά πάντα ἀπό σέ. Τώρα ὅμως σέ προτρέπω νά δαμάσῃς τό ἰδικόν σου θηρίον καί ἐκείνο, τό ὁποῖον ἔχεις ὑπό τήν ἐξουσίαν σου.

9. Τί ἔχεις λοιπόν νά ἀπολογηθῇς καί ποίαν εὐλογοφανῆ δικαιολογίαν θά ἠμπορέσῃς νά ἐπικαλεσθῇς, ἀφοῦ κάμνεις ἄνθρωπον τόν λέοντα καί δέν σέ ἐνοχλεῖ ὅτι γίνεσαι ἀπό ἄνθρωπος λέων; Ἀφοῦ δίδῃς εἰς ἐκείνον χαρίσματα ἀνώτερα ἀπό τήν φύσιν του καί δέν διατηρῇς διά τόν ἑαυτόν σου οὔτε ὅσα σοῦ ἔδωσεν ἡ φύσις; Ἀφοῦ ἀγωνίζεσαι νά ὑψώσῃς τά ἄγρια θηρία εἰς τήν ἰδικήν μας ἀνωτέραν φύσιν, ἀπομακρύνεις τόν ἑαυτόν σου ἀπό τόν θρόνον τῆς βασιλείας καί τόν ὠθεῖς πρός τήν ἀγριότητα τῶν θηρίων;
Νόμισε λοιπόν, σέ παρακαλῶ, ὅτι ὁ ψυχικός σου κόσμος εἶναι θηρίον. Καί φρόντισε τόσον τόν ἑαυτόν σου, ὅσον φροντίζουν ἄλλοι τόν λέοντα, καί ἐξημέρωσε καί ἐξευγένισε τόν λογισμόν σου. Διότι αὐτός ἔχει φοβερά δόντια καί νύχια καί, ἄν δέν τόν ἐξημέρωσῃς, θά καταστρέψῃ τά πάντα. Διότι οὔτε ὁ λέων οὔτε ἡ ἔχιδνα ἔχει τήν δύναμιν νά κατασπαράζῃ τά σπλάχνα σου, ὅσον τήν ἔχουν τά πάθη σου, τά ὁποῖα ἀγωνίζονται συνεχῶς μέ σιδηρένιους ὄνυχας. Αὐτά δέν βλάπτουν μόνον τό σῶμα, ἀλλά καταστρέφουν καί τήν ὑγείαν τῆς ψυχῆς, κατατρώγουν, κατασπαράσσουν, διαλύουν ὅλην τήν δύναμίν της καί τήν καθιστοῦν γενικῶς ἄχρηστην. Ἀφοῦ δυσκολεύεται ἀκόμη καί νά ἀναπνέῃ κανείς, ὅταν ὑπάρχουν σκουλήκια εἰς τόν ὀργανισμόν του, διότι σπαταλᾶται ἀδίκως ὅ,τι ἔχει μέσα του, πῶς θά ἠμπορέσωμεν ἐμεῖς νά δημιουργήσωμεν κάτι τό σπουδαῖον, ἄν ἔχωμεν μέσα μας μίαν τόσον μεγάλην ἔχιδναν - τά πάθη ἐννοῶ -, πού κατατρώγει ὅλην μας τήν ψυχήν;
Πῶς θά ἀπαλλαγοῦμεν λοιπόν ἀπό αὐτό τό σαράκι; Ἄν πιοῦμεν φάρμακον, ποῦ ἔχει τήν δύναμιν νά νεκρώνῃ τά σκουλήκια καί τά φίδια πού ἔχομεν μέσα μας, θά ἐρωτούσατε· Ποῖον εἶναι τό φάρμακον, πού ἔχει τήν δύναμιν αὐτήν; Τό τίμιον αἶμα τοῦ Χριστοῦ, ἄν τό πάρωμεν μέ εἰλικρίνειαν. Αὐτό ἔχει ἀσφαλῶς τήν δύναμιν νά ἐξαλείψῃ κάθε ἀρρώστιαν καί μαζί μέ αὐτό ἡ προσεκτική ἀκρόασις τῶν θείων Γραφῶν καί ἡ φιλανθρωπία πού θά συνοδεύσῃ τήν ἀκρόασιν αὐτήν. Μέ ὅλα αὐτά λοιπόν θά καταστῇ δυνατόν νά νεκρωθοῦν τῆς ψυχῆς μας τά πάθη. Καί τότε μόνον θά ζήσωμεν.

