Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Το έργο του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας "Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς"


Το έργο του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας "Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς"
Εν Πειραιεί 9-6-2013
ΤΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
«ΠΕΡΙ ΤΗΣ ΕΝΑΝΘΡΩΠΗΣΕΩΣ ΤΟΥ ΜΟΝΟΓΕΝΟΥΣ»

ΕΙΣΑΓΩΓΗ
Μέσα στο σύνολο των χριστολογικών έργων του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας υπάρχει κι αυτό που τιτλοφορείται ως εξής˙ Περί της  Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς. Στο έργο αυτό βλέπει κανείς την στάση του αγίου Κυρίλλου απέναντι στις χριστολογικές αιρέσεις της εποχής του και πολύ περισσότερο απέναντι στη λεγομένη διαιρετική χριστολογία.
Το έργο γράφτηκε μεταξύ των ετών 425-427[1]. Ο Νεστόριος ανήλθε στο θρόνο της Κων/λεως το 428[2]. Είναι εύλογο να υποθέσει κανείς ότι ο άγιος Κύριλλος συνέταξε το έργο αυτό πρίν ακόμη εκδηλωθεί η νεστοριανική ‘καταιγίδα’. Η κακοδοξία, όμως, που εξέφρασε ο αιρετικός Νεστόριος είχε αρχίσει να διδάσκεται νωρίτερα. Πριν ακόμη από την ολοκληρωτική θεολογική ήττα των Αρειανών το 381 με την Β΄ Αγία και Οικουμενική Σύνοδο και το Σύμβολο Νικαίας-Κων/λεως, είχαν αρχίσει να διαμορφώνονται τόσο η συγχυτική χριστολογία από τον Απολλινάριο Λαοδικείας (360 κ.ε.), ότι ο Χριστός είναι μία σύνθετη φύσις και ότι ο Θεός Λόγος δεν προσέλαβε ανθρώπινο νου, αλλά αυτός απετέλεσε τον νου του Χριστού, όσο και η διαιρετική χριστολογία από τον Διόδωρο Ταρσού (370), ότι στον Χριστό υπάρχουν δύο Υιοί, δύο πρόσωπα[3], ο φύσει Υιός του Πατρός και ο άνθρωπος, που γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία. 
Η αντίθεση του αγίου Κυρίλλου στη διαιρετική χριστολογία φαίνεται και σε προγενέστερα έργα του, όπως τα Γλαφυρά και στις Πασχάλιες Ομιλίες[4]. Όμως, στο συγκεκριμένο έργο αρχίζει την συστηματικότερη αντίκρουσή της. Ποιός, όμως, ήταν ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας;
ΣΥΝΟΠΤΙΚΟΣ ΒΙΟΣ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΚΥΡΙΛΛΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας γεννήθηκε το 370 και ήταν ανηψιός του πατριάρχου Θεοφίλου. Διαδέχθηκε στο θρόνο τον θείο του παρά την ισχυρή αντίδραση της κυβέρνησης και του εκκλησιαστικού περιβάλλοντος της Αλεξανδρείας. Η βιαιότητα του χαρακτήρα του και η εμπάθειά του εκδηλώθηκαν έντονα στην περίπτωση των αιρετικών Νοβατιανών και των Ιουδαίων της Αλεξανδρείας, πράγμα που τον έφερε σε σύγκρουση με τον έπαρχο Ορέστη. Το όνομα του αγίου Κυρίλλου αναμίχθηκε στο φόνο της φιλοσόφου Υπατίας.
Στα εκκλησιαστικά πράγματα ο άγιος Κύριλλος ήδη από το 403 πήρε μέρος, συνοδεύοντας τον θείο του, στην αντικανονική σύνοδο της Δρυός, που κατεδίκασε τον άγιο Ιωάννη τον Χρυσόστομο. Αρχικά ο άγιος Κύριλλος συμμερίσθηκε την αρνητική στάση του θείου του έναντι του αγίου Ιωάννου, αφού το 416 χρησιμοποίησε πολύ σκληρή γλώσσα κατά του μεγάλου Πατρός της Εκκλησίας μας. Αργότερα, όμως, ως επίσκοπος υποχώρησε και ενέγραψε στα Δίπτυχα της Εκκλησίας το όνομα του ιερού Χρυσοστόμου περί το 418.  
Αλλά, αυτό, για το οποίο είναι γνωστή η δραστηριότητα του αγίου Κυρίλλου, είναι ο αγώνας του κατά του αιρετικού Νεστορίου.
Ήδη από το 429 ο άγιος Κύριλλος πήρε θέση κατά του αιρετικού Νεστορίου με μια πασχάλιο  Επιστολή, που έστειλε το χρόνο αυτό. Ο άγιος Κύριλλος και ο αιρετικός Νεστόριος απευθύνθηκαν στον πάπα Καιλεστίνο, ο οποίος με σύνοδο στη Ρώμη το 430 κατεδίκασε τον αιρετικό Νεστόριο. Μετά απ’αυτό ο άγιος Κύριλλος έστειλε στον αιρετικό Νεστόριο ένα κείμενο, που περιείχε 12 αναθεματισμούς και τού ζητούσε να το υπογράψει, για να απαρνηθεί με τον τρόπο αυτό τις πλάνες του. Ο αιρετικός Νεστόριος αρνήθηκε.
Το 431 συνεκλήθη η Γ΄ Αγία και Οικουμενική Σύνοδος στην Έφεσο, η οποία είχε ως πρόεδρο τον Άγιο Κύριλλο. Ο αιρετικός Νεστόριος ήδη από την πρώτη ημέρα καθαιρέθηκε από τον θρόνο του, αφορίστηκε και καταδικάστηκε η διδασκαλία του. Ο πατριάρχης Αντιοχείας Ιωάννης, που ήταν υποστηρικτής του αιρετικού Νεστορίου, έφθασε στη σύνοδο 4 ημέρες αργότερα. Συνεκάλεσε μια αντισύνοδο, η οποία κατεδίκασε τον άγιο Κύριλλο για την φράση του «μίαν φύσιν του Λόγου σεσαρκωμένην ». Όπως ήταν φυσικό δημιουργήθηκε σύγχυση και ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος διέταξε την εκθρόνιση και φυλάκιση και του αιρετικού Νεστορίου και του αγίου Κυρίλλου. Τελικά, ο άγιος Κύριλλος κατάφερε και απέφυγε την καταδίκη και επέστρεψε ως θριαμβευτής στην Αλεξάνδρεια, ενώ ο αιρετικός Νεστόριος κλείστηκε σε μοναστήρι στην Αντιόχεια. Η διαμάχη, όμως, δεν σταμάτησε. Οι Αντιοχειανοί καταφέρονταν κατά του αγίου Κυρίλλου. Το 433, όμως, ο  Αντιοχείας Ιωάννης ήλθε σε συμφωνία με τον άγιο Κύριλλο και κατεδίκασε τη διδασκαλία του αιρετικού Νεστορίου, ενώ ο άγιος Κύριλλος τού έστειλε την περίφημη 39η Επιστολή του, στην οποία υπογραμμίζεται η ασύγχυτη ένωση των δύο φύσεων του Χριστού και η Μαρία ονομάζεται Θεοτόκος. Ο άγιος Κύριλλος αγωνίσθηκε κατά των Νεστοριανών για δέκα ακόμη χρόνια. Ωφείλουμε, επίσης, να επισημάνουμε ότι βασική θέση της Χριστολογίας του Αγίου Κυρίλλου ήταν η καθ’υπόστασιν ένωση των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Θεού Λόγου. Δείγμα του πανορθοδόξου κύρους και της αναγνωρίσεως της χριστολογικής θεολογίας του αγίου υπήρξε η υιοθέτηση της χριστολογίας του ως κριτηρίου ορθοδοξίας στην Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο. Εκοιμήθη εν Κυρίω το 444. Η μνήμη του τιμάται στις 9 Ιουνίου, ενώ η ανάμνηση της φυγής του από την Αλεξάνδρεια στην Έφεσο για την σύγκληση της Γ΄ Αγίας και Οικουμενικής Συνόδου στις 18 Ιανουαρίου[5].
ΤΟ ΠΕΡΙΕΧΟΜΕΝΟ ΤΟΥ ΕΡΓΟΥ
Πρόκειται για διάλογο, που απομιμείται τους πλατωνικούς διαλόγους, ένα σύνηθες για την εποχή εκείνη φαινόμενο. Η διαλογική συζήτηση γίνεται με κάποιο υποθετικό πρόσωπο, ονόματι Ερμεία. Το αντικείμενο της συζητήσεως είναι το Μυστήριο της Ενανθρωπήσεως του Μονογενούς Υιού και Λόγου του Θεού, δηλαδή η χριστολογική διδασκαλία της Εκκλησίας.
Ο Ερμείας, κάνοντας την αρχή του διαλόγου, διαπιστώνει ότι πολλοί, σα να είναι μεθυσμένοι («...καταμεθύουσί τινες...»), διατυπώνουν διάφορες γνώμες, με τις οποίες, όμως, παραχαράττουν τα παραδεδομένα υπό της Αγίας Γραφής. Ο άγιος Κύριλλος, στη συνέχεια, τον παρακινεί να πει, ποιοί είναι του καθενός απ’αυτούς οι «θρύλλοι καί τά σεμνά μυθάρια». Κι έτσι ο Ερμείας αναφέρει τις μέχρι τότε χριστολογικές αιρέσεις ως παρερμηνείες της Αγίας Γραφής.
Η αρχή γίνεται με την αναφορά του Ερμεία στην χριστολογική αίρεση του δοκητισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο εκ Θεού Λόγος ναι μεν έγινε άνθρωπος, αλλά δεν φόρεσε, δεν προσέλαβε την σάρκα από την Παρθένο. Δηλαδή, ο Χριστός δεν είχε πραγματικό, αλλά φαινομενικό σώμα, παρουσιάσθηκε φαινομενικά ως άνθρωπος.    
Στή συνέχεια ο Ερμείας αναφέρεται στην χριστολογική αίρεση του Αρειανισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο Χριστός δεν ήταν κατά φύσιν Θεός, αλλά ένα θεοποιημένο κτίσμα, ένας θεοποιημένος άνθρωπος. Οι τάλανες Αρειανοί, λέει, «παραιτούνται στεφανούν τήν από γης σάρκα ταις ανωτάτω δόξαις» και ισχυρίζονται ότι ο εκ Θεού Πατρός φυείς Λόγος μετατράπηκε «εις οστέων τε καί νεύρων καί σαρκός φύσιν».
Πιό κάτω κάνει λόγο γι’αυτούς, πού υποστηρίζουν ότι ο Λόγος έλαβε την αρχή της υπάρξεώς Του από την στιγμή της γεννήσεώς Του από την Παρθένο, καθώς επίσης και για την αίρεση του Μαρκέλλου και του Φωτεινού, οι οποίοι έλεγαν ότι ο Λόγος είναι ανυπόστατος και όχι ενυπόστατος, δηλαδή απλός προφορικός λόγος και επομένως δεν είναι Θεός.
