Παρασκευή 23 Αυγούστου 2013

Η κραυγή του τυφλού της Ιεριχούς, του Κωνσταντίνου Κορναράκη,

Η κραυγή του τυφλού της Ιεριχούς, του Κωνσταντίνου Κορναράκη,

Η κραυγή του τυφλού της Ιεριχούς
και η κραυγή του σύγχρονου ανθρώπου
του Κωνσταντίνου Κορναράκη
Επίκουρου Καθηγητή Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ
Μια ανάλυση της ευαγγελικής περικοπής
του Τυφλού της Ιεριχούς
Κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο(Κεφ. 9, χωρία 1 έως 38)
Περιγραφή της περικοπής
Στην ευαγγελική περικοπή της ημέρας αυτής, παρακολουθούμε τον Κύριο σε μία από τις περιοδείες του, η οποία έλαβε χώρα στην Ιεριχώ. Στην περιοδεία αυτή, όπως και σε κάθε άλλη περιοδεία του, τον ακολουθούσε πλήθος ανθρώπων, άλλοι από τους οποίους επειδή ενδιαφέρονταν για τη διδασκαλία του, άλλοι επειδή είχαν περιέργεια για το πρόσωπό του αλλά και πολλοί άλλοι, οι οποίοι προσπαθούσαν να προσελκύσουν την προσοχή του διδασκάλου, ίσως ένα βλέμμα του, επιζητώντας μια ελάχιστη επαφή μαζί του για κάποιο λόγο παρηγοριάς, για τη θεραπεία κάποιου νοσήματος. Θα μπορούσαμε μάλιστα να φανταστούμε την εικόνα του Ιησού ανάμεσα στο πλήθος ή και να ακούσουμε την οχλοβοή του πλήθους που τον ακολουθούσε και που αναμφισβήτητα θα πλαισίωνε την παρουσία μίας τόσο σπουδαίας προσωπικότητας, όπως εκείνης του διδασκάλου.
Είναι ευνόητο ότι όλες εκείνες οι φωνές, οι διαγκωνισμοί, τα παράπονα δημιουργούσαν μεγάλο θόρυβο, τον οποίο αντιλήφθηκε κάποιος τυφλός που επαιτούσε στους δρόμους της Ιεριχούς και ζήτησε να πληροφορηθεί για το τι συνέβαινε γύρω του. Ενημερώθηκε λοιπόν ότι λίγο πιο πέρα από εκείνον βάδιζε ο Ιησούς, πληροφορία που προκάλεσε τις κραυγές του. Κραύγαζε στον Ιησού για να τον σώσει. Ο Ιησούς, ακούγοντας τη φωνή ζήτησε να μάθει ποιος ήταν ο άνθρωπος εκείνος και τι ζητούσε. Αφού ενημερώθηκε από τους μαθητές του, ο Κύριος πήγε κοντά του, συζήτησε μαζί του και του χάρισε και πάλι τη δυνατότητα της όρασης, καθιστώντας του σαφές ότι «τον είχε σώσει η πίστη του».
Μια κραυγή που υπερισχύει ανάμεσα στις κραυγές του πλήθους.
Αυτή είναι σε αδρές γραμμές η ευαγγελική διήγηση, η οποία όμως με την απλότητά της εγείρει ένα ερμηνευτικό πρόβλημα. Τι σημαίνει το ότι ο Χριστός άκουσε μέσα στην οχλαγωγία μια φωνή; Δεν είναι λίγο οξύμωρο το γεγονός ότι ανάμεσα σε φωνές και διαμαρτυρίες, επευφημίες αλλά και εκνευρισμό άκουσε μία κραυγή; Όταν όλοι κραύγαζαν, ο Κύριος άκουσε μια «κραυγή»;
Οπωσδήποτε ένας σκεπτόμενος άνθρωπος θα εκπλησσόταν, ωστόσο μια τέτοια περιγραφή δεν είναι σπάνια στα ευαγγελικά κείμενα. Μπορούμε να θυμηθούμε την κραυγή της Χαναναίας, τις κραυγές των λεπρών  και βέβαια το άγγιγμα της αιμορροούσης γυναικός, η οποία θεραπεύτηκε αγγίζοντάς τον. Μάλιστα για την περίπτωση εκείνη θα παρατηρούσε κάποιος ότι αφού τον απωθούσε τόσος κόσμος, πώς εκείνος ρώτησε «ποιος τον άγγιξε»;  Με βάση λοιπόν τις πιο πάνω περιπτώσεις, μια αρχική διαπίστωση θα μπορούσε να είναι το ότι ο διδάσκαλος, παρά την ασφυκτική παρουσία του όχλου, φροντίζει να προβάλλει τη σημασία του ανθρώπινου προσώπου, εξατομικεύοντας τις ανάγκες του ανθρώπου.