Διότι τώρα εὑρισκόμεθα εἰς κατάστασιν χειροτέραν ἀπό τούς νεκρούς. Διότι δέν εἶναι δυνατόν νά ζῶμεν ἐμεῖς ἐφ' ὅσον ζοῦν τά πάθη μας, ἀλλά τό ἀποτέλεσμα θά εἶναι νά ἀποθάνωμεν. Καί ἄν δέν προφθάσωμεν νά τά ἐξολοθρεύσωμεν εἰς τήν παροῦσαν ζωήν, θά μᾶς ἐξολοθρεύσουν ἐκεῖνα εἰς τήν μέλλουσαν. Τό ὀρθότερον ὅμως εἶναι ὅτι θά μᾶς ἐπιβάλουν ἐδῶ, προτοῦ νά φθάσωμεν εἰς τόν θάνατον, βαρυτάτην ποινήν.


Διότι κάθε πάθος τῆς ψυχῆς μας εἶναι σκληρόν καί τυραννικόν καί ἀχόρταγον καί δέν παύει ποτέ νά μᾶς καταβροχθίζῃ κάθε ἡμέραν. Διότι τά δόντια τῶν παθῶν εἶναι δόντια λεόντων ἤ μᾶλλον εἶναι πολύ χειρότερα. Διότι, μόλις χορτάσῃ ὁ λέων, ἀπομακρύνεται ἀπό τό πτῶμα, τό ὁποῖον συνήντησε. Τά πάθη τῆς ψυχῆς μας ὅμως δέν χορταίνουν ποτέ, οὔτε ἀπομακρύνονται, ἕως ὅτου κάμουν ἀκόλουθον τοῦ σατανᾶ τόν ἄνθρωπον, τόν ὁποῖον ᾐχμαλώτισαν.


Τόσον μεγάλη εἶναι ἡ δύναμίς των, ὥστε νά ἀπαιτοῦν ἀπό τούς ὑποχειρίους των τήν ἰδίαν ὑποταγήν, τήν ὁποίαν ἔδειξεν ὁ Παῦλος πρός τόν Χριστόν καί περιεφρόνησε πρός χάριν του τόσον τήν χειροτέραν τιμωρίαν, ὅσον καί τά μεγαλύτερα ἀξιώματα. Διότι, ἄν κάποιος κυριευθῇ ἀπό ἔρωτα πρός κάποιον ὑλικόν ἀγαθόν ἤ πρός τά χρήματα ἤ πρός τήν δόξαν, καί τήν αἰωνίαν κόλασιν περιγελᾷ καί τήν βασιλείαν τοῦ Θεοῦ περιφρονεῖ, διά νά ἐκτελέσῃ τάς ἐντολάς τῶν παθῶν του. Δέν πρέπει λοιπόν νά ἀμφιβάλλωμεν ἐάν λέγῃ ὁ Παῦλος ὅτι ἠγάπησε τόσον τόν Χριστόν.


Διότι δέν ἔχομεν βεβαίως τό δικαίωμα νά ἀμφιβάλλωμεν, ὅταν εὑρίσκωνται ἄνθρωποι, πού γίνονται τόσον δοῦλοι τῶν παθῶν των. Ἡ ἀγάπη μας πρός τόν Χριστόν γίνεται μικροτέρα διά τόν ἑξῆς λόγον. Διότι ἐξοδεύεται ὅλη ἡ δύναμίς της εἰς τήν ἀγάπην τῶν παθῶν καί γινόμεθα ἄρπαγες καί πλεονέκται καί δοῦλοι τῆς ματαιοδοξίας μας. Ὑπάρχει τίποτε περισσότερον ἐξευτελιστικόν ἀπό αὐτό; Καί ἄν καταλάβῃς μύρια κοσμικά ἀξιώματα, δέν θά γίνῃς καλύτερος ἀπό τούς ἀνυπολήπτους, ἀλλά, ἕνεκα ἀκριβῶς τῶν ἀξιωμάτων, θά γίνῃς περισσότερον ἀνυπόληπτος. Διότι ὅταν σέ περιγελοῦν ὅσοι συνηθίζουν νά σέ ἐπαινοῦν καί νά σέ ἐξυμνοῦν, ἐπειδή ἀκριβῶς σέ εὐχαριστεῖ τοῦτο, πῶς εἶναι δυνατόν νά μή καταλήξῃ εἰς τό ἀντίθετον αὐτή ἡ προσπάθειά σου;