Στο τραπέζι της συζητήσεως τίθεται και χριστολογική αίρεση του Απολλιναρισμού, σύμφωνα με τον οποίο ο Λόγος του Θεού δεν προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση. Η ενσάρκωση δεν αποτελεί τέλεια ενανθρώπηση, γιατί κατ’αυτήν ο Λόγος του Θεού προσέλαβε από την ανθρώπινη φύση μόνο το σώμα και την άλογη ψυχή. Ο Χριστός είναι μία σύνθετη φύσις και ο Θεός Λόγος δεν προσέλαβε ανθρώπινο νου, αλλά αυτός απετέλεσε τον νου του Χριστού.
Τέλος, ο Ερμείας παρουσιάζει και την διδασκαλία της χριστολογικής αιρέσεως του Νεστοριανισμού, ο οποίος απορρίπτει την οντολογική, την πραγματική ένωση εν Χριστώ της θείας με την ανθρώπινη φύση και κόβει, διαιρεί («καταδιΐστησιν») σε δύο τον ένα Χριστό, θεωρώντας ότι άλλος είναι ο άνθρωπος Ιησούς, που γεννήθηκε από την Παρθένο, και άλλος είναι ο εκ Θεού Πατρός Λόγος. Ο Θεός Λόγος ενώθηκε κατ’άκραν συνάφειαν, δηλαδή με μια απλή συνάφεια, με μια ηθική και σχετική ένωση, με τον άνθρωπο Ιησού και έτσι προήλθε ο Χριστός. Ο Θεός Λόγος δηλαδή ενοίκησε στο ναό, τον άνθρωπο Ιησού.
Εν κατακλείδι, ο Ερμείας μάς παρουσιάζει και την νεστοριανική ερμηνεία δύο χωρίων της Αγίας Γραφής. Σύμφωνα, λοιπόν, με τους νεστοριανούς τό χωρίο «Ουδείς έγνω τόν Υιόν, ει μή ο Πατήρ»[6] δηλώνει τον φύσει και αληθεία Υιόν του Πατρός, ενώ αυτό που είπε ο Αρχάγγελος Γαβριήλ στην Θεοτόκο «Μή φοβού, Μαριάμ˙ εύρες γάρ χάριν παρά τω Θεώ καί ιδού συλλήψη εν γαστρί καί τέξη υιόν καί καλέσεις τό όνομα αυτού Ιησούν»[7], δηλώνει τον άνθρωπο Ιησού.
Μετά από την παράθεση των παραπάνω χριστολογικών αιρέσεων, ο Ερμείας ζητά από τον άγιο Κύριλλο να τού εκθέσει την αληθινή πίστη, «τό ακιβδήλως έχον»[8].
            Ο άγιος Κύριλλος ανασκευάζει πρώτα την αίρεση του δοκητισμού, τον οποίο, παραπέμποντας σε ακαταμάχητα βιβλικά χωρία, χαρακτηρίζει ανατροπή όλης της πίστεως και ακύρωση της σωτηρίας. Απευθυνόμενος προς τους δοκήτες τούς λέει : «Πλανάσθε μή ειδότες τάς Γραφάς»[9] μήτε της ευσεβείας τό μέγα μυστήριον, δηλαδή τόν Χριστόν, «ος εφανερώθη εν σαρκί, εδικαιώθη εν Πνεύματι, ώφθη αγγέλοις, εκηρύχθη εν έθνεσιν, επιστεύθη εν κόσμω, ανελήφθη εν δόξη»[10]. Αυτό το μυστήριο της ευσεβείας δεν είναι τίποτε άλλο, λέει, παρά αυτός ο ίδιος ο εκ Θεού Πατρός Λόγος, ο οποίος φανερώθηκε σ’εμάς εν σαρκί. Γιατί, γεννήθηκε από την αγία Παρθένο και έλαβε μορφή δούλου. Φανερώθηκε και στους αγγέλους, οι οποίοι, όταν γεννήθηκε, Τον υμνούσαν, λέγοντας, «Δόξα εν υψίστοις Θεώ καί επί γης ειρήνη, εν ανθρώποις ευδοκία»[11]. Αλλά, φανερώθηκε και στους ποιμένες, οι οποίοι μάς παρείχαν σημεία για τον Θεό Λόγο, που έλαβε σάρκα  για’μας. «Ιδού, εγεννήθη υμίν σήμερον Σωτήρ, ος εστι Χριστός Κύριος εν πόλει Δαβίδ. Καί τούτο υμίν τό σημείον˙ ευρήσετε βρέφος εσπαργανωμένον, κείμενον εν φάτνη»[12]. Αν, λοιπόν, ερωτά ο άγιος Κύριλλος, υφίσταται ο διά Παρθένου τόκος και η εν σαρκί φανέρωση, πώς το όνομα της δοκήσεως, η οποία διαγράφει μια τόσο παχεία και εναργή οικονομία, δεν είναι αδρανής εικαιομυθία και μανία και λήρος; Γιατί, αν υπήρχε σκιά και δόκηση, τότε δεν θα υπήρχε αληθινή σάρκωση, ούτε θα κυοφορούσε η Παρθένος, ούτε ο εκ Θεού Πατρός Λόγος θα προσελάμβανε το σπέρμα του Αβραάμ, ούτε θα γινόταν όμοιος με τους αδελφούς. Εμείς, συνεχίζει ο άγιος Κύριλλος, δεν είμαστε σκιά και δόκηση, αλλά βρισκόμαστε σε απτά και ορατά σώματα, φοράμε αυτή την γηγενή σάρκα και νικώμαστε από τη φθορά και τα πάθη. Έτσι, λοιπόν, αν ο Λόγος δεν γινόταν καθ’όλα άνθρωπος, τότε δεν θα μπορούσε και δεν θα ήθελε να βοηθήσει αυτούς, που πειράζονται και ταλαιπωρούνται, επειδή ο Ίδιος δεν θα είχε πάθει και δεν θα δοκίμαζε πειρασμούς. Γιατί, η σκιά δεν μπορεί να πάθει ο,τιδήποτε. Και το σύμπαν θα εξαφανιζόταν και θα προσχωρούσε στην ανυπαρξία. Ακόμη, ποιόν νώτο (πλάτη) παρέδωσε ο Χριστός σε μαστίγωση για την σωτηρία μας; Ποιό μάγουλο παρέδωσε στους Ιουδαίους, που Τον χτυπούσαν, και υπέμεινε τις πληγές; Ή σε ποιόν έμπηξαν καρφιά στα χέρια και στα πόδια, παρά σ’Αυτόν, που φόρεσε την ανθρώπινη σάρκα; Ή ποιά πλευρά, αφού ένυξαν οι απεσταλμένοι του Πιλάτου, ανέβλυσε απ’αυτή αίμα και ύδωρ, πράγμα που έγινε σ’όλους ορατό; Κι αν χρειάζεται να πούμε κάτι πέρα απ’αυτά, επισημαίνει ο άγιος Κύριλλος, τότε ο Χριστός ούτε πέθανε για’μας, ούτε αναστήθηκε. Πράγμα, το οποίο αν παραδεχθούμε, τότε κενώνεται η πίστη, εξαφανίζεται ο σταυρός, που είναι η σωτηρία και η ζωή του κόσμου και καταστρέφεται παντελώς η ελπίδα αυτών, που εν πίστει έχουν κοιμηθεί.
Εν συνεχεία, ο άγιος Κύριλλος φέρνει και την μαρτυρία του Αποστόλου των Εθνών και μακαρίου Παύλου, ο οποίος απευθυνόμενος προς τους Κορινθίους και κατ’επέκτασιν προς όλους τους Ορθοδόξους Χριστιανούς, λέγει : « Παρέδωκα γάρ υμίν εν πρώτοις, ο καί παρέλαβον, ότι Χριστός απέθανεν υπέρ των αμαρτιών ημών, κατά τάς Γραφάς, καί ότι ώφθη Κηφά, είτα τοις δώδεκα, έπειτα ώφθη επάνω πεντακοσίοις αδελφοίς εφάπαξ, εξ ων οι πλείονες μένουσιν έως άρτι, τινές δέ καί εκοιμήθησαν. Έπειτα ώφθη Ιακώβω, έπειτα τοις αποστόλοις πάσιν, έσχατον δέ πάντων, ωσπερεί τω εκτρώματι ώφθη καμοί»[13]. Και πάλι˙ «Ει δέ Χριστός κηρύσσεται, ότι εκ νεκρών εγήγερται, πώς λέγουσιν εν υμίν τινές, ότι ανάστασις νεκρών ουκ έστιν; Ει δέ ανάστασις νεκρών ουκ έστιν, ουδέ Χριστός εγήγερται. Ει δέ Χριστός ουκ εγήγερται, κενόν άρα τό κήρυγμα ημών, κενή καί η πίστις ημών. Ευρισκόμεθα δέ καί ψευδομάρτυρες του Θεού, ότι ήγειρε τόν Χριστόν, ον ουκ ήγειρεν, είπερ άρα νεκροί ουκ εγείρονται»[14].
Προχωρώντας την ανασκευή των θέσεων της αιρέσεως του δοκητισμού, ρωτάει ο Άγιος Κύριλλος με έμφαση με ποιόν τρόπο γίνεται να πεθάνει η σκιά; Πώς, λοιπόν, ο Θεός Πατήρ ανέστησε τον Χριστό, αν  Αυτός είναι σκιά και φαντασία και δεν μπορεί να αλλοιωθεί από τα δεσμά του θανάτου; Ας εξαφανισθεί, λοιπόν, αυτός ο εμετός τους, αφού θεωρούμε ότι αυτά, που λένε, είναι μύθος και αποβράσματα της νοσηράς σκέψης τους. Τέτοιους ανθρώπους μάς προαναγγέλλει ο ηγαπημένος μαθητής του Σωτήρος, γράφοντας : «Πολλοί ψευδοπροφήται εξεληλύθασιν εις τόν κόσμον. Εν τούτω γινώσκεται τό Πνεύμα του Θεού. Παν Πνεύμα, ο ομολογεί Ιησούν Χριστόν εν σαρκί εληλυθότα, εκ του Θεού εστί. Καί τούτο εστι τό του Αντιχρίστου, ο ακηκόατε ότι έρχεται, καί νυν εν τω κόσμω εστίν ήδη»[15].
Κατακλείοντας την αντιμετώπιση της αιρέσεως του δοκητισμού ο άγιος Κύριλλος, διαπιστώνει ότι, αν ο Χριστός δεν έγινε άνθρωπος, τότε ούτε αναλήφθηκε προς τον εν τοις ουρανοίς Πατέρα και Θεό, ούτε θα επιστρέψει απ’τον ουρανό σαν εμάς, δηλαδή ως άνθρωπος με σάρκα[16].