Για να αντιληφθούμε όμως το ποιμαντικό αυτό έργο του Χριστού χρειάζεται να κατανοήσουμε την αιτία που προκαλεί την προσοχή του. Με αφορμή λοιπόν την ευαγγελική περικοπή που εξετάζουμε θα μπορούσαμε να εστιάσουμε το ενδιαφέρον της παραβολής μας στο θέμα της κραυγής.
Η ποιότητα της κραυγής που ελκύει το έλεος του Θεού.
Τι ορίζουμε ως κραυγή; Συνήθως τη δυνατή εκείνη φωνή δια της οποίας εκδηλώνεται ψυχική ένταση. Κραυγάζουν πολλοί. Σε συλλογικό επίπεδο (ας θυμηθούμε τους φιλάθλους στο γήπεδο ή τους οπαδούς ενός πολιτικού κόμματος), αλλά και σε διαπροσωπικό επίπεδο. Αν και συνήθως προκαλεί θόρυβο, εντούτοις έστω και με αρνητικό τρόπο, η κραυγή δεν χάνει την ιδιότητα μιας μορφής επικοινωνίας, ή ενός τρόπου αναφοράς.
Ποια κραυγή όμως προσελκύει την προσοχή του Κυρίου; Ο άγιος Ιωάννης ο Χρυσόστομος μας βοηθά με τη σκέψη του να κατανοήσουμε ποια είναι η αυθεντική κραυγή. Κατά τον ι. πατέρα, για να κατανοήσει ο άνθρωπος ποια κραυγή εισακούεται από τον Κύριο, αρκεί να σκεφθεί από τον καθημερινό του βίο τι συμβαίνει όταν κραυγάζει για κάτι με όλη του τη δύναμη. Αναφέρει λοιπόν ότι, κατά τον ίδιο τρόπο που κάποιος κραυγάζοντας δυνατά αισθάνεται ότι μαζί με τη φωνή «αδειάζει» ο ίδιος από την πνοή του, έτσι και εκείνος που κραυγάζει στον Κύριο χωρίς να χρησιμοποιεί τα χείλη του, αλλά την καρδία του, αδειάζει από κάποια εσωτερική δυσκολία ή κάποιο καταπιεστικό προβληματισμό. Δηλαδή, εκείνη που κραυγάζει είναι η καρδία και όχι τα χείλη. Όσο περισσότερο κραυγάζει η καρδία προς τον Κύριο τόσο εκείνος γίνεται μόνη μέριμνά της, τόσο ο νους αδειάζει από τις μέριμνες που τον απασχολούν και στρέφεται μέσα στον άνθρωπο, και τότε ο άνθρωπος προσανατολίζεται στο κύριο μέλημά του, δηλαδή το θέλημα του Θεού.
Ο άγιος Ιωάννης, με τις συχνές αναφορές του στα προβλήματα της υπάρξεως, μας υπενθυμίζει ότι αρκεί κάποιος να μελετήσει τους Ψαλμούς για να αντιληφθεί πόσες φορές συναντάται το ρήμα «κράζω», και έτσι να διαπιστώσει πόσο συχνά ο άνθρωπος έχει την ανάγκη να κραυγάσει προς τον Κύριο. Κατά τον ι. πατέρα, παρατηρώντας την ανθρώπινη κραυγή στους Ψαλμούς πρέπει να έχουμε κατά νου ότι όταν ο άνθρωπος κραυγάζει, για να τον ακούσει ο Κύριος, πρέπει να διακρίνεται η κραυγή του από ορισμένα χαρακτηριστικά ένα από τα οποία είναι το πάθος, η προθυμία που λέει ο άγιος Ιωάννης ή άλλως η δύναμη της διάνοιας. Αυτό σημαίνει ότι πρέπει να υπάρχει φλεγόμενος ζήλος που θα προκαλέσει το έλεος του Κυρίου, διότι στην περίπτωση αυτή σημαίνει ότι ο άνθρωπος κραυγάζει με όλη του την καρδία.