10. Ἡ ἐνέργεια αὐτή εἶναι ἀσφαλῶς κατηγορία. Ὅπως π.χ. ἄν ἐπαινῇ κανείς ἤ κολακεύῃ ἐκεῖνον πού ἔχει κλίσιν εἰς τήν μοιχείαν ἤ τήν πορνείαν, γίνεται μέ αὐτόν ἀκριβῶς τόν τρόπον περισσότερον κατήγορος παρά ἐπαινέτης τοῦ ἀνηθίκου αὐτοῦ, ἔτσι κατηγοροῦμεν μᾶλλον παρά ἐπαινοῦμεν ὅλοι τούς μικροφιλοδόξους ὅταν τούς ἐπαινοῦμεν. Διατί λοιπόν παρασύρεσαι, ἀφοῦ σοῦ συμβαίνει συνήθως τό ἀντίθετον; Ἄν θέλῃς ἑπομένως νά ἔχης πραγματικήν δόξαν, περιφρόνησε τήν δόξαν καί θά δοξασθῇς περισσότερον ἀπό τόν καθένα. Διατί παθαίνεις ὅ,τι ἔπαθεν ὁ Ναβουχοδονόσορ; Καί ἐκεῖνος, ὡς γνωστόν, ἔστησεν ἄγαλμα, διότι ἐνόμιζεν ὅτι θά κερδίσῃ δόξαν ἀπό τό ξύλον καί ἀπό τό ἄψυχον εἴδωλον καί, ἔμψυχος αὐτός, ἐστηρίζετο εἰς κάτι τό ἄψυχον διά νά ἀποκτήσῃ περισσοτέραν δόξαν. Εἶδες εἰς ποίαν ὑπερβολήν ὡδήγησεν ἡ παραφροσύνη; Ἐνῷ εἶχε τήν ἐντύπωσιν ὅτι τιμᾶ τόν ἑαυτόν του, μᾶλλον τόν ἐμείωσεν. Διότι, δέν εἶναι γελοῖος ὅταν ἀποδεικνύεται ὅτι ἔχει περισσοτέραν ἐμπιστοσύνην εὶς τό ἄψυχον παρά εἰς τόν ἑαυτόν του καί τήν ζῶσαν ψυχήν του καί διά τοῦτο τιμᾷ τόσον πολύ τό ξύλον, καί ὅταν φροντίζῃ νά ὑπερηφανεύεται διά τά ξύλα καί ὄχι διά τόν χαρακτῆρα του; Ὅμοια θά ἐπάθαινε κανείς, ἄν ἔκρινεν ὄτι πρέπει νά καμαρώνῃ περισσότερον διά τήν αὐλήν τοῦ σπιτιοῦ του ἤ διά τήν ὡραίαν κλίμακά του, παρά διά τό ὅτι εἶναι ἄνθρωπος.
Αυτόν τόν μιμοῦνται πολλοί καί εἰς τήν ἐποχήν μας. Διότι νομίζουν ὅτι πρέπει νά τούς θαυμάζωμεν ἕνεκα τῆς οἰκίας των καί ἕνεκα τῶν ἐνδυμάτων των, ἕνεκα τῶν ἁμαξιῶν καί τῶν ἀλογων των καί ἕνεκα τῶν κιόνων τῶν οἰκιῶν των, ὅπως ἐκεῖνος ἕνεκα τοῦ ἀγάλματος[6]. Ἐπειδή ἔχασαν τόν ἀνθρωπισμόν των, περιφέρονται καί προσπαθοῦν νά εὕρουν ἀλλοῦ τήν γελοίαν δόξαν.

Ἀλλά οἱ γενναῖοι καί μεγάλοι λάτρεις τοῦ Θεοῦ ἐδοξάσθησαν ὄχι μέ αὐτόν τόν τρόπον, ἀλλά μέ τά ἠθικά ἔργα των. Αἰχμάλωτοι μάλιστα καί δοῦλοι καί νέοι καί ξένοι καί ἄνθρωποι, οἱ ὁποῖοι ἐστεροῦντο τῶν πάντων, ἀνεδείχθησαν τότε πολύ περισσότερον ἀξιοσέβαστοι ἀπό ἐκεῖνον ὁ ὁποῖος εἶχεν ὅλα ὅσα ἀνέφερα παραπάνω.


Καί διά μέν τόν Ναβουχοδονόσορα δέν ἦσαν ἀρκετά οὔτε τό τεράστιον ἄγαλμα, οὔτε οἱ σατράπαι, οὔτε οἱ στρατηγοί, οὔτε ὁ πολυπληθής στρατός του, οὔτε ἡ μεγάλη ποσότης τοῦ χρυσοῦ, οὔτε αἱ ἄλλαι ἐπιδεικτικαί ἐνέργειαί του νά ἱκανοποιήσουν τήν ἐπιθυμίαν του καί νά τόν ἀναδείξουν μεγάλον. Δι' αὐτούς ὅμως, οἱ ὁποῖοι ἦσαν γυμνοί ἀπό ὅλα αὐτά, ἦτο ἀρκετή μονάχη ἡ ἀφοσίωσίς των εἰς τόν Θεόν καί ἀνέδειξεν αὐτούς, πού δέν διέθεταν τίποτε ἀπό αὐτά, τόσον ἐνδοξοτέρους ἀπό τόν κάτοχον αὐτόν τοῦ στέμματος καί τῆς βασιλικῆς πορφύρας καί ἄλλων πολλῶν καί ἰσαξίων, ὅσον εἶναι ὁ ἥλιος λαμπρότερος ἀπό τό μαργαριτάρι.