Κατόπιν ο άγιος Κύριλλος αποδεικνύει λογικώς αδύνατη και γραφικώς ανεπίτρεπτη την τροπή του Λόγου σε σάρκα, λέγοντας ότι ο πολυέλεος Λόγος του Θεού, που είναι ο δημιουργός των πάντων, εκένωσε εαυτόν και έγινε άνθρωπος για’μας, αφού έλαβε ανθρώπινη σάρκα διά μέσου παρθένου γυναικός. Επειδή τα παιδιά του Θεού έχουν πάρει όλα την ασθενή και φθαρτή ανθρώπινη φύση, σάρκα και αίμα, γι’αυτό κι Αυτός κατά παρόμοιο τρόπο πήρε σάρκα και αίμα, την ανθρώπινη φύση, χωρίς, όμως, καμμία αμαρτία. Έγινε άνθρωπος, για να εξουδετερώσει με τον θάνατό Του και καταργήσει τον διάβολο, ο οποίος μέχρι προ ολίγου είχε την δύναμη και την εξουσία να ρίπτει τους ανθρώπους, εξ αιτίας των αμαρτιών τους στον θάνατο και να απαλλάξει αυτούς, οι οποίοι, εξαιτίας του φόβου του θανάτου, κυριαρχούνταν σ’όλο το διάστημα της ζωής τους από την καταθλιπτική δουλεία της αγωνίας και του τρόμου απέναντι του θανάτου. Να, λοιπόν, τί λέει η Γραφή[17].
Έπειτα, μάς εξηγεί την διαφορά, την διάκριση που υπάρχει μεταξύ ακτίστου και κτιστού, μεταξύ αγεννήτου και γεννητής φύσεως. Η γεννητή φύση, επειδή έλαβε την ύπαρξή της εν χρόνω, δεν είναι έξω από τα πεπερασμένα όριά της, αν πάθει κάποια αλλοίωση. Γιατί αυτό, που έλαβε την ύπαρξή του εν χρόνω, έχει σπαρμένο μέσα του και την αλλοίωση. Η αγέννητη φύση, δηλαδή ο Θεός, που είναι πάνω από κάθε νου, επειδή έχει την ύπαρξή Του ανεξάρτητη και υπερέχουσα από κάθε γέννηση και φθορά, υπερέχει κάθε τροπής. Ο Θεός εξαιτίας της ίδιας της φύσεώς Του, που είναι αγέννητη, υπερέχει και διαφέρει ασυγκρίτως από κάθε τι, που λαμβάνει την ύπαρξή του διά της γεννήσεως και, επομένως, δεν μπορεί να συμβεί κάτι σ’Αυτόν από αυτά, που, συνήθως, συμβαίνουν στα δημιουργήματά Του. Έτσι, λοιπόν, το θείον είναι αμετάπτωτο. Τα κτιστά, όμως, επειδή βρίσκονται σε αλλοίωση και τροπή, έχουν την παραφθορά κοντά στην πόρτα τους αγχίθυρος [= αγχι (κοντά-πλησίον-εγγύς) + θύρα (πόρτα)]. Και γνωρίζοντας αυτό το πράγμα πολύ καλά και σα να φιλοσοφεί άριστα ο προφήτης Ιερεμίας λέει προς τον Θεό ότι «Σύ καθήμενος εις τόν αιώνα καί ημείς απολλύμενοι τόν αιώνα». Έτσι, λοιπόν, το θείον βασιλεύει και κατακρατεί τα πάντα, χωρίς να τυραννείται από κανένα πάθος. Εμείς, όμως, επειδή έχουμε ευτροχώτατη και ευπαράφορη φύση, εξαιτίας της αλλοιώσεως και της τροπής, που φέρουμε μέσα μας, απολλύμεθα τόν αιώνα, δηλαδή χανόμασθε σε κάθε καιρό και χρόνο, αφού είμαστε φθαρτοί και τρεπτοί. Ούτε η αγέννητη θεία φύση έπαθε κάποια τροπή από τα πάθη, ούτε η γεννητή, φθαρτή και αλλοιουμένη κτιστή φύση απέκτησε την ουσιώδη ατρεψία, ούτε απέκτησε τα αγαθά της θείας φύσεως, σα να ήταν δικά της.
Και, για να αντιληφθούμε καλύτερα ότι η φύση του Λόγου είναι παντελώς άτρεπτη και αναλλοίωτη, ενώ η γεννητή φύση είναι αλλοιωτή, ο άγιος Κύριλλος μάς φέρνει την μαρτυρία του πνευματοφόρου και προφητάνακτος μακαρίου Δαβίδ, ο οποίος λέγει : «Οι ουρανοί απολούνται, σύ δέ διαμένεις, καί πάντες ως ιμάτιον παλαιωθήσονται, καί ωσεί περιβόλαιον ελίξεις αυτούς, καί αλλαγήσονται. Σύ δέ ο αυτός ει, καί τά έτη σου ουκ εκλείψουσι ».
Και κατακλείει λέγοντας, ότι η θεωρία περί της τροπής του Λόγου σε σάρκα είναι λήρος και μανία[18].           
Πιo κάτω ο άγιος Κύριλλος έρχεται να ανασκευάσει με τον ίδιο πάλι τρόπο την θεωρία περί της τροπής της σαρκός στη φύση της θεότητος.
Αν η φύση της θεότητος μετατράπηκε στη φύση της σαρκός, αυτό σημαίνει ότι η ανθρώπινη φύση πέταξε την σάρκα και μετεβλήθη σε θεότητα και θεία ουσία. Όμως, εμείς δεν θα πεισθούμε σ’αυτή την εμβροντησία και την ασυνεσία, αλλά θα πιστέψουμε περισσότερο τις θείες Γραφές και τον προφήτη Ησαΐα, ο οποίος λέει : «Ιδού η Παρθένος εν γαστρί λήψεται καί τέξεται Υιόν καί καλέσεις τό όνομα αυτού Εμμανουήλ»[19], με την οποία προφητεία επισφραγίζεται η προσφώνηση του Αρχαγγέλου και ερμηνεύεται η άνωθεν εκλογή της Παρθένου : «Μή φοβού Μαριάμ ότι ιδού συλλήψη εν γαστρί καί τέξη Υιόν καί καλέσεις τό όνομα αυτού Ιησούν»[20]. Εμείς πιστεύουμε, προσθέτει ο άγιος Κύριλλος, ότι ο Εμμανουήλ πραγματικά γεννήθηκε από Παρθένο γυναίκα και διατηρούμε το λαμπρό και αξιάγαστο των δύο φύσεων[21].
Κατόπιν ο άγιος Κύριλλος επιχειρηματολογεί εναντίον εκείνων, που πίστευαν ότι ο Λόγος έλαβε αρχή της υπάρξεως από την στιγμή της γεννήσεώς Του από την Παρθένο.
Κατ’αρχήν ο άγιος Κύριλλος είναι αυστηρός και χαρακτηρίζει αυτή την θεωρία ως δυσβουλία και μειρακιώδη αβελτηρία, ως μύθο γραώδη και βδελυρό και για τους πιστεύοντας αυτήν εφαρμόζει το εξής γραφικό χωρίο : «Τάφος, αληθώς, ανεωγμένος ο λάρυγξ αυτών, ταις γλώσσαις αυτών εδολιούσαν, ιός ασπίδων υπό τά χείλη αυτών, ων τό στόμα αράς καί πικρίας γέμει»[22].
Έπειτα φέρνει την μαρτυρία του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου. «Εν αρχή ην ο Λόγος, πάντα δι’αυτού εγένετο καί χωρίς αυτού εγένετο ουδέ εν»[23]. «Ο ην απ’αρχής, ο ακηκόαμεν, ο εωράκαμεν τοις οφθαλμοίς ημών, ο εθεασάμεθα καί αι χείρες ημών εψηλάφησαν περί του λόγου της ζωής. Καί η ζωή εφανερώθη καί εωράκαμεν καί μαρτυρούμεν καί απαγγέλλομεν υμίν τήν ζωήν τήν αιώνιον, ήτις ην πρός τόν Πατέρα καί εφανερώθη ημίν»[24]. Ως απόδειξη της αρχαιότητος της υπάρξεως του Χριστού φέρνει τα ίδια τα λόγια του Σωτήρος, ο οποίος είπε προς τους Ιουδαίους : « Αμήν, αμήν λέγω υμίν, πρίν Αβραάμ γενέσθαι, εγώ ειμί»[25]. Εδώ, βέβαια, ο Χριστός μιλάει για την αΐδια ύπαρξή Του ως Θεός, πράγμα που οι Ιουδαίοι παρανόησαν και, απορώντας, Τόν ρώτησαν : «Πεντήκοντα έτη ούπω έχεις, καί Αβραάμ εώρακας»;[26]
Στη συνέχεια ο άγιος Κύριλλος ανασκευάζει την αίρεση του Μαρκέλλου και του Φωτεινού, οι οποίοι έλεγαν ότι ο Λόγος είναι ανυπόστατος και όχι ενυπόστατος, δηλαδή απλός προφορικός λόγος και επομένως δεν είναι Θεός.
Αμέσως φέρνει σε αντιπαράθεση ο άγιος Κύριλλος το ερώτημα του Αποστόλου και Ευαγγελιστού Ιωάννου : «Τίς εστίν ο ψεύστης, ει μή ο αρνούμενος, ότι  Ιησούς ουκ έστιν ο Χριστός; Ούτος εστίν ο αντίχριστος, ο αρνούμενος τόν Πατέρα καί τόν Υ]ιόν. Πας ο αρνούμενος τόν Υιόν, ουδέ τόν Πατέρα έχει˙ ο ομολογών τόν Υιόν, καί τόν Πατέρα έχει»[27]. Κανένας δεν μπορεί να μάθει τί είναι ο Πατήρ, αν δεν δεχθεί τον Υιό ενυπόστατο και γεννητό. Όπως, επίσης, κανένας δεν μπορεί να μάθει τί είναι ο Υιός, αν δεν δεχθεί ότι γέννησε ο Πατήρ. Αν ο Υιός είναι ανύπαρκτος, δεν μπορούμε αληθινά να καταλάβουμε τον Πατέρα. Πώς θα είναι Πατήρ, αν δεν γέννησε αληθινά; Ή, αν γέννησε το ανυπόστατο και ανύπαρκτο, τότε αυτό, που γέννησε, είναι το μηδέν. Γιατί, το ανυπόστατο ισούται με το μηδέν και περισσότερο μ’αυτό, που δεν υπάρχει καθόλου. Επομένως, ο Θεός είναι Πατήρ του μηδενός. Αλλά, αυτά χαρακτηρίζονται «ύθλος εικαίος» από τον άγιο Κύριλλο. Πώς θα ήταν εξαίρετη η αγάπη του Θεού και Πατρός σ’εμάς; Κι αν έδωσε ο Πατήρ τον ανυπόστατο Υιό Του για τη σωτηρία μας, τότε έδωσε το μηδέν, άρα ούτε ο Λόγος έγινε άνθρωπος, ούτε υπέστη τον Τίμιο Σταυρό, ούτε κατήργησε την εξουσία του θανάτου και ούτε αναστήθηκε. Αν, λοιπόν, ο Λόγος είναι το μηδέν και ανύπαρκτος, πώς θα μπορούσε να γίνει κάτι από τα παραπάνω; Άρα, ο λόγος της Γραφής εξαπάτησε τους πιστούς και η εδραιότητα της πίστεως εξαφανίστηκε και μηδενίσθηκε, πράγμα, βέβαια, αδύνατο.