Ένα άλλο θεμελιώδες χαρακτηριστικό είναι το στοιχείο των δακρύων. Ήκουσα του κλαυθμού της φωνής σου , καταθέτει ο ψαλμωδός, δηλαδή της ψυχής σου ερμηνεύει ο ι. Χρυσόστομος. Εισακούει ο Κύριος τις ψυχές εκείνων που θρηνούν. Οπωσδήποτε είναι σημαντικά τα δάκρυα των οφθαλμών, αλλά τα δάκρυα αυτά πρέπει να εκπηγάζουν από τον θρήνο της ψυχής . Αυτός ο θρήνος είναι αυθεντικός και γνήσιος γιατί προσδιορίζει την κραυγή της πραγματικής ανάγκης του ανθρώπου, δηλαδή τη νοσταλγία του χαμένου παραδείσου.
Τέλος, ο άγιος θυμάται τον Ψαλμό εκείνο που αναφέρει ότι ο Θεός, «ουκ επελάθετο της φωνής των πενήτων». Ο Κύριος εισακούει εκείνους οι οποίοι είναι πτωχοί τω πνεύματι δηλαδή οι συντετριμμένοι από αγάπη προς τον Κύριο, των οποίων η καρδιά έγινε ταπεινή για να μπορεί να ακουστεί, γιατί η κραυγή προς τον Κύριο ακούγεται μόνο όταν πηγάζει από το βάθος της ταπείνωσης.
Μια διαχρονική παθολογία κραυγής.
Πάντοτε ο άνθρωπος κραύγαζε προς τον Θεό. Αλλά και σήμερα πολλοί άνθρωποι κραυγάζουν προς τον Κύριο, καθώς αισθάνονται ότι ασφυκτιούν από τον σύγχρονο τρόπο ζωής καθώς προκύπτουν περίπλοκες ανάγκες και προβλήματα πάνω σε θέματα επιβίωσης και υγείας και κυρίως δοκιμασιών της υπάρξεως.
Φαίνεται όμως πως η κραυγή του σύγχρονου ανθρώπου διακρίνεται από μια διαχρονική παθολογία. Δεν είναι η κραυγή της ταπείνωσης και του κλάματος της ψυχής, αλλά η κραυγή του θυμού γιατί ο Κύριος αδίκησε τον άνθρωπο. Είναι η κραυγή της αίσθησης της αδικίας, όπως εκφράζεται από το διαχρονικό ερώτημα, «γιατί ο Κύριος επέτρεψε να μου συμβεί αυτή η συμφορά αν και εγώ ήμουν απέναντι του εντάξει»; Έτσι, η κραυγή αυτή είναι συχνά «ακάθαρτη» γιατί είναι γεμάτη από θυμό και αγριότητα, υστεροβουλία και διάθεση συναλλαγής και θεοδικίας. Ίσως διότι η πίστη του ανθρώπου είναι πολύ αδύνατη «για να τον σώσει» , αδυναμία που διαπιστώνεται στο ότι δεν αντέχει τη δικαιοσύνη του Θεού. Τότε όμως πώς θα ακουστεί η κραυγή του αφού βγαίνει από τα χείλη και όχι από την καρδιά;
Είναι λοιπόν γόνιμη η ευαγγελική αυτή περικοπή του ευαγγελιστή Λουκά, διότι μπορεί να αποτελέσει αφορμή σπουδής στη σημασία της κραυγής. Σύμφωνα με τα πιο πάνω, ο σύγχρονος άνθρωπος μπορεί να διδαχθεί από τον φτωχό και εξαθλιωμένο τυφλό της Ιεριχούς πώς πρέπει να κραυγάζει, ώστε η κραυγή του να μην προκαλεί απλώς θόρυβο, αλλά να είναι φωνή δακρύων, ταπείνωσης και εμπιστοσύνης προς τον Κύριο.
ΥΠΟΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ
Λουκ. 18, 35-43.
Λουκ. 18, 42.
Ματθ. 15, 22.
Λουκ. 17, 33.
Τις μου ήψατο των ιματίων; (Μαρκ. 5, 30).
Ιω. Χρυσοστόμου, Ερμηνεία των Ψαλμών, ΡΜ΄, PG 55, 428.
Πρβλ. Ιω. Χρυσοστόμου, Ερμηνεία των Ψαλμών, ΡΙΘ΄, PG 55, 339.