Διότι, ἄν καί ἦσαν νέοι καί αἰχμάλωτοι καί δοῦλοι, ὡδηγοῦντο εἰς τό μέσον τῆς οἰκουμένης ὁλοκλήρου καί, μόλις παρουσιάσθησαν, ἀμέσως ἔβγαλε φωτιάν ἀπό τά μάτια του ὁ βασιλεύς καί εἶχαν συγκεντρωθῆ ἐκεῖ γύρω στρατηγοί καί ὑποστράτηγοι καί διοικηταί ἐπαρχιῶν καί πολλοί θεαταί κυριευμένοι ἀπό τόν διάβολον καί ἀντηχοῦσεν εἰς τά αὐτιά των ἦχος αὐλῶν καί σαλπίγγων καί κάθε εἴδους μουσικῶν ὀργάνων[7], πού ἔβγαινεν ἀπό ὅλα τά σημεῖα καί ἔφθανε μέχρι τοῦ οὐρανοῦ, καί ἦτο ἀναμμένη κάμινος μέ φωτιάν πού ἔφθανεν εἰς τεράστιον ὕψος καί ἤγγιζεν ἡ φλόγα της τά σύννεφα καί ἦσαν γεμάτα τά πάντα ἀπό φόβον καί ἀπό κατάπληξιν. Ἀλλά ἐκείνους δέν τούς ἐντυπωσίασε τίποτε ἀπό αὐτά.


Καί ἀφοῦ ἐπεριγέλασαν τούς θεατάς, διότι ἐφέροντο ὡσάν παιδιά πού παίζουν, τούς ἔδειξαν τήν γενναιότητα καί τήν ἐπιείκειάν των, ἔβγαλαν φωνήν λαμπροτέραν ἀπό τῶν σαλπίγγων καί εἶπαν· «Γνωστόν ἔστω σοι, βασιλεῦ»[Δαν.3,18]. Διότι δέν ἤθελαν νά προσβάλουν τόν τύραννον οὔτε κἄν μέ τά λόγια, ἀλλά ἤθελαν μόνον νά τοῦ δείξουν πόσον ἦσαν εὐσεβεῖς. Διά τοῦτο καί δέν εἶπαν μακρούς λόγους, ἀλλά ἐξέφρασαν λακωνικά τά πάντα. Εἶπαν δηλαδή· «Ἔστι Θεός ἐν οὐρανῷ δυνατός ἐξελέσθαι ἡμᾶς»[Δαν.3,17]. Διατί μᾶς δείχνεις τό πλῆθος τοῦ λαοῦ; Διατί μᾶς δείχνεις τήν κάμινον; Διατί τά ἀκονισμένα ξίφη; Διατί τήν φοβεράν σωματοφυλακήν σου; Ὁ Κύριός μας εἶναι ἀνώτερος καί δυνατώτερος ἀπό ὅλα αὐτά. Ἔπειτα, ἐπειδή ἐννόησαν ὅτι ὁ Θεός ἠθέλησε καί ἀπεφάσισε νά καοῦν, ἐπρόσθεσαν καί τό ἑξῆς καί εἶπαν πρός τόν βασιλέα διά νά μή νομισθῇ διά τῆς ἐκτελέσεως τῆς ἀποφάσεως τοῦ Θεοῦ ὅτι ψεύδονται· «Ἐάν μή τοῦτο γένηται, γνωστόν ἔστω σοι, ὅτι τοῖς θεοῖς σου οὐ λατρεύομεν»[Δαν.3,18].


11. Ἐάν ἔλεγαν ὅτι, καί ἄν δέν τούς σώσῃ ὁ Θεός, δέν θά τούς σώσῃ ἕνεκα τῶν ἁμαρτιῶν των, δέν θά ἐγίνοντο πιστευτοί. Διά τοῦτο δέν εἶπαν αὐτό ἐκείνην τήν στιγμήν τό εἶπαν ὅμως, ὅταν εὐρίσκοντο ἐπάνω εἰς τήν κάμινον, καί παρουσίασαν ἐνώπιον τοῦ Θεοῦ καί ἀνθρώπων τάς ἁμαρτίας. Ὅταν εὑρίσκοντο εἰς τάς χεῖρας τοῦ βασιλέως δέν ὡμίλησαν περί ἁμαρτιῶν, ἀλλά εἶπαν ὅτι, ἔστω καί ἄν πρόκειται νά καοῦν, δέν θά προδώσουν τήν εὐσέβειάν των. Διότι, ὅσα ἔκαμναν, δέν τά ἔκαμναν διά νά ἔχουν ἀνταμοιβήν καί ἀνταλλάγματα, ἀλλά ἀπό γνησίαν ἀγάπην.