Εξακολουθεί ο άγιος Κύριλλος την ανατροπή της αιρέσεως αυτής με αναφορά τώρα στη θεολογία της φυσικής εικόνος.
Ο Υιός, λέει, χαρακτηρίζεται από την Αγία Γραφή ως «εικών του Πατρός»[28] και χαρακτήρ του Γεγεννηκότος. Και οι εικόνες είναι σαν τα αρχέτυπα. Αν, λοιπόν, η εικόνα είναι ανυπόστατος και ο χαρακτήρ ανύπαρκτος, τότε, αναγκαστικά, ανυπόστατο θα είναι και το αρχέτυπο. Έπειτα, όταν ο Απόστολος Φίλιππος, που ήταν πολύ χρηστομαθής, ζητούσε από τον Χριστό να τού δείξει τον Πατέρα   - «Κύριε, δείξον ημίν τόν Πατέρα καί αρκεί ημίν »[29]-  ζητούσε να δει τον υπαρκτό και ενυπόστατο Πατέρα. Αν, λοιπόν, ο Υιός ήταν ανυπόστατος και μηδενικό, σύμφωνα με το αχαλίνωτο θράσος αυτών των αιρετικών, τότε δεν θα προέτεινε τον Εαυτό Του, για να γνωρίσουμε τον Πατέρα, λέγοντας πάλι προς τον Απόστολο Φίλιππο : «Τοσούτον χρόνον μεθ’υμών ειμί καί ουκ έγνωκάς με, Φίλιππε; Ο εωρακώς εμέ, εώρακε τόν Πατέρα. Ου πιστεύεις, ότι εγώ εν τω Πατρί καί ο Πατήρ εν εμοί εστί; εγώ καί ο Πατήρ εν εσμέν»[30]. Αλλά, πώς γίνεται ο ενυπόστατος και υπαρκτός Πατήρ να έχει μέσα Του τον ανυπόστατο και ανύπαρκτο Υιό; Τότε θα κινδύνευε κι αυτός ο Πατήρ, αφού έχει μέσα Του το μηδέν, να νοηθεί ότι υπάρχει μέσα στο μηδέν και να γίνει κι Αυτός μηδενικό.
Αφού κατέδειξε ο άγιος Κύριλλος την ατοπία του λόγου, καταχωρεί και άλλα δύο αγιογραφικά χωρία, με τα οποία αποδεικνύεται ότι ο Λόγος είναι ενυπόστατος. «Εγώ ειμί η ζωή»[31] είναι το ένα και               «Εγώ ειμί ο Ων» το άλλο. Και καταλήγει ότι η θεωρία περί ανυποστάτου Λόγου είναι «ψευδηγόρημα σαθρόν καί φρενός απόβρασμα της ηλιθιωτάτης»[32].        
Στη συνέχεια ο άγιος Κύριλλος ανατρέπει την αίρεση του απολλιναρισμού, χρησιμοποιώντας περισσότερο λογικά και λιγότερο γραφικά επιχειρήματα.
Αφού παραθέτει την ορθόδοξη ομολογία πίστεως περί του προσώπου του Χριστού και της ενώσεως των δύο φύσεων σε αντιπαράθεση με την αιρετική διδασκαλία του απολλιναρισμού, τούς καλεί να παραμείνουν πιστοί στην αρχαιοτάτη αυτή πίστη και την αποκαλυφθείσα παράδοση από τους Αγίους Αποστόλους και να μην βάζουν την λογική τους και την σκέψη τους σε θέματα δογματικά, που είναι υπέρ νουν, γιατί είναι ριψοκίνδυνο, ενώ και ο ίδιος ο Κύριος λέει : « Ου γάρ εισίν αι βουλαί μου, ώσπερ αι βουλαί υμών, ουδ’ώσπερ αι οδοί υμών, αι οδοί μου, αλλ’ώσπερ απέχει ο ουρανός από της γης, ούτως απέχει η οδός μου από των οδών υμών καί τά διανοήματα υμών από της διανοίας μου». Ο Χριστός είναι τέλειος Θεός και τέλειος άνθρωπος. Η υπέρ λόγον ένωση των δύο ανίσων και ανομοίων φύσεων ασυγχύτως, ατρέπτως, αχωρίστως και αδιαιρέτως στο ένα πρόσωπο, στη μία υπόσταση του Θεού Λόγου, δεν μας εμποδίζει από το να γνωρίζουμε και να προσκυνούμε τον ένα Χριστό και Κύριο και Υιό. Δεν Τον διασπάμε ούτε Τον διαιρούμε. 
Εδώ, όμως, παραθέτει μια πολύ σημαντική θεολογική πτυχή της Χριστολογίας˙ τον λόγο, τον τρόπο και τον σκοπό της Ενανθρωπήσεως.
Ο λόγος της Ενανθρωπήσεως είναι να απαλλάξει το σώμα από την φθορά και την ψυχή από την αμαρτία. Αυτό μαρτυρεί και ο Απόστολος Παύλος, το στόμα του Χριστού : «Επειδή γάρ τά παιδία κεκοινώνηκεν σαρκός καί αίματος, καί αυτός παραπλησίως μετέσχε των αυτών, ίνα διά του θανάτου καταργήση τόν τό κράτος έχοντα του θανάτου, τουτέστι τόν διάβολον, καί απαλλάξη τούτους, όσοι φόβω διά παντός του ζην, ένοχοι ήσαν δουλείας»[33] και «τό γάρ αδύνατον του νόμου, εν ω ησθένει διά της σαρκός, ο Θεός τόν εαυτού Υιόν πέμψας εν ομοιώματι σαρκός αμαρτίας καί περί αμαρτίας, κατέκρινε τήν αμαρτίαν εν τη σαρκί, ίνα τό δικαίωμα του νόμου πληρωθή εν ημίν τοις μή κατά σάρκα περιπατούσιν, αλλά κατά Πνεύμα»[34]. 
Ο τρόπος της Ενανθρωπήσεως είναι βαθύς και απόρρητος και δεν μπορεί να το καταλάβει η διάνοια του ανθρώπου. Είναι ανερμήνευτος. Το βαθύ και υπέρ νουν αυτό μυστήριο μόνο με την απερίεργη πίστη μπορούμε να το δεχθούμε και να το κηρύττουμε.
Στο σημείο αυτό ο άγιος Κύριλλος ανακεφαλαιώνει όλα τα προηγούμενα μ’ένα θαυμάσιο τρόπο και καταλήγει ευχόμενος να εξαφανισθεί κάθε λήρος, κάθε αδρανής μύθος, κάθε ψευδοδοξία και κάθε απάτη προερχομένη από ωραία και κομψά λόγια[35].
Ευθύς αμέσως προχωρά ο άγιος Κύριλλος στην αντίκρουση της αιρέσεως του νεστοριανισμού.
Το ερώτημα τίθεται ευθέως από τον Ερμεία˙ Ποιόν γέννησε η Παρθένος, τον άνθρωπο ή τον Θεό Λόγο; Ο άγιος Κύριλλος απαντά ότι όλη η πλάνη συνίσταται στον χωρισμό, στη διαίρεση του Εμμανουήλ σε Θεό Λόγο και σε άνθρωπο ειδικώς και υπενθυμίζει στον Ερμεία τα λόγια της Αγίας Γραφής : «Υμείς δέ, αγαπητοί, μνήσθητε των ρημάτων των προειρημένων υπό του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, ότι έλεγον υμίν, ότι επ’εσχάτων των χρόνων ελεύσονται εν εμπαιγμονή εμπαίκται κατά τάς εαυτών επιθυμίας πορευόμενοι των ασεβειών. Ούτοι εισίν οι αποδιορίζοντες ψυχικοί, πνεύμα μή έχοντες»[36].
Ο νους μας θεωρεί την διαφορά των φύσεων, της θεότητος και της ανθρωπότητος, αλλά ταυτόχρονα παραδέχεται την ένωσή τους σε ένα Χριστό και Υιό, τον ενανθρωπήσαντα Λόγο. Την θέση αυτή ο άγιος Κύριλλος την στηρίζει αγιογραφικώς˙ «Παύλος δούλος Ιησού Χριστού, κλητός απόστολος, αφωρισμένος εις Ευαγγέλιον Θεού, ο προεπηγγείλατο διά των προφητών αυτού εν Γραφαίς αγίαις, περί του Υιού αυτού του γενομένου εκ σπέρματος Δαβίδ κατά σάρκα, του ορισθέντος Υιού του Θεού εν δυνάμει κατά Πνεύμα αγιωσύνης»[37], και πάλι «Ου γάρ έκρινα του ειδέναι τι εν υμίν, ει μή Ιησούν Χριστόν καί τούτον εσταυρωμένον»[38], και τέλος «Κύριος είπε πρός με˙ Υιός μου ει σύ, εγώ σήμερον γεγέννηκά σε»[39].
Για την κατανόηση του τρόπου της αδιαιρέτου ενώσεως προσκομίζει το παράδειγμα της ενώσεως της ψυχής και του σώματος. Όπως ο άνθρωπος αποτελείται από δύο ανόμοια στοιχεία, την ψυχή και το σώμα, η ένωση των οποίων μάς κάνει τον ένα άνθρωπο, κατά παρόμοιο τρόπο η ένωση των δύο ανομοίων φύσεων επί Χριστού (θείας και ανθρωπίνης) μάς κάνει τον ένα Χριστό.