Ιωάννου του Χρυσοστόμου, Ερμηνεία των Ψαλμών, E΄, PG 55, 64.
Ψαλμ. 6, 9
Ιω. Χρυσοστόμου, Ερμηνεία των Ψαλμών, ΣΤ΄, PG 55, 79.
Ψαλμ. 9, 13.
Ιω. Χρυσοστόμου, Ερμηνεία των Ψαλμών, Θ΄, PG 55, 130-131.
Λουκ. 18, 42.

Ο ορθόδοξος χριστιανός μπροστά στο κάτοπτρο της Κυριακής της Ορθοδοξίας, του Κωνσταντίνου Κορναράκη,

Ο ορθόδοξος χριστιανός μπροστά στο κάτοπτρο της Κυριακής της Ορθοδοξίας, του Κωνσταντίνου Κορναράκη,

Ο ορθόδοξος χριστιανός μπροστά στο κάτοπτρο
της Κυριακής της Ορθοδοξίας
του Κωνσταντίνου Κορναράκη
Επίκουρου Καθηγητή Πανεπιστημίου Αθηνών
Τι … καθρεπτίζει η ημέρα της Κυριακής της Ορθοδοξίας;
Ο πρώτος κύριος πνευματικός σταθμός της περιόδου της Αγίας και Μεγάλης Τεσσαρακοστής, χωρίς βεβαίως να υποτιμάται η Παρασκευή της Α΄ στάσης των Χαιρετισμών, είναι η Κυριακή της Ορθοδοξίας. Την ημέρα αυτή, η Εκκλησία τιμά με θριαμβικό τρόπο την αναστήλωση των ιερών εικόνων από τον Πατριάρχη Μεθόδιο το 843, διότι η αναστήλωση εκείνη επισφράγισε τις αποφάσεις της Ζ΄ Οικουμενικής Συνόδου (787), σημαίνοντας την οριστική παύση των εικονομαχικών ερίδων. Τότε ο Πατριάρχης ανέγνωσε το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, καθιστώντας σαφές σε όλους ότι η πίστη αυτή αποτελεί Παράδοση της Εκκλησίας, διότι είναι η πίστη που οι προφήτες «είδον», οι απόστολοι «εδίδαξαν», η Εκκλησία «παρέλαβε», οι διδάσκαλοι «εδογμάτισαν», η Οικουμένη «συμπεφρόνηκεν»(1).
Προσπαθώντας να δούμε μέσα από τον καθρέπτη!
Ένα ευνόητο ερώτημα που γεννάται πάντοτε τη μέρα αυτή, είναι ακριβώς … ο σκοπός αυτής της μέρας! Γιατί δηλαδή η Εκκλησία να μην ξεκινήσει τον κύκλο των Κυριακών των Νηστειών με τη μνήμη κάποιου ασκητικού πατρός, όπως π.χ. του οσίου Ιωάννου του Σιναΐτου, που η μνήμη του ακολουθεί αργότερα ή ομοίως της οσίας Μαρίας της Αιγυπτίας; Και αφού βρισκόμαστε σε πένθιμη περίοδο πνευματικής γυμνασίας, γιατί να μην ξεκινούμε από την Κυριακή της Σταυροπροσκυνήσεως; Και κάποιος δικαίως θα διερωτηθεί: αφού είμαστε ορθόδοξοι χριστιανοί γιατί πρέπει να τιμούμε την Ορθοδοξία; Δεν είναι αυτονόητη η αγάπη μας προς αυτήν; Η καταφατική απάντηση βέβαια, θα μπορούσε να εξηγήσει τον λόγο της εορτής περιλαμβάνοντας μια ιστορική αναδρομή στις περιόδους εκείνες που επιχειρήθηκε νόθευση της Ορθοδόξου πίστεως, χωρίς όμως να πρέπει να παραληφθεί και η ανθρωπολογική ερμηνεία της εορτής. Πράγματι! Η Εκκλησία όρισε αυτή την εορτή στο πλαίσιο της παιδαγωγικής της μέριμνας, για ένα θεμελιώδη λόγο: ως πρόκληση που τίθεται για κάθε χριστιανό που δηλώνει Ορθόδοξος ώστε να εξετάσει τον εαυτό του κατά πόσο μετέχει αυτής της Ορθοδοξίας!