Ἄν καί ἧσαν αἰχμάλωτοι καί δοῦλοι[8] καί δέν εἶχαν ἀπολαύσει κανένα ἀγαθόν, ἀφοῦ μάλιστα εἶχαν χάσει καί τήν πατρίδα των καί τήν ἐλευθερίαν των καί ὅλα τά ἀγαθά των. Καί μή μοῦ ὁμιλήσῃς περί τῶν τιμῶν εἰς τάς βασιλικάς αὐλάς. Αὐτοί ἦσαν εὐσεβεῖς καί δίκαιοι καί θά ἐπροτιμοῦσαν ἀσυγκρίτως περισσότερον νά ζοῦν μέ πολλάς στερήσεις εἰς τό σπίτι των καί νά μετέχουν ὁλοψύχως εἰς κάθε τι πού γίνεται εἰς τόν ναόν. «Ἐξελεξάμην γάρ», λέγει ὁ Δαυίδ, «παρραριπτεῖσθαι ἐν τῷ οἴκῳ τοῦ Θεοῦ μου μάλλον ἤ οἰκεῖν με ἐν σκηνώμασιν ἁμαρτωλῶν». Καί, «κρείττων ἡμερα μία ἐν ταῖς αὐλαῖς σου ὑπέρ χιλιάδας».


Ἀπείρως προτιμότερον ἐθεωροῦσαν νά ζοῦν περιφρονημένοι εἰς τό σπίτι των, παρά νά εἶναι βασιλεῖς εἰς τήν Βαβυλώνα. Τοῦτο εἶναι φανερόν ἀπό ὅσα ἐδήλωσαν ὅταν εὐρίσκοντο ἐπί τῆς πυράς καί ἀπέδειξαν ὅτι ἀδιαφοροῦσαν διά τήν ἐγκόσμιον ζωήν. Διότι καί ἄν ἐτιμῶντο οἱ ἴδιοι πολύ, θά ὑπέφεραν φοβερά βλέποντες τάς συμφοράς τῶν ἄλλων. Τοῦτο ἀκριβῶς εἶναι χαρακτηριστικόν τῶν ἁγίων. Δέν προτιμοῦν οὔτε τήν δόξαν, οὔτε τάς τιμάς, οὔτε τίποτε ἄλλο, ἀλλά τήν σωτηρίαν τῶν πλησίον.


Κοίταξε λοιπόν πῶς προσηύχοντο δι' ὅλους τούς συνανθρώπους των ὅταν εὐρίσκοντο ἐπάνω εἰς τάς φλόγας. Ἐνῷ ἐμεῖς δέν ἐνθυμούμεθα τούς ἀδελφούς μας οὔτε ὅταν ἔχωμεν ὅλας μας τάς ἀνέσεις. Καί ὅταν ἐζητοῦσαν νά εὕρουν τί ὄνειρον εἶδεν ὁ Ναβουχοδονόσορ, δέν ἀπέβλεπαν εἰς τό ἰδικόν των, ἀλλά εἰς τῶν πολλῶν τό συμφέρον. Διότι ἀπέδειξαν μετ' ὀλίγον διά πολλῶν ὅτι ἐπεριφρονοῦσαν τόν θάνατον. Καί ἐπειδή θέλουν νά ἐξιλεώσουν τόν Θεόν, προτάσσουν παντοῦ τούς ἑαυτούς των. Ἔπειτα, ἐπειδή ἔκριναν ὅτι δέν ἔχουν τόσην δύναμιν οἱ ἴδιοι, καταφεύγουν εἰς τούς πατέρας. Διά τούς ἑαυτούς των ἔλεγαν ὅτι δέν προσφέρουν τίποτε περισσότερον, παρά μόνον ταπεινήν ψυχήν.
Ἄς τούς μιμηθοῦμεν λοιπόν καί ἐμεῖς. Διότι καί τώρα ὑπάρχει στημένον χρυσόν ἄγαλμα, ἡ τυραννική δύναμις τοῦ πλούτου. Ἀλλά ἄς μή δίδωμεν προσοχήν εἰς τά τύμπανα, οὔτε εἰς τούς αὐλούς οὔτε εἰς τάς κιθάρας οὔτε εἰς τάς λοιπάς ἐγωιστικάς ἐκδηλώσεις τοῦ πλούτου, ἀλλά, ἄν χρειασθῇ, ἄς προτιμήσωμεν νά πέσωμεν μέσα εἰς τήν κάμινον τῆς πενίας, διά νά μή προσκυνήσωμεν τά πλούτη, καί θά ὑπάρχῃ εἰς τό μέσον της μία θωπευτική δροσιά. Ἄs μή τρέμωμεν λοιπόν, ὅταν γίνεται λόγος διά τήν κάμινον τῆς πενίας. Διότι καί τότε ἀνεδείχθησαν ἐνδοξότεροι ἐκεῖνοι πού ἐρρίφθησαν εἰς τήν κάμινον, ἐνῷ ἐκεῖνοι πού ἐπροσκύνησαν, ἐξωλοθρεύθησαν.
Ἀλλά τότε ἔγιναν ὅλα συγχρόνως. Τώρα ὅμως ἄλλα θά γίνουν ἐδῶ, ἄλλα ἐκεῖ, ἄλλα δέ καί ἐδῶ καί κατά τήν δευτέραν παρουσίαν. Ὅσοι δηλαδή ἐπροτίμησαν τήν πενίαν ἀντί νά προσκυνήσουντόν πλοῦτον, θά εἶναι ἐνδοξότεροι καί τώρα καί τότε. Ἐνῷ οσοι ἐπλούτισαν ἐδῶ ἀδίκως, θά ὑποστοῦν τότε τήν χειροτέραν ποινήν. Ἀπό τήν κάμινον αὐτήν τῆς πενίας ἐξῆλθε καί ὁ Λάζαρος[9] δοξασμένος ὄχι ὀλιγώτερον ἀπό τούς παῖδας ἐκείνους. Ὁ πλούσιος ἀντιθέτως, πού ἀνήκει εἰς τήν ὁμάδα ἐκείνων πού ἐπροσκύνησαν τό εἴδωλον τοῦ πλούτου, κατεδικάσθη νά βασανίζεται εἰς τήν αἰωνίαν κόλασιν. Διότι, ὅσα ἀνέφερα παραπάνω, ἀποτελοῦν εἰκόνα ἐκείνων. Ὅπως λοιπόν ἐδῶ δέν ἔπαθαν τίποτε ὅσοι ἐρρίφθησαν εἰς τήν πυράν, ἐνῷ ὅσοι ἐκάθηντο ἔξω ἀπό αὐτήν ἀνηρπάγησαν μέ βιαιότητα, ἔτσι θά γίνῃ καί τότε.