Πώς, όμως, κατανοούμε τον Χριστό ως Θεό ενανθρωπήσαντα; Ο άγιος Κύριλλος μάς παραπέμπει σε πολύ χαρακτηριστικά αγιογραφικά χωρία. Λέει ο Κύριος ημών Ιησούς Χριστός στους Ιουδαίους ˙ «Ει τέκνα του Αβραάμ ήτε, τά έργα του Αβραάμ εποιείτε αν˙ νυν δέ ζητείτε με αποκτείναι, άνθρωπον ος τήν αλήθειαν υμίν λελάληκα, τούτο Αβραάμ ουκ εποίησε»[40]. Γράφει και ο Απόστολος Παύλος για τον Χριστό : «Ος εν ταις ημέραις της σαρκός αυτού, δεήσεις τε καί ικετηρίας πρός τόν δυνάμενον σώζειν αυτόν εκ θανάτου, μετά κραυγής ισχυράς καί δακρύων προσενέγκας, καί εισακουσθείς από της ευλαβείας, καίπερ ων Υιός, έμαθεν αφ’ων έπαθε τήν υπακοήν»[41]. «Ει γάρ έγνωσαν ουκ αν τόν Κύριον της δόξης εσταύρωσαν»[42]. «Ος ων απαύγασμα της δόξης καί χαρακτήρ της υποστάσεως αυτού, φέρων τε τά πάντα τω ρήματι της δυνάμεως αυτού, καθαρισμόν των αμαρτιών ποιησάμενος, εκάθισεν εν δεξιά της μεγαλωσύνης εν υψηλοίς, τοσούτω κρείττων γενόμενος των αγγέλων, όσω διαφορώτερον κεκληρονόμηκεν όνομα»[43]. «Τόν δέ βραχύ τι παρ’αγγέλους ηλαττωμένον βλέπομεν Ιησο~υν, διά τό πάθημα του θανάτου δόξη καί τιμή εστεφανωμένον»[44] . [45]
Όμως, η νεστοριανή αίρεση έθετε κι άλλο καίριο ερώτημα. Αυτός ο ένας Κύριος Ιησούς Χριστός ποιός είναι, «ο εκ γυναικός άνθρωπος ή γουν ο εκ Θεού Λόγος»; Η απάντηση του αγίου Κυρίλλου απέναντι σ’αυτές τις φληνάφεις εικαιομυθίες είναι ότι ο Ιησούς Χριστός δεν είναι ούτε μόνο ο Θεός Λόγος χωρίς την ανθρωπότητα, ούτε ο εκ Παρθένου ναός χωρίς να ενωθεί με τον Λόγο, αλλά ο Λόγος γενόμενος σάρξ. Και αναφέρει μερικά αγιογραφικά χωρία αποδεικτικά της ανθρωπίνης και θείας φύσεως του Χριστού. Σχετικά με την θεία φύση : «Ο εωρακώς εμέ, εώρακε τόν Πατέρα. Εγώ καί ο Πατήρ εν εσμέν»[46]. «Αμήν, αμήν λέγω υμίν, ότι όπου εάν συναχθώσι δύο ή τρεις εις το εμόν όνομα, εκεί ειμί εν μέσω αυτών»[47]. «Ιδού εγώ μεθ’υμών ειμί πάσας τάς ημέρας, έως της συντελείας του αιώνος»[48]. Και ο Απόστολος Παύλος, ανακηρύττοντας την θεότητα του Χριστού, λέει : «Παύλος ο απόστολος ουκ απ’ανθρώπων, ουδέ δι’ανθρώπων, αλλά διά Ιησού Χριστού»[49]. «Γνωρίζω δέ υμίν τό Ευαγγέλιον, τό ευαγγελισθέν υπ’εμού, ότι ουκ έστι κατά άνθρωπον. Ουδέ γάρ εγώ παρά ανθρώπου παρέλαβον αυτό, ουδέ εδιδάχθην, αλλά δι’αποκαλύψεως Ιησού Χριστού»[50]. Σχετικά με την ανθρώπινη φύση : «Ο Πατήρ μου μείζων μου εστίν»[51].  «Πάτερ άγιε, τήρησον αυτούς εν τω ονόματί σου, ω δέδωκάς μοι, ίνα ώσιν εν, καθώς ημείς. Ότε ήμην μετ’αυτών, εγώ ετήρουν αυτούς εν τω ονόματί σου, ους δέδωκάς μοι, καί εφύλαξα αυτούς, καί ουδείς εξ αυτών απώλετο, ει μή ο υιός της απωλείας, ίνα η Γραφή πληρωθή. Νυν δέ πρός σέ έρχομαι, καί ταύτα λαλώ εν τω κόσμω, ίνα έχωσι τήν χαράν τήν εμήν πεπληρωμένην εν αυτοίς»[52]. Και, τέλος, από τον Απόστολο Παύλο «Ει δέ καί εγνώκαμεν κατά σάρκα Χριστόν, αλλά νυν ουκ έτι γινώσκομεν»[53].
Πολύ ακριβής [εν προκειμένω είναι η χρησιμοποίηση των προσηγοριών Μονογενής και Πρωτότοκος για τον ενανθρωπήσαντα Λόγο, της πρώτης επειδή παραμένει Λόγος, αν και έγινε άνθρωπος, της δευτέρας επειδή έγινε αληθής άνθρωπος. Μάλιστα οι αγγελικές δυνάμεις καλούνται από την Γραφή να προσκυνήσουν τον Πρωτότοκον , όχι γιατί ήταν απλώς άνθρωπος, αλλά γιατί ήταν ο Μονογενής Λόγος, που διά της ενανθρωπήσεως έγινε πρωτότοκος εν πολλοίς αδελφοίς.
Σ’αυτή την ορθόδοξη ερμηνεία του μυστηρίου της ενανθρωπήσεως του Λόγου προβάλλεται μία ένσταση. Άραγε, άνθρωπο προσκυνούμε, όταν προσκυνούμε τον Εμμανουήλ; Ο άγιος Κύριλλος είναι κατηγορηματικός και απαντά ότι δεν προσκυνούμε άνθρωπο ψιλό, αλλά τον κατά φύσιν Θεό, που έγινε άνθρωπος[54].
Η ένσταση γίνεται οξύτερη, εξ αφορμής του λόγου του Χριστού προς την Σαμαρείτιδα : «ημείς προσκυνούμεν ο οίδαμεν»[55]. Λοιπόν, πώς είναι προσκυνητός ο συντασσόμενος με τους προσκυνούντας; Πρόκειται για ένα ερώτημα, που στο βάθος κρύβεται ο νεστοριανισμός και πίσω απ’αυτόν η ιουδαϊκή πλάνη, που έβλεπε τον Χριστό ως άνθρωπο ψιλό. Ο άγιος Κύριλλος με δεξιοτεχνία ξεπερνά την διαιρετική νοοτροπία, που βρίσκεται στη βάση του ερωτήματος και απαντά ότι Αυτός, που μιλούσε στην Σαμαρείτιδα, ήταν ο εις Χριστός, ο οποίος αποτελούνταν από την προσκυνουμένη θεία φύση και την προσκυνούσα ανθρώπινη φύση. Η προσκύνηση αποδίδεται σ’Αυτόν, που κατά τη θεία Του φύση είναι ίσος με τον Πατέρα και μαζί μ’Εκείνον και το Άγιον Πνεύμα συνδοξαζόμενος, έστω κι αν διά της ενανθρωπήσεως έγινε άνθρωπος χάριν ημών, ούτε μόνο Θεός γυμνός, ούτε μόνο άνθρωπος ψιλός. Αυτή την τοποθέτηση κατοχυρώνει ο  άγιος Κύριλλος με πλούσια αναφορά στην Αγία Γραφή και στο Μυστήριο του Αγίου Βαπτίσματος[56].
Το θέμα, που θίγεται στη συνέχεια, είναι η αντίδοση των ιδιωμάτων των φύσεων, εξ αφορμής ενός συμπερασματικού σχολίου του Ερμεία περί του ότι ο Χριστός και ως άνθρωπος χορηγεί το Άγιον Πνεύμα στους αγιαζομένους. Πώς η σάρξ του Χριστού είναι ζωοποιός και πώς ο σταυρωθείς είναι ο κτίσας τα πάντα και εν ω τά πάντα συνέστηκε και πώς ο προσερχόμενος προς τον Βαπτιστή Ιησούς είναι αρχαιότερός του και πώς του Αβραάμ παλαιότερος; Σ’όλ’αυτά τα ερωτήματα ο άγιος Κύριλλος απαντά με την ορθόδοξη διδασκαλία περί της αντιδόσεως των ιδιωμάτων των δύο φύσεων του Χριστού. Οι δύο φύσεις ενώθηκαν αδιαιρέτως, ατρέπτως, αμερίστως και ασυγχύτως, διατηρώντας καθεμιά τις ιδιαιτερότητές της, τα φυσικά και ουσιώδη προσόντα της. Δεν αντίκειται η μία στην άλλη, αλλά η ανθρώπινη υποτάσσεται και εμπλουτίζεται με την θεία φύση. Οι δύο φύσεις αλληλοπεριχωρούνται, δηλαδή ενοικούν, κατά ασύγχυτο τρόπο, στο ένα πρόσωπο του Θεανθρώπου. Κατά την αλληλοπεριχώρηση αυτή η θεία φύση ενεργεί και μεταδίδει, ενώ η ανθρώπινη δέχεται τη θεία ενέργεια. Συνέπεια της υποστατικής ενώσεως και της αλληλοπεριχωρήσεως των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Θεανθρώπου είναι η αντίδοση, η κοινοποίηση των ιδιωμάτων. Δηλαδή αντίδοση των ιδιωμάτων σημαίνει την μετάδοση των ιδιωμάτων και ονομάτων των δύο φύσεων στο ένα πρόσωπο του Χριστού, όχι, όμως, και μετάδοση των ιδιωμάτων της μίας φύσεως στην άλλη καθ’εαυτήν[57]. Και πάλι ρωτά ο Ερμείας : πώς ο Λόγος, αν και υπεράνω φθοράς και θανάτου, λέγεται ότι πέθανε; Και απαντά ο άγιος Κύριλλος˙ επειδή η ανθρώπινη φύση είναι δεκτική θανάτου, Αυτός αναδέχεται το ιδίωμα του θανάτου, επειδή αποθνήσκει κατά σάρκα.
Ο λόγος τελειώνει με την διατύπωση της αντινεστοριανικής πλευράς της Ορθοδόξου πίστεως :                   «ταις των πατέρων επόμενοι δόξαις, τόν εκ ρίζης Ιεσσαί, τόν εκ σπέρματος Δαυίδ, τόν εκ γυναικός κατά σάρκα, τόν μεθ’ημών υπό νόμον ως άνθρωπον και υπέρ ημάς δι’εαυτόν ζωοποιόν καί ζωήν, Υιόν είναι του Θεού κατά αλήθειαν πιστεύομεν, ούτε ψιλούντες θεότητος τό ανθρώπινον, ούτε μήν ανθρωπότητος απαμφιέννυντες τόν Λόγον μετά τήν άφραστον συμπλοκήν, αλλ’ένα καί τόν αυτόν ομολογούντες Υιόν, εκ δυοίν πραγμάτοιν, εις εν τι τό εξ αμφοίν απορρήτως εκπεφηνότα, καθ’ένωσιν δηλονότι τήν ανωτάτω, καί ου φύσεως παρατροπήν. Όσον γάρ ούτω δοξάζουσι περείσται τό κερδος, σαφηνιεί λέγων ο Χριστού μαθητής˙ Ος αν ομολογήση ότι Ιησούς εστίν ο Υιός του Θεού, ο Θεός εν αυτώ μένει, καί αυτός εν τω Θεώ»[58]. 
ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ
Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το έργο του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας «Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς» αποτελεί ένα νευραλγικότατο δογματικό εγχειρίδιο περί της διδασκαλίας του προσώπου του Θεανθρώπου Χριστού. Ο αντιαιρετικός αυτός πατήρ της Ορθοδόξου Εκκλησίας αναπτύσσει διεξοδικώτατα αγιογραφικώς, κυρίως, αλλά και λογικώς, την Ορθόδοξη Χριστολογία ως απάντηση στις χριστολογικές αιρέσεις του δοκητισμού, του Αρειανισμού, του Μαρκέλλου και του Φωτεινού, του Απολλιναρισμού και του Νεστοριανισμού, που κυριαρχούσαν στην εποχή του και τις οποίες χαρακτηριστικώς ονομάζει ως φληνάφεις εικαιομυθίες, λήρους, αδρανείς μύθους, ψευδοδοξίες και απάτες προερχόμενες από ωραία και κομψά λόγια, ψευδηγορήματα σαθρά και φρενός αποβράσματα της ηλιθιωτάτης, ύθλους εικαίους και μανία. Είχε κατανοήσει πολύ καλά ο πνευματέμφορος άγιός μας τον άρρηκτο και λειτουργικό δεσμό, που υπάρχει, κατά την Ορθόδοξη Παράδοση, μεταξύ Χριστολογίας και Σωτηριολογίας, ώστε η μία να μην μπορεί να νοηθεί ανεξάρτητα από την άλλη. Χωρίς ορθό δόγμα, ορθοδοξία και ορθοπραξία, δεν υπάρχει σωτηρία. Η αίρεση ακυρώνει την σωτηρία του ανθρώπου. Γιατί, αν κάτι δεν προσέλαβε ο Χριστός, τότε αυτό δεν σώζεται. Επειδή, όμως, όλος ο άνθρωπος αμάρτησε ως σώμα και λογική ψυχή, γι’αυτό και ο Θεάνθρωπος προσέλαβε ολόκληρο τον άνθρωπο και τον έσωσε. «Τό απρόσληπτον, αθεράπευτον˙ ο δέ ήνωται, τούτο καί σώζεται»,  κατά τον άγιο Γρηγόριο τον Θεολόγο.