Πόσο δύσκολο μπορεί να είναι ο ορθόδοξος χριστιανός να είναι … ορθόδοξος;
Κι όμως! Οι μεγαλύτεροι αιρετικοί της Εκκλησίας μας ήταν σπουδαίοι κληρικοί και θεολόγοι της. Ο Άρειος ήταν προβεβλημένος πρεσβύτερος και θεολόγος της Εκκλησίας της Αλεξάνδρειας. Ο Απολλινάριος ήταν επίσκοπος Λαοδικείας και προσωπικός φίλος των Καππαδοκών πατέρων (Μ. Βασιλείου, Γρηγορίου Νύσσης). Ο Νεστόριος, πατριάρχης Κων/πόλεως και σπουδαίος φιλοσοφικός νους. Ο Ευτυχής ήταν ευσεβής πρεσβύτερος της Εκκλησίας της Αλεξανδρείας. Αυτή είναι μια μικρή αναφορά που δεν περιλαμβάνει πάρα πολλούς άλλους αιρετικούς οι οποίοι εμφανίσθηκαν στο στερέωμα της Εκκλησίας μας και ήταν επιφανείς κληρικοί και θεολόγοι της. Ωστόσο, από υπερασπιστές της Ορθοδόξου πίστεως εξελίχθηκαν σε εχθρούς της Ορθοδοξίας! Αλήθεια, πόσο δύσκολο είναι για κάποιον χριστιανό να υπερασπιστεί την ορθόδοξη πίστη του; Αλλά και πάλι, πόσο εύκολα μπορεί αυτός να διολισθήσει στην αίρεση;
Η γάγγραινα της αίρεσης!
Απαντώντας σε σχετική ερώτηση, ένας σημαντικός ασκητικός πατέρας του 6ου αι. στη Γάζα της Παλαιστίνης, ο Ιωάννης ο προφήτης, αφού προηγουμένως διευκρινίζει ότι ως αιρετικός περιγράφεται «ο βλασφημών τον Χριστόν…και δίχα ζων αυτού», δηλαδή ο τύπος του αιρετικού όπως τον κατανόησαν οι Οικουμενικές Σύνοδοι, συμπληρώνει ότι, όσον αφορά στην καρδία, «πας ο μη φυλάσσων τας εντολάς του Χριστού αιρετικός εστι• και εάν ο άνθρωπος μη πιστεύση εν τη καρδία αυτού, οι λόγοι ουδέν ωφελούσιν αυτόν»(2).
Οι θεολόγοι Πατέρες της Εκκλησίας γνωρίζουν ότι αιρετικός είναι αυτός που αποβάλλει από την καρδιά του τον Χριστό και υποκαθιστά την εν Χριστώ ζωή με τύπους θρησκευτικής ζωής που μοιάζουν χριστιανικοί αλλά στηρίζονται σε αυθαίρετες επιλογές του ιδίου θελήματος. Αυτή θα μπορούσε να οριστεί η αφετηρία της αίρεσης και μάλιστα θα βοηθούσε ιδιαίτερα στην κατανόηση του τρόπου αναπτύξεως των βιωματικών αφετηριών της αίρεσης μια παρεμφερής περιγραφή του αββά Δωροθέου πάνω στην παθολογία της πνευματικής ζωής, όπου η παθολογία αυτή παρομοιάζεται με τη γάγγραινα. Εάν ο άνθρωπος αμελεί να φροντίσει μικρές λεπτομέρειες της πνευματικής ζωής «που δεν έχουν τόση σημασία», αυτές, όπως η γάγγραινα, ξεκινούν σαν μικρή πληγή και πριν το καταλάβει απλώνουν παντού(3). Η βασική πατερική θέση είναι ότι ο άνθρωπος δεν πρέπει να φοβάται τα μεγάλα παραπτώματα, γιατί πολλές φορές αυτά τον ξαφνιάζουν και μπορεί και να τον οδηγήσουν ευχερέστερα στην αυτογνωσία. Αντιθέτως, τα μικρά παραπτώματα είναι επικίνδυνα διότι λειτουργούν με ύπουλο τρόπο. Ο άνθρωπος δηλητηριάζεται αρχικά με τρόπο που δεν συναισθάνεται, ενώ όσο δηλητηριάζεται τόσο περισσότερο αλλοιώνεται το φρόνημά του και έτσι αρχίζει να προβαίνει σε εκπτώσεις των απαιτήσεων της πνευματικής ζωής, αναπαυμένος στη θρησκευτικότητά του.