Οἱ ἅγιοι θά βαδίσουν μέσα εἰς τόν ποταμόν τοῦ πυρός καί δέν θά πάθουν τίποτε τό δυσάρεστον, ἀλλά ἐπί πλέον θά ἐμφανισθοῦν χαρούμενοι. Ὅσοι ὅμως ἐπροσκύνησαν τά εἴδωλα, θά ἰδοῦν νά πηδᾷ κατεπάνω των τό πῦρ ἀγριώτερον ἀπό κάθε θηρίον καί νά τούς καταποντίζῃ μέσα του. Ὥστε, ἄν ἀμφιβάλλῃ κανείς διά τό αἰώνιον πῦρ τῆς κολάσεως, ἄς ἰδῇ αὐτήν τήν κάμινον, ἄς στηριχθῇ εἰς τά συμβαίνοντα ἐδῶ, διά νά πιστεύσῃ εἰς τά μέλλοντα, καί ἄς μή φοβᾶται τήν κάμινον τῆς πενίας, ἀλλά τήν κάμινον τῆς ἁμαρτίας. Διότι ἡ δευτέρα ὁδηγεῖ εἰς φωτιάν καί πόνον ἀνυπόφορον, ἡ πρώτη εἰς δροσιάν καί ἀνακούφισιν. Καί κοντά εἰς ἐκείνην τήν κάμινον στέκεται ὁ διάβολος, εἰς τήν ἄλλην δέ στέκονται οἱ ἄγγελοι καί σβήνουν τήν φλόγα.


12. Ἄς τά ἀκούσουν αὐτά οἱ πλούσιοι, ὅσοι ἀνάπτουν τήν κάμινον τῆς πενίας. Διότι δέν θά βλάψουν καθόλου τούς πτωχούς, ἐπειδή εὑρίσκεται κοντά των ἡ δροσιά. Τούς ἑαυτούς των θά κάμουν λείαν τῆς πυρᾶς, τήν ὁποίαν ἤναψαν μέ τά ίδια τά χέρια των.
Τότε λοιπόν ἔτρεξεν ἄγγελος νά βοηθήσῃ ἐκεῖνα τά παιδιά. Τώρα ἄς τρέξωμεν ἐμεῖς νά βοηθήσωμεν ἐκείνους πού εὑρίσκονται ἐπάνω εἰς τήν κάμινον τῆς πενίας, ἄς τούς δροσίσωμεν μέ τήν ἐλεημοσύνην καί ἄς σβήσωμεν τήν φλόγα τῆς πενίας των, διά νά γίνωμεν μέτοχοι τῆς δόξης των, ὥστε νά σβήσῃ τήν φλόγα τῆς αιωνίας κολάσεως ἡ φωνή τοῦ Χριστοῦ μέ τά ἑξῆς λόγια· «Πεινῶντά με εἴδετε καί ἐθρέψατε»[Ματθ. 25,35]. Διότι αὐτή ἡ φωνή θά μᾶς παρασταθῇ τότε ὡς δροσιά μέσα εἰς τήν φλόγα. Ἄς τρέξωμεν λοιπόν μέ ἐλεημοσύνην εἰς τήν κάμινον τῆς πενίας.