Πρωτοπρεσβ. π. Άγγελος Αγγελακόπουλος,
εφημέριος Ι. Ν. Αγίας Παρασκευής Καλλιπόλεως Πειραιώς
[1] ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Ο άγιος Κύριλλος Αλεξανδρείας, έκδ. Αποστ. Διακονίας, Αθήνα 2004, σ.50.
[2] Β. ΣΤΕΦΑΝΙΔΗΣ, Εκκλησιαστική Ιστορία, σ.796.
[3] ΣΤ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, ό.π. σ.125.
[4] Ό.π. σσ.130-137.
[5] Δ. ΤΣΑΜΗΣ, Εκκλησιαστική γραμματολογία, έκδ. Πουρναράς, Θεσ/κη 1996, σσ. 129-131.
[6] Ματθ. 11,27.
[7] Λουκ. 1, 30-31.
[8] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, PG 75, 1192-1193.
[9] Ματθ. 22,29.
[10] Α΄ Τιμ. 3,16.
[11] Λουκ. 2,14.
[12] Λουκ. 2,10-12.
[13] Α΄ Κορ. 15,3-8.
[14] Α΄ Κορ. 15,12-15.
[15] Α΄ Ιω. 4,1-3.
[16] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, PG 75, 1196-1197C.
[17] Γαλ. 4,4,  Εβρ. 2,14-15.
[18] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, PG 75, 1197D-1200. 
[19] Ησ. 7,14.
[20] Λουκ. 1, 30-31.
[21]ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, PG 75, 1201ΑΒ.
[22] Ρωμ. 3,13-14.
[23] Ιω. 1,1-3.
[24] Α΄ Ιω. 1,1-2.
[25] Ιω. 8,58.
[26] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, αυτόθι, 1201C-1204A.
[27] Α΄ Ιω. 2,22-23.
[28] Β΄ Κορ. 4,4.
[29] Ιω. 14,8.
[30] Ιω. 14,9-10.
[31] Ιω. 14,6.
[32] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, PG 75, 1204Β-1208Β.
[33] Εβρ. 2,14-15.
[34] Ρωμ. 8,3-4.
[35] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, PG 75, 1208C-1220.
[36] Ιούδ. 17-19.
[37] Ρωμ. 1,1-4.
[38] Α΄ Κορ. 2,2.
[39] Πράξ. 13,33.       
[40] Ιω. 8,39-40.
[41] Εβρ. 5,7-8.
[42] Α΄ Κορ. 2,8.
[43] Εβρ. 1,3-4.
[44] Εβρ. 2,9.
[45] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, PG 75, 1221-1225C.
[46] Ιω. 10,30.
[47] Ματθ. 18,20.
[48] Ματθ. 28,20.
[49] Γαλ. 1,1.
[50] Γαλ. 1,11-12.
[51] Ιω. 14,28.
[52] Ιω. 17,11-13.
[53] Β΄ Κορ. 5,16.
[54] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενούς, PG 75, 1225D-1232D.
[55] Ιω. 4,22.
[56]ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί της ενανθρωπήσεως του Μονογενους, PG 75, 1233-1241Β.
[57] Δ.ΤΣΕΛΕΓΓΙΔΗΣ, Δυτική θεολογία και πνευματικότητα, έκδ. Υπηρεσία Δημοσιευμάτων Α.Π.Θ., Θεσ/κη, σ. 34.

[58] ΑΓΙΟΣ ΚΥΡΙΛΛΟΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ, Περί τ~ης [ενανθρωπήσεως του Μονογενους, PG 75, 1241Β-1253.

Δεύτερο Μέρος της Δογματικής E. ΠΕΡΙ ΔΗΜΙΟΥΡΓΙΑΣ, ΣΩΤΗΡΙΑΣ, ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ ΚΑΙ ΕΚΚΛΗΣΙΟΛΟΓΙΑΣ 7. Εκκλησιολογία





Το πρόσωπο δεν περιορίζεται από μία φύση
Η θέωση της ανθρώπινης φύσης δια της πρόσληψής της
Αντίδοση ιδιωμάτων
Η πρόσληψη προσώπων της Εκκλησίας στην έννοια "Χριστός"
Η ταυτότητα της Εκκλησίας
Ποιος προσεύχεται "εν Εκκλησία" και σε Ποιον;
Η διακριτή συμμετοχή των Θείων Προσώπων στη Θεία Λειτουργία
Σχέση και διάσταση "προσφέροντος" Έπισκόπου, και Χριστού
Ο προσφέρων και οι παραλήπτες
Εκκλησιαστικοποίησις των εν τη Θεία Λειτουργία υπαρχόντων
Η Εκκλησία ως κοινότητα




Κάναμε αναφορά στο κάπως δύσκολο θέμα, στο οποίο σκοντάφτουν όλοι με το δόγμα της Χαλκηδόνος, Πώς δηλαδή είναι δυνατόν να είναι τέλειος ο Χριστός χωρίς να έχει τέλειο πρόσωπο. Και αυτό προσπάθησα την προηγούμενη φορά να σας αναλύσω, λέγοντας τι είναι πρόσωπο, και πώς το πρόσωπο μπορεί να υπάρχει χωρίς να ταυτίζεται, να εξαντλείται σε μια φύση. Δηλαδή το να λέμε ότι, επειδή έχει ανθρώπινη φύση τέλεια ο Χριστός, πρέπει να έχει και πρόσωπο ανθρώπου, σημαίνει ότι υποτάσσουμε το πρόσωπο στην φύση και λέμε ότι δεν είναι δυνατόν να υπάρξει φύση χωρίς να έχει δικό της πρόσωπο. Αλλά η φύση δεν έχει ποτέ δικό της πρόσωπο. Η φύση υποστασιάζεται σ' ένα πρόσωπο, υποστασιάζεται από το πρόσωπο, και επομένως ένα πρόσωπο μπορεί να υποστασιάσει περισσότερες από τη μία φύσεις. Θα μπορούσε να πει κανείς ότι αυτό συμβαίνει και με τα ανθρώπινα πρόσωπα, όπου ένα ανθρώπινο πρόσωπο δεν έχει μόνο την ανθρώπινη φύση. Σάς φαίνεται παράξενο αυτό, αλλά έχουμε και τη φύση των ζώων σε μεγάλο βαθμό. Είμαστε μέτοχοι της φύσεως, και της μη εμβίου φύσεως, της αψύχου φύσεως.

Η φύση λοιπόν δεν είναι αυτή που καθορίζει το πρόσωπο. Το πρόσωπο προσλαμβάνει την φύση. Συνεπώς το πρόσωπο του Υιού του Θεού, το οποίο έχει υποστασιάσει αιώνια την θεία φύση, προσλαμβάνει πλέον και υποστασιάζει και την ανθρώπινη φύση. Με τον τρόπο αυτόν η ανθρώπινη φύση, όχι μόνο δεν υποτιμάται, δεν μειώνεται, αλλά ανυψώνεται στην προσωπική κατάσταση, που έχει η θεία φύση. Ανυψώνεται δηλαδή στην κατάσταση του Θεού, και συνεπώς θεούται. Θεούται λοιπόν η ανθρώπινη φύση στον Χριστό όχι για άλλον λόγο αλλά διότι δεν έχει δική της υπόσταση. Αν δεν αποκτούσε δική της υπόσταση, δεν θα μπορούσε να θεωθεί. Άρα έχουμε ανθρωπολογικό μαξιμαλισμό και όχι μινιμαλισμό. Δεν υποτιμούμε τον άνθρωπο. Εκείνο που μας δυσκολεύει στην Χριστολογία να καταλάβουμε αυτό το μυστήριο των δύο φύσεων και του ενός προσώπου είναι η προϋπόθεση που έχουμε, α) ότι η φύση πρέπει να έχει και το δικό της πρόσωπο, όπως σας είπα, πράγμα το οποίο δεν είναι σωστό, και β) μια άλλη προϋπόθεση που έχουμε, ότι ο άνθρωπος, η ανθρώπινη φύση, έχει μια αυτονομία, την οποία δεν μπορεί να την ξεπεράσει. Είναι η δυτική αντίληψη για το φυσικό και το υπερφυσικό, που ξεχωρίζει αυτά τα δύο επίπεδα σε τέτοιο βαθμό, ώστε να μην μπορούμε να τα ενώσουμε. Βεβαίως το κτιστό και το άκτιστο ποτέ δεν μπορούν να υπερβούν τα όριά τους και το μεν άκτιστο να γίνει κτιστό, το δε κτιστό να γίνει άκτιστο, και συνεπώς η θέωση της ανθρώπινης φύσης, που γίνεται στον Χριστό, δεν σημαίνει ότι παύει να είναι ανθρώπινη και γίνεται θεία φύση. Αυτό είναι μια σοβαρή λεπτομέρεια. Ούτε η θεία φύση λόγω της υποστατικής ενώσεως γίνεται ανθρώπινη φύση. Κάθε φύση διατηρεί τα φυσικά χαρακτηριστικά της, αλλά ενούμενες οι δύο φύσεις στο ίδιο πρόσωπο, χωρίς να παύσουν, χωρίς να αλλάξουν από την άποψη της φύσεως, της ουσίας, αποκτούν η μια τα ιδιώματα της άλλης, και είναι αυτό που λέμε αντίδοσις ιδιωμάτων.

Ο Χριστός και η προοπτική της ανθρώπινης ανακαίνισης Νίκη Νικολάου, Θεολόγος

Η μελέτη της θεολόγου Νίκης Νικολάου για τη σχέση της θεολογικής ανθρωπολογίας με τη Βιοηθική (προηγούμενη δημοσίευση: www.pemptousia.gr/?p=91835) συνεχίζεται με τις συνέπειες του Χριστολογικού δόγματος, αναφορικά με την προοπτική της ανθρώπινης ανάστασης και οντολογικής ανακαίνισης. 