Ενώ λοιπόν ο ευαγγελικός λόγος διδάσκει έναν ορισμένο τρόπο ζωής, ο άνθρωπος που αντιλαμβάνεται την ορθόδοξη πίστη ως σύνολο θρησκευτικών τύπων, φρονεί ότι, αφού είναι ενταγμένος στην Εκκλησία, δεν υπάρχει πρόβλημα αν δεν ακολουθεί κατά γράμμα τη ζωή του Πνεύματος. Έτσι, διαχωρίζει τις επιθυμίες του από τη διδασκαλία της Εκκλησίας και αρχίζει να επιλέγει. Αίρεση όμως, σημαίνει επιλογή και αιρετικοί ήταν αυτοί που επέλεγαν τι επιθυμούσαν να προβάλλουν από την πίστη των Πατέρων, κατακερματίζοντας την Παράδοση. Επομένως, δίχως να το καταλάβει, αν και τυπικά μπορεί να φαίνεται παραδοσιακός, στην ουσία ο άνθρωπος παραμελεί τον πνευματικό του αγώνα, ολιγωρεί στην τήρηση των εντολών του Θεού, επιλέγει το συμφέρον κατ’ αυτόν και έτσι, έχοντας ήδη απορρίψει τον απόλυτο χαρακτήρα της Παραδόσεως, οδηγείται, συμφώνως προς τις πατερικές διαπιστώσεις, από την απόρριψη των μικρών στην απόρριψη των μεγαλύτερων και εν τέλει καθίσταται «δίχα ζων αυτού», δηλαδή «βλασφημών τον Χριστόν». Αυτή είναι η αίρεση του ιδίου θελήματος. Ο άνθρωπος επιλέγει ό, τι τον συμφέρει, ορίζοντας τον εαυτό του ως ορθόδοξο χριστιανό, όπως εκείνος νομίζει καλύτερα.
Στην περίπτωση αυτή, δεν είναι δυνατόν να συναντήσει τον εαυτό του στο κάτοπτρο της ημέρας αυτής της Α΄ Κυριακής των Νηστειών, απλούστατα διότι το νομιζόμενο από αυτόν είδωλο δεν αντιστοιχεί σε ό, τι εικονίζεται πάνω στο κάτοπτρο αυτό!
Προϋποθέσεις για να συναντήσει ο ορθόδοξος χριστιανός το ακριβές είδωλό του στο κάτοπτρο της ημέρας της Κυριακής της Ορθοδοξίας.
Το αποστολικό ανάγνωσμα της ημέρας είναι ιδιαιτέρως αποκαλυπτικό για τις δοκιμασίες που υπέστησαν οι άνθρωποι εκείνοι οι οποίοι επέλεξαν να ομολογούν το όνομα του Κυρίου, χωρίς να θέτουν ως κριτήριο πίστεως το προσωπικό τους θέλημα• «έτεροι δε εμπαιγμών και μαστίγων πείρα έλαβον, έτι δε δεσμών και φυλακής· ελιθάσθησαν, επρίσθησαν, επειράσθησαν, εν φόνω μαχαίρας απέθανον, περιήλθον εν μηλωταίς, εν αιγείοις δέρμασιν, υστερούμενοι, θλιβόμενοι, κακουχούμενοι, ων ουκ ην άξιος ο κόσμος, επί ερημίαις πλανώμενοι και όρεσι και σπηλαίοις και ταις οπαίς της γης»(4).
Σύμφωνα με την πατερική σκέψη, το τέλος των μαζικών διωγμών των πρώτων χριστιανών, όπου όσοι ομολογούσαν το όνομα του Χριστού υφίσταντο φρικτά βασανιστήρια και μαρτυρικό θάνατο, δεν σήμανε το τέλος του μαρτυρικού χαρακτήρα της χριστιανικής πίστεως. Πλέον, το φρικτότερο μαρτύριο για έναν ορθόδοξο είναι το μαρτύριο της συνειδήσεως. Πρέπει δηλαδή, ο ίδιος να σφαγιάζει τον παλαιό εαυτό του δια της εκκοπής του θελήματός του, ώστε να καλλιεργείται μέσα του το θέλημα του Θεού. Όσο περισσότερο όμως περιορίζει το θέλημά του, τόσο περισσότερο σφαγιάζει τον εαυτό του, δηλαδή μαρτυρά, γίνεται μάρτυρας πίστεως. «Δίδει αίμα» για να λάβει «πνεύμα»(5), ώστε να καταστεί αληθινά πνευματικός άνθρωπος. Προτιμά, από το να επιτρέψει να κυριαρχήσουν πάνω του οι επιθυμίες προβολής του εαυτού του, μιμούμενος την εωσφορική αλαζονεία που οδήγησε τον διάβολο μακριά από τον Θεό, να κάνει θέλημά του το θέλημα του Θεού.