Ἄς ἰδοῦμεν ὅτι οἱ πιστοί βαδίζουν ἐπάνω εἰς αὐτήν καί πατοῦν ἐπάνω εἰς τά κάρβουνα. Ἄς ἰδοῦμεν τό πρωτοφανές καί ἀπροσδόκητον θαῦμα, ἄνθρωπον νά ὑμνῇ τόν Θεόν μέσα εἰς τήν κάμινον, ἄνθρωπον βασανισμένον ἀπό τήν χειροτέραν πενίαν νά ἀναπέμπῃ μέσα εἰς τάς φλόγας εὐχαριστίας πρός τόν Θεόν καί νά ὑμνολογῇ τόν Χριστόν. Διότι ὅσοι ὑπομένουν εὐχαρίστως τήν πενίαν, γίνονται ἰσάξιοι μέ ἐκεῖνα τά παιδιά. Διότι ἡ πενία εἶναι κάτι τό φοβερώτερον ἀπό τήν φωτιάν καί συχνά καίει περισσότερον. Δέν ἔκαυσεν ὅμως ἐκεῖνα τά παιδιά, ἀλλά μόλις εὐχαρίστησαν τόν Θεόν, διελύθησαν ἀμέσως τά δεσμά των.


Ἔτσι καί τώρα, ἄν εἶσαι πτωχός καί εὐχαριστῇς τόν Θεόν, καί τά δεσμά θά διαλυθοῦν καί ἡ φωτιά θά σβήσῃ. Καί ἄν δέν σβήσῃ, θά συμβῇ κάτι τό περισσότερον ἀξιοθαύμαστον. Θα μεταβληθῇ εἰς πηγήν. Αὐτό ἀκριβῶς συνέβη καί τώρα. Εἰς τό μέσον τῆς καμίνου ᾐσθάνοντο ἀπολαυστικήν δροσιάν. Δέν ἔσβησε βεβαίως τήν φωτιάν, ἀλλά ἠμπόδισε νά καοῦν ἐκεῖνοι πού ἐρρίφθησαν μέσα. Εἶναι δυνατόν νά ἰδοῦμεν νά συμβαίνῃ αὐτό καί εἰς ἐκείνους πού ἀντιμετωπίζουν μέ καρτερικότητα τήν ζωήν. Καί αὐτοί δηλαδή, παρά τήν πενίαν των, αἰσθάνονται ἀνετώτερα ἀπό τούς πλουσίους.

Ἄs μή ἀναπαυώμεθα λοιπόν ἔξω ἀπό τό καμίνι ἀδιάφοροι πρός τούς πτωχούς, διά νά μή πάθωμεν ὅ,τι ἔπαθαν τότε οἱ θεαταί. Ἄν προχωρήσῃς πρός αὐτούς καί σταθῇς μαζί των, δέν θά σέ πειράξῃ ποτέ ἡ φωτιά. Ἄν ὅμως παραμείνῃς εἰς τήν θέσιν σου καί τούς ἐγκαταλείψῃς εἰς τήν φωτιάν τῆς πενίας, θά σέ κατακαύσῃ ἡ φλόγα της.

Νά προχωρήσῆς λοιπόν καί νά εἰσέλθης εἰς τήν φωτιάν, διά νά μή κατακαῇς ἀπό τήν φωτιάν. Μή παραμείνης ἔξω ἀπό τήν φωτιάν, διά νά μή καταβροχθισθῇς ἀπό τήν φλόγα της. Διότι, ἄν σέ ἰδῇ μαζί μέ τούς πτωχούς, θά σταθῇ μακριά ἀπό ἔσέ. Ἄν σέ ἰδῇ ἀποξενωμένον ἀπό αὐτούς, θά σοῦ ἐπιτεθῇ ἀμέσως καί θά σέ καταβροχθίσῃ.


Μή μείνῃς λοιπόν μακριά ἀπό αὐτούς πού θά ριφθοῦν εἰς τήν φωτιάν, ἀλλά, ὅταν ὠθῇ ὁ διάβολος νά ριφθοῦν εἰς τό καμίνι τῆς πενίας ὅσοι δέν ἐπροσκύνησαν τόν χρυσόν, πρόσεξε νά μή εἶσαι ἀπό ἐκείνους πού ρίπτουν, ἀλλά ἀπό ἐκείνους πού ρίπτονται, διά νά σωθῇς καί νά μή καῇς. Διότι είναι πολύ μεγάλη δροσιά νά μή σέ κυρίευσῃ ὁ πόθος τοῦ πλούτου, νά ἀνήκῃς εἰς τήν κατηγορίαν τῶν πτωχῶν.