2.6 Η Χριστολογία ως υπέρβαση της διαλεκτικής κτιστού – ακτίστου
Στο πρώτο κεφάλαιο, αναφέρθηκε ότι μεταξύ κτιστού (άνθρωπος) και ακτίστου (Θεός) υπάρχει οντολογικό χάσμα. Ο Χριστός πρόσφερε στον κτιστό άνθρωπο τη δυνατότητα υπέρβασης του θανάτου. Ο Ίδιος, εξάλλου, ενσαρκώνει την υπέρβαση του θανάτου, γιατί στο πρόσωπό Του το κτιστό ζει αιώνια[259].  Ο Ζηζιούλας στρέφεται προς τον Όρο της Συνόδου της Χαλκηδόνας για την ένωση των δύο φύσεων στον Χριστό, ώστε να τεκμηριώσει την ανωτέρω θέση.
Συγκεκριμένα, αναφέρει ότι με το επίρρημα αδιαιρέτως τονίζεται ότι «ανάμεσα στο κτιστό και στο άκτιστο δεν πρέπει να υπάρχει καμία απόσταση»[260].  Για να νικηθεί ο θάνατος, πρέπει να πραγματωθεί το αδιαιρέτως και όσο περισσότερο αυτονομείται το κτιστό, τόσο περισσότερο απειλείται από το θάνατο. Εδώ, επανερχόμαστε σε αυτά που αναφέρθηκαν στο προηγούμενο κεφάλαιο, ότι δηλαδή για να υπάρχει το κτιστό, πρέπει να είναι σε συνεχή κοινωνία με το άκτιστο.  Η αγάπη αποτελεί την δύναμη που ωθεί τον άνθρωπο στην υπέρβαση. Η αναφερόμενη κοινωνία του κτιστού με το άκτιστο ως τρόπο υπέρβασης του θανάτου, εντοπίζεται στο πρόσωπο του Χριστού στον Οποίον συνυπάρχει το κτιστό με το άκτιστο.
xristosanakainish2
Επιπλέον, συνεχίζει λέγοντας ότι το επίρρημα ασυγχύτως, σημαίνει ότι η ένωση που προαναφέρθηκε είναι τέλεια και απόλυτη, χωρίς αυτό να αναιρεί τη διαλεκτική κτιστού – ακτίστου[261]. Σε περίπτωση που η διαλεκτική σχέση δεν υπήρχε, τότε η ύπαρξη του Θεού και του κόσμου, δεν θα ήταν προϊόν ελευθερίας, αλλά ανάγκη.  Η Χριστολογία διατηρεί τη διαλεκτική σχέση, με το αδιαιρέτως να εξασφαλίζει την ελευθερία και το ασυγχύτως να εξασφαλίζει την αγάπη[262]. Τέλος, με την ένωση κτιστού και ακτίστου στον Χριστό, νικήθηκε ο θάνατος διά της Αναστάσεώς Του.
2.7 Ο θάνατος ως σημείο οντολογικής ανακαίνισης του ανθρώπου
Ο Χριστιανισμός, ξεκινά από την αναγνώριση της διάσπασης που ζει ο άνθρωπος ανάμεσα στη θέληση και την πράξη[263]. Αυτή η διάσπαση, έχει τις ρίζες της στο θάνατο. Ο θάνατος, αιχμαλωτίζει τον άνθρωπο στο νόμο της αμαρτίας[264], η οποία δοκιμάζει και παρασύρει τον άνθρωπο. Ο Χριστιανισμός, εισάγει τη θεώρηση της ηθικής ζωής στο οντολογικό επίπεδο, δηλαδή δεν παρουσιάζει νέα ηθική για τον άνθρωπο, αλλά παρουσιάζει νέο άνθρωπο: τον καινό εν Χριστώ άνθρωπο[265]. Καλεί, λοιπόν, τον άνθρωπο να ζήσει την καινή εν Χριστώ ζωή, η οποία ελευθερώνει από το θάνατο. Ο θάνατος νικήθηκε από τον Χριστό.
Ο Απόστολος Παύλος, λέει ότι το σώμα δεν είναι το εφήμερο «ένδυμα» ή το δεσμωτήριο-«φυλακή» της ψυχής, αφού η ύλη αποτελεί δημιουργία του Θεού, η οποία μετέχει δια των Μυστηρίων στην ανακαίνιση και αναμένει την παλιγγενεσία[266]. Ειδικότερα, στην προς Κορινθίους Α΄ επιστολή του, αναφέρει ότι η σωτηρία και η ανάσταση αναφέρονται στα φθαρμένα και σαπισμένα σώματα[267].
Ουσιαστικά πρόκειται για μια οντολογική ανακαίνιση, η οποία λαμβάνει νέο ήθος: το ήθος της αγάπης. Με το Μυστήριο του Βαπτίσματος, ο άνθρωπος γίνεται μέλος της Εκκλησίας και εισέρχεται σε μια νέα κοινωνία, ενώ με το κατεξοχήν Μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, ο άνθρωπος διατηρεί τη χριστιανική ζωή του, ενώ παράλληλα καλείται να αγκαλιάσει όλο τον κόσμο. Από τον ίδιο τον άνθρωπο, όμως, θα εξαρτηθούν τα τελευταία. Κινητήρια δύναμη, είναι πάντοτε η αγάπη. Μόνο με την αγάπη ο άνθρωπος μπορεί να ολοκληρωθεί.
2.8 Η προοπτική της αναστάσεως
Η προοπτική της χριστιανικής ηθικής, είναι η προοπτική της αναστάσεως που φανέρωσε ο Χριστός στον κόσμο[268]. Για να τοποθετηθεί ο άνθρωπος απέναντι σε αυτή την προοπτική, πρέπει να πιστέψει στον Χριστό και να έχει επικοινωνία με τον Θεό. Από τη μεριά της η Ορθόδοξη Εκκλησία οφείλει να διαλεχθεί και να διαλέγεται συνέχεια με τον κόσμο[269]. Ο κυριότερος λόγος ο οποίος επιβάλλει να συμβαίνει αυτό, είναι το κήρυγμα από το Ευαγγέλιο της Βασιλείας που σημαίνει κήρυγμα της Ανάστασης και αφθαρτοποίησης των πάντων εν Χριστώ σωτηρία[270].
Με άλλα λόγια, το καθήκον του διαλόγου είναι η αγγελία του αδιάκοπου ερχομού και της παράδοξης παρουσίας των Εσχάτων μέσα στην Ιστορία- και με τον όρο Έσχατα δεν εννοούμε τίποτα λιγότερο από την τελική ανάσταση, ανακεφαλαίωση και αφθαρτοποίηση των πάντων εν Χριστώ[271]. Η οντολογική βάση της χριστιανικής ηθικής βρίσκεται στην ενανθρώπιση και φανερώνεται με την ανάσταση[272].  Έτσι, το ήθος αποκτά νέο νόημα. Απορρέει, πλέον, από την προσωπική σχέση ανθρώπου και Θεού.
 [Συνεχίζεται]
[259] Ιωάννης Δ. Ζηζιούλας, Χριστολογία και Ύπαρξη, Περιοδικό Σύναξη, τεύχος 2, Ενανθρώπηση και Θέωση, (Αττική: Άνοιξη 19822), σ. 17
[260] Στο ίδιο, σ. 17
[261] Στο ίδιο, σ. 18
[262] Στο ίδιο, σ. 18
[263] Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Χριστιανική Ηθική Ι, ό.π., σ. 44
[264] Στο ίδιο, σ. 45
[265] Στο ίδιο, σ. 44-45
[266] Σωτήριος Δεσπότης, Φιλοσοφική Ηθική και Χριστιανική Ηθική, ό.π., σ. 204
[267] Α΄ Κορ. 15,42
[268] Στο ίδιο, σ. 77
[269] Κωνσταντίνος Αγόρας, Εισαγωγικό σημείωμα στη Θεματική Ενότητα στο Σ. Γουνελάς κ.α., Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό Επίτευγμα και τα προβλήματα του σύγχρονου ανθρώπου, Τόμος Α Η Ορθοδοξία ως Πολιτισμικό Επίτευγμα, (Πάτρα: ΕΑΠ, 2002), σ. 13
[270] Στο ίδιο, σ. 13
[271] Στο ίδιο, σ. 13
[272] Γεώργιος Ι. Μαντζαρίδης, Χριστιανική Ηθική Ι, ό.π., σ. 137

Η χριστολογική έννοια της χαράς Γεώργιος Πατρώνος, Ομότιμος Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Βασική προϋπόθεση για τη βίωση από τον άνθρωπο στον παρόντα αιώνα της αληθινής μορφής της χαράς, με μια έννοια πληρότητας και τελειότητας, κατά τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, είναι η έλευση και η παρουσία στον κόσμο του σωτήρα και λυτρωτή Ιησού Χριστού. Και όταν μιλάμε με τη γλώσσα του Ευαγγελίου για την έλευση του Χριστού στον κόσμο, εννοούμε τον όλο κύκλο των μεγάλων και σωτηριολογικών γεγονότων της ζωής Του, από τη σάρκωση ως το θάνατο και την ανάστασή Του.
Η γέννηση του Θεού Λόγου επλήρωσε τον κόσμο με «χαράν μεγάλην» (Λουκ. 2,10) και «ηγαλλίασε» το ανθρώπινο πνεύμα «επί τω Θεώ τω σωτήρι» (Λουκ. 1,47). Είναι μια χαρά σωτηριολογικής μορφής, στην ύψιστη πληρότητα και τελειότητα, που απευθύνεται «παντί τω λαώ» και αγκαλιάζει όλο τον κόσμο, «ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ ος έστιν Χριστός Κύριος» (Λουκ. 2,10—11).
Χριστολογική έννοια
Στη συνέχεια, η βάπτιση του Ιησού Χριστού από το βαπτιστή Ιωάννη, τον Πρόδρομο του Μεσσία, φανέρωσε την «ευδοκία» του Θεού για την ανθρωπότητα (Ματθ.3,17). Η μεταμόρφωσή Του «έμπροσθεν» των μαθητών δεν είναι ένα γεγονός «δόξης» του Χριστού μόνο αλλά όλης της ανθρωπότητας (Μάρκ. 9.31 9,15). Τα πάθη και ο θάνατος του Χριστού αντιπροσωπεύουν τους διωγμούς και το μαρτύριο της Εκκλησίας που παρά την τραγικότητά τους θα γίνουν πηγή της μεγάλης εσχατολογικής χαράς.
Οι Πράξεις των Αποστόλων μάς βεβαιώνουν πως πρώτοι οι Απόστολοι «επορεύοντο χαίροντες από προσώπου του συνεδρίου ότι κατηξιώθησαν υπέρ του ονόματος ατιμασθήναι» (Πράξ. 5,41). Ο Απόστ. Παύλος εκφράζει την κοινή συνείδηση όλων για την «καύχησή» τους «επί τη θυσία και λειτουργία της πίστεως» και καλεί όλους να «χαίρουν» και να «συγχαίρουν» σε κάθε περίπτωση θυσίας και διωγμού των πιστών (Φιλιπ. 2, 17—18). Η θυσία και τα «παθήματα» της Εκκλησίας έρχονται ως «αναπλήρωση» των παθών και της θυσίας του Χριστού· «νυν χαίρω εν τοις παθήμασιν υπέρ υμών, και αναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ος έστιν η Εκκλησία» (Κολοσ. 1,24).