Κατά την περίοδο της β΄ φάσης της Εικονομαχίας, ο άγιος Θεόδωρος ο Στουδίτης, υπέρμαχος των ι. εικόνων, προετοίμαζε τους μοναχούς του, νουθετώντας τους ως προς τις πνευματικές προϋποθέσεις του αγώνα τους κατά της αιρέσεως της εποχής τους. Κατά τον ι. πατέρα, οι μοναχοί του, πριν την ομολογία της πίστεώς τους, έπρεπε να ασκηθούν στα συνήθη γυμνάσματα του πνευματικού βίου, ώστε δόκιμοι πλέον στον μαρτυρικό βίο και την άσκηση στο «μαρτύριον της συνειδήσεως»(6), να αντέξουν τις κακουχίες και τα βασανιστήρια, διατηρώντας ακλινή την ομολογία της πίστεως(7).
Η Ορθοδοξία δεν πιστοποιείται από ταυτότητες
αλλά από την ποιότητα της πνευματικής ζωής!
Επομένως καταλαβαίνουμε ότι η ορθοδοξία περί την πίστη δεν κατακτάται απλώς μέσα από ταυτότητες ή μέσα από κραυγές και αποστομωτικές διακηρύξεις. Ο Ορθόδοξος δεν είναι ακριβώς εκείνος ο οποίος δαπανά τις ζωτικές δυνάμεις της πνευματικότητάς του στον έλεγχο ορθοδοξίας των αδελφών του, αλλά εκείνος ο οποίος βιώνει την Ορθόδοξη πνευματικότητα κατά τρόπον ώστε η παρουσία του - και μόνο! - να κατανύσσει και να εισάγει τον αδελφό του στην ορθόδοξη πίστη της Εκκλησίας.
Η ημέρα, λοιπόν, της Κυριακής της Ορθοδοξίας είναι δυνατόν να κατανοηθεί μόνο μέσα από την προοπτική του συνεπούς και ακλινούς πνευματικού αγώνα. Ο όσιος Θεόδωρος ο Στουδίτης χρησιμοποιούσε την έκφραση μαρτύριον Ορθοδοξίας επιχειρώντας να ταυτίσει την ακρίβεια της πίστεως με το μαρτύριο υπέρ αυτής(8). Ο χριστιανός προσδιορίζεται ως ορθόδοξος μέσα από την προσευχή και την ταπείνωση (ως μητέρα των υπολοίπων αρετών), γιατί όποιος προσεύχεται, μετέχει στη χάρη του Θεού και αυτό σημαίνει ότι προάγεται στη θεολογία, ως κοινωνίας Θεού και ανθρώπου, ακόμη και αν στερείται των ειδικών σπουδών.
Ο απόλυτος χαρακτήρας της Ορθοδοξίας της Εκκλησίας.
Είναι λοιπόν προφανές ότι η Εκκλησία κατά την Α΄ Κυριακή των Νηστειών προβάλλει την ημέρα της Ορθοδοξίας, καλώντας τον άνθρωπο να εισέλθει σε εσωτερική διαλεκτική με τον εαυτό του, ώστε να αποκτήσει επίγνωση του εάν μετέχει της ακρίβειας της πίστεως ή αξιολογεί την πίστη υπό το πρίσμα του δικού του θελήματος. Διότι ο τρόπος που παραδίδεται η ορθόδοξη πίστη, κατά το Συνοδικό της Ορθοδοξίας, είναι ο τρόπος να υπάρχει η Εκκλησία. Οι προφήτες «είδον», οι απόστολοι «εδίδαξαν», η Εκκλησία «παρέλαβε», οι διδάσκαλοι «εδογμάτισαν», η Οικουμένη «συμπεφρόνηκεν».