Πλουσιώτεροι ἀπό ὅλους εἶναι ἐκεῖνοι πού κατέπνιξαν τόν πόθον τοῦ πλούτου. Καί οἱ παῖδες ἐκεῖνοι ἔγιναν ἐνδοξότεροι ἀπό τόν βασιλέα, διότι περιεφρόνησαν τόν βασιλέα. Ἄν περιφρονήσῃς λοιπόν καί σύ τά πλούτη τοῦ κόσμου, θά γίνῃς ἀνώτερος ἀπό ὅλον τόν κόσμον, ὅπως οἱ ἅγιοι ἐκεῖνοι, «Ὦν οὐκ ἧν ἄξιος ὁ κόσμος».
Περιφρόνησε λοιπόν τά ἀγαθά τοῦ κόσμου τούτου, διά νά γίνῃς ἄξιος τῶν ἀγαθῶν τοῦ οὐρανοῦ. Διότι μέ αὐτόν τόν τρόπον καί ἐδώ θά εἶσαι ἐνδοξότερος καί τά αἰώνια ἀγαθά θά ἀπολαύσῃς μέ τήν χάριν καί τήν φιλανθρωπίαν τοῦ Κυρίου ἡμῶν Ἰησοῦ Χριστοῦ, τοῦ ὁποίου ἡ δόξα καί ἡ δύναμις εἶναι αἰωνία. Ἀμήν.

Παραπομπές
[1]. Τήν ἀρχήν αὐτήν ἐφαρμόζει εἰς πολλάς περιπτώσεις ὁ Χρυσόστομος. Ἀλλοῦ λέγει: «Ἐθίζοντες ἡμᾶς μή διά παντός μεμασημένην δέχεσθαι τήν τροφήν, ἀλλά πολλαχοῦ καί αὐτούς ἐπάγειν τήν λύσιν τοῖς νοήμασιν».

[2]. Ναβουχοδονόσορ ὁ Β΄, ὁ ὁπῖος ἐβασίλευσεν ἐπί 43 ἔτη (604-561), ἐξεστράτευσε κατά τῆς Ἰερουσαλήμ, ἐκυρίευσεν αὐτήν, τήν κατέσκαψε καί ἐξηνδραπόδισε τούς κατοίκους.


[3]. Ὁ Ἰουλιανός ἐπροσπάθησε πράγματι νά ἀνοικοδομήσῃ τόν ναόν τοῦ Σολομῶντος, ἀλλά δέν τό κατόρθωσεν ἕνεκα ἐπισυμβάντος ἰσχυροῦ σεισμοῦ καί πυρκαϊᾶς.


[4]. Κῦρος ὁ Α΄ ἐνίκησε τούς Βαβυλωνίους, κατέλαβε τήν Βαβυλῶνα το 538 καί ἐπέτρεψεν εἰς τούς Ἰουδαίους νά ἐπανέλθουν εἰς τήν Ἰερουσαλήμ. 

[5]. Ὅταν ἔφθασεν ὁ Ἀβραάμ εἰς τήν Αἴγυπτον, παρουσίασε τήν Σάρραν ὡς ἀδελφήν του. Οἱ αὐλικοί τοῦ Φαραώ «ἰδόντες ὅτι καλή ἦν σφόδρα, ἐπήνεσαν αὐτήν πρός Φαραώ καί εἰσήγαγον αὐτήν εἰς τόν οἶκον Φαραώ». Βλ. Γέν. 12, 10-20, ἀλλά ἐν τέλει ἐπενέβη ὁ Θεός. 
[6]. Σύντομον περιγραφήν τοῦ ἀγάλματος βλ. Δανιήλ 3, 11.
[7]. Περιγραφήν τῆς ὅλης τελετῆς καί τοῦ θαύματος βλ. ἐν Δανιήλ 3, 2-23. 1-67. 

[8]. Οἱ τρεῖς παῖδες (Σεδράχ, Μισάχ καί Άβδεναγώρ) ἦσαν Ἰουδαῖοι αἰχμάλωτοι εἰς τήν Βαβυλῶνα κατά τήν ἐποχήν τῆς Βαβυλωνίου μετοικεσίας. Βλ. Δαν. κεφ. 3. 

[9]. Ἀναφέρεται ἐδῶ ὁ ἱερός Χρυσόστομος εἰς τήν παραβολήντοῦ πλουσίου καί τοῦ Λαζάρου (βλ. Λουκᾶ ιστ΄ 19-31).

--------------------------------------------------------------------
πηγή: Ι. Χρυσοστόμου έργα, τόμος 9, Υπόμνημα εις το κατά Ματθαίον Ευαγγέλιον Α΄ (ομιλίαι Α΄-Κ΄),  Πατερικαί εκδόσεις "Γρηγόριος ο Παλαμάς", Θεσ/νίκη 1978. 
Εισαγωγή-κείμενο-μετάφρασις-σχόλια: Ιγνάτιος Σακαλής, Νικόλαος Τσίκης