Επομένως το μέλος της Εκκλησίας, πεπαιδευμένο ή απλούν, δεν υποτάσσεται με βασανιστικό τρόπο σε απαρχαιωμένες αξίες και ιδανικά, αλλά εν ταπεινώσει βιώνει την αλήθεια ως ένταξή του στην μακραίωνη αλυσίδα που έχει ως αφετηρία της τους Δικαίους του Θεού και συνεχίζει με τους Προφήτες, τους Αποστόλους τους Πατέρες και τις Συνόδους της Εκκλησίας. Κάθε μέλος της Εκκλησίας, οφείλει εν υπακοή να εντάσσει τον εαυτό του στην Παράδοση αυτή και εντέλει να καθίσταται μέρος αυτής.
Κατ’ αυτό τον τρόπο, η διδασκαλία της Εκκλησίας παραδίδεται στον εκάστοτε φορέα της «ανόθευτη» και κατά τον ίδιο τρόπο (παραλαβή-παράδοση), αυτός οφείλει να τη διαφυλάξει «ανόθευτη», ώστε κατά την ώρα της διαδοχής, να την παραδώσει ακεραία και αλώβητη στους μαθητές του, υπό την ευρεία ή τη στενή έννοια.
… Ανανέωση;
Ακριβώς, η εν ταπεινώσει εγκατάλειψη κάθε ναρκισσιστικής βεβαιότητας ότι το μέρος (ο πιστός) μπορεί να διεκδικεί την αλήθεια (την οποία κηρύσσει η Εκκλησία, δηλαδή το Όλον), εγγυάται την ανανέωση της Παραδόσεως και τη βεβαιότητα ότι η Ορθοδοξία είναι απόλυτη διότι αποτελεί τον μόνο τρόπο υπάρξεως για τον Χριστιανό. Διότι το μέλος της Εκκλησίας που ματώνει (θυσιάζοντας το θέλημά του για να μην παρασυρθεί από τους ψιθύρους που τον προτρέπουν να υπερυψωθεί ως Θεός!)(9) για να λάβει πνεύμα, μεταγγίζει αυτή τη βιωματική του πείρα στο Σώμα της Εκκλησίας και τότε η ανανέωση είναι ουσιαστική και όχι υπόθεση σχεδίου εργασίας. Διότι ο ίδιος έχει προηγουμένως καταστήσει τον εαυτό του μαρτύριον Ορθοδοξίας(10)!
1.     Πρβλ. Ιω Καρμίρη, Τα Δογματικά και Συμβολικά Μνημεία της Ορθοδόξου Καθολικής Εκκλησίας, τ. Ι, εν Αθήναις 1960, σ. 244.
2.     Βαρσανουφίου και Ιωάνου του προφήτου, Αποκρίσεις και επιστολαί, 536, F. Neyt and P. de Angelis-Noah, Correspondance, τ. ΙΙ, 2, Sources chrétiennes 451, Les éditions du cerf, Paris 2001, σ. 680.
3.     Αββά Δωροθέου, Διδασκαλίαι διάφοροι, ΙΙΙ, 42, L. Regnault - J. de Préville, Dorothée de Gaza. Oeuvres spirituelles, S.C. 92, Les éditions du cerf, Paris 1963σ. 212.
4.     Εβρ. 11, 36-38.
5.     Αποφθέγματα Πατέρων, Αββά Λογγίνου, 5, PG 65, 257B.
6.     Κ. Κορναράκη, Η θεολογία των ιερών εικόνων κατά τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, Εκδ. Επέκταση, Κατερίνη 1998, σ. 319 κ.εξ.
7.     Κατήχησις Μικρά, 51, Α. Mai – I. Cozza-Luzzi, Novae Patrum Biliotheca 9.1, Romae 1888, σ. 123. Πρβλ. Εβρ. 10, 23.
8.     Πρβλ. Κ. Κορναράκη, Η θεολογία των ιερών εικόνων κατά τον όσιο Θεόδωρο τον Στουδίτη, σσ. 313-328.
9.     Πρβλ. «και έσεσθε ως θεοί» (Γεν. 3, 5).
10.  Πρβλ. «Ου τι αν ην χάριστρον, τοσούτους αδελφούς ημών, μέχρι γαρ εκατοντάδος και προς ο αριθμός πρόεισιν δίκην αστέρων διαλάμψαντας, εφ οις τόποις περιερρίφησαν, εκείσε καταλελοιπέναι τοις τε νυν και τοις μετέπειτα εις μαρτύριον ορθοδοξίας τα εαυτών ιερά σώματα» (Κατήχησις Μικρά, 36, Α. Mai – I. Cozza-Luzzi, σ. 86).