Εκείνο που είχε προείπει ο Χριστός στους Μακαρισμούς Του, ότι «μακάριοί έστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσιν και είπωσιν παν πονηρόν καθ’ υμών φευδόμενοι ένεκεν εμού· χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. 5,11—12), ήδη άρχισε να βρίσκει την εκπλήρωσή του στη ζωή των πιστών. Αυτή η «μετοχή» με τη θυσία στα παθήματα του Χριστού δεν θα είναι ένα είδος εξουθενώσεως της Εκκλησίας αλλά «αποκάλυψη» της δόξας του Χριστού στη ζωή των πιστών και γεγονός «χαράς» και «αγαλλιάσεως»• «Καθό κοινωνείτε τοις του Χριστού παθήμασιν χαίρετε, ίνα και εν τη αποκαλύψει της δόξης αυτού χαρήτε αγαλλιώμενοι. Ει ονειδίζεσθε εν ονόματι Χριστού, μακάριοι, ότι το της δόξης και το του Θεού πνεύμα εφ’ υμάς αναπαύεται» (Α’ Πέτρ. 4,13—14).
Όμοια, τέλος, η ανάσταση και η ανάληψη του Χριστού θα φέρουν «χαράν μεγάλην» στους μαθητές Του και στην πρώτη χριστιανική κοινότητα (Ματθ. 28,8· Λουκ. 24,52) και η χαρά αυτή θα εκφράζει την αιώνια και μόνιμη «χαρά» της Εκκλησίας στον παρόντα αιώνα. Η έλευση, λοιπόν, του Χριστού από την πρώτη στιγμή της θείας βρεφικότητας ως την τελευταία της αναστάσεως και αναλήψεώς Του από τη γη, περιλαμβάνει την πασχάλια πληρότητα της χαράς και αγαλλιάσεως που θα ζει η Εκκλησία, ο νέος και εσχατολογικός Ισραήλ, γύρω από την ευχαριστιακή Τράπεζα, την τράπεζα του δείπνου της βασιλείας του Θεού (Πράξ, 2,46-47).
Τα ιερά μας κείμενα της Καινής Διαθήκης κηρύσσουν το «ευαγγέλιο», το χαρμόσυνο μήνυμα της ελεύσεως του Ιησού Χριστού της Ναζαρέτ, του Μεσσία του κόσμου, στην ανθρωπότητα. Η αποφασιστική στιγμή της ιστορίας έχει φθάσει στο γεγονός και στο πρόσωπο του Χριστού. Αυτός είναι ο φορέας της «μεγάλης χαράς», που δόθηκε σαν υπόσχεση στους ανθρώπους. Αυτός κηρύσσει σήμερα μετάνοια και άφεση αμαρτιών, που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο κοινωνίας μετά του Θεού. Επανασυνδέει τον άνθρωπο με το Θεό και υπόσχεται την εσχατολογική ανάσταση και δόξα σε όλους. Ο Χριστός είναι η εκπλήρωση κάθε προφητείας (Ματθ. 11,5· Λουκ. 7,22) και από τώρα βρίσκονται στη διάθεση κάθε ανθρώπου τα εσχατολογικά αγαθά της βασιλείας του Θεού, όπως είναι η ειρήνη, η δικαιοσύνη και η χαρά. Oι άνθρωποι που «βλέπουν» και ζουν τα αγαθά αυτά είναι πράγματι «μακάριοι» από τώρα (Ματθ. 13,16-17· Λουκ. 10,23-24).
Για τα Συνοπτικά Ευαγγέλια, όπως βλέπουμε, πηγή της «μεγάλης χαράς» του ανθρώπου στον κόσμο είναι η έλευση, η ζωή και το έργο του Ιησού Χριστού. Αλλά και το Ευαγγέλιο του Ιωάννη βλέπει τη χαρά με χριστολογικούς όρους που ερμηνεύουν και χαρακτηρίζουν τη ζωή της χριστιανικές κοινότητας. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης παρουσιάζει τους μαθητές του Χριστού και την κοινότητα των πιστών σε πλήρη μετοχή και «κατοχή» της ήδη «πραγματοποιηθείσης» εσχατολογικής χαράς μετά την εμπειρία του Πάσχα. Το 15ο κεφάλαιο του Δ΄ Ευαγγε¬λίου προβάλλει με έμφαση τη χριστολογική και σωτηριολογική αυτή άποψη της χαράς. Η «χαρά» των μαθητών θα «πληρωθεί» με τη χαρά του Χριστού (Ιωάν. 15,11) κι έτσι θα είναι τέλεια και ολοκληρωμένη στον παρόντα αιώνα παρά τις δυσμενείς συνθήκες της ιστορίας.
Συνοπτικοί, λοιπόν, και Ιωάννης τονίζουν τη χαρά σαν ένα ιδιαίτερο καρπό της κοινωνίας των πιστών με το Χριστό. Αλλά και ο Απόστ. Παύλος βλέπει τη χαρά σαν ένα από τα ουσιαστικότερα γνωρίσματα της χριστιανικής ζωής και την τοποθετεί στην κοινή εμπειρία των μελών της κοινότητας από την κοινω¬νία της που έχει με τον Κύριό της. Η χαρά στις Επιστολές του Παύλου παίρνει μια επιτακτική μορφή ζωής. Δεν εντάσσεται στις παραινέσεις αλλά στις επιταγές. Εάν κάποιος είναι πραγματικά εκκεντρισμένος και ενσωματωμένος στην πηγή της ζωής, που είναι ο Ιησούς Χριστός, αυτός δεν μπορεί παρά να είναι μια χαρούμενη παρουσία μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό ο Απόστολος, πάνω στο θέμα αυτό της χαράς, είναι συχνά επιτακτικός· «Το λοιπόν, αδελφοί μου, χαίρετε εν Κυρίω» (Φιλιπ. 3,1), «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε· πάλιν ερώ, χαίρετε» (Φιλιπ. 4,4). Η διαπροσωπική αυτή σχέση με το Χριστό φανερώνει το καθήκον και το χρέος της χαράς για κάθε πιστό (Φιλιπ. 1,25· 2,28).
Από όλες όμως τις Επιστολές του Απόστ. Παύλου, εκείνη που έχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα μας είναι η προς Φιλιππισίους Επιστολή, που έχει ονομασθεί μάλιστα και ως η «Επιστολή της χαράς», όπως ήδη έχει διατυπωθεί πιο πάνω. Αν και είναι τόσο μικρή και σύντομη Επιστολή, μέσα στα τέσσερα ολιγόστιχα κεφάλαιά της, οι λέξεις «χαρά» και «χαίρετε» απαντούν περί τις δεκαπέντε φορές. Η Επιστολή αυτή είναι συγχρόνως γνωστή και σαν ένα κείμενο χριστολογικού περισσότερο χαρακτήρα. Έτσι εδώ διαγράφεται πιο έντονα και ο χριστολογικός χαρακτήρας της έννοιας της χαράς.
Στην Επιστολή αυτή, όταν ο Παύλος μιλάει για τη χαρά, δίνει ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από τις γνωστές έννοιες, μιας χαράς δηλ. που προέρχεται από την υγεία, από τις εγκόσμιες επιτυχίες, ή τις κοινωνικές ανέσεις και τις κοσμικές απολαύσεις. Όταν ο Απόστ. Παύλος έγραφε αυτή την Επιστολή της χαράς, είναι γνωστό πως τίποτε δεν κατείχε από όλα αυτά. Υγεία δεν είχε καλή. Καμμιά κοινωνική επιτυχία και καμμιά άνεση δεν διέθετε στη ζωή του. Ήταν συνεχώς υπό απειλή και φριχτές διώξεις. Μάλιστα δε η Επιστολή αυτή γράφεται σε κάποια φυλακή της Ρώμης και ενώ είναι μελλοθάνατος μιλάει συνεχώς για τη χαρά και καλεί τους αναγνώστες του να την ζήσουν με ένταση.
Ο Απόστ. Παύλος δεν εύχεται ποτέ στους παραλήπτες της Επιστολής του απλώς το «χαίρετε». Αλλά πάντοτε το «χαίρετε εν Κυρίω». Αυτό σημαίνει πως η χαρά εδώ είναι εντελώς διαφορετική απ’ αυτήν που πολλοί γνωρίζουν. Είναι μια χαρά «εν Κυρίω». Έχουμε, επομένως, εδώ μια θαυμάσια χριστολογική ερμηνεία της χαράς. Ο Χριστός, η έλευσή Του, η διδασκαλία, το έργο και όλη Του η ζωή, είναι η μόνη αληθινή πηγή της χαράς. Το «εν Χριστώ» και «εν Κυρίω» κρύβει το μυστικό της χαράς του Παύλου. Μια ζωή «εν Κυρίω» είναι η μόνη εγγύηση για μια αληθινή μορφή χαράς μέσα στον παρόντα αιώνα.
Ο Ιησούς Χριστός είναι ο «Σωτήρ του κόσμου». Η έλευσή Του προκαλεί τον αγγελικό ευαγγελισμό του κόσμου για την υπέρτατη και «μεγάλη χαρά» που επισκέφθηκε τη γη μας. Αυτός εγκαινίασε τη ζωή του φωτός και κατέλυσε τη βασιλεία του σκότους. Διά του Χριστού ανοίχθηκε μια νέα πορεία ζωής, η πορεία του «ακολουθείν τον Ιησούν», που είναι πορεία χαράς μέσα στην παγερότητα του κόσμου τούτου. Το έργο Του, με κέντρο τα θαύματα, μας έδωσε τα «σημεία» αυτής της πορείας και μας παρουσίασε μια θεολογία που σε τελική ανάλυση είναι μια θεολογία της χαράς.
Η Καινή Διαθήκη επιμένει, όπως βλέπουμε, στην ιστορική διάσταση της χαράς και στην πραγμάτωσή της μέσα στον παρόντα αιώνα. Ο άνθρωπος πιστός, ο οποίος ζει εν Χριστώ, πρέπει να ζει συγχρόνως στον ενδιάμεσο αυτό χρόνο μεταξύ της πρώτης και της δευτέρας ελεύσεως με μια χαροποιό διάθεση την παρούσα πραγματικότητα της ζωής. Η χαρά, επομένως, εντάσσεται στον τελικό σκοπό της ζωής και δείχνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα μιας σωστής χριστιανικής ζωής τώρα και πάντοτε. Αυτή η χριστιανική χαρά είναι το «σημείο», ότι πράγματι ο Κύριος έχει έλθει και ότι η σωτηρία και η λύτρωση είναι βιωματική πραγματικότητα μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας. Η χριστιανική ζωή χαρακτηρίζεται από τη χαρά παρά τις δυσκολίες και το άγχος για τα πράγματα του κόσμου τούτου (Πράξ. 2,46· 8,8· 13,52· 15,3). Αυτή η χαρά αναζωογονεί και αυτούς που κηρύσσουν και αυτούς που δέχονται το Ευαγγέλιο. Η χαρά είναι η φυσική κατάσταση μιας ζωής που βιώνει μέσα της τη σωτηρία. Δείχνει με την ύπαρξή της την εκπλήρωση των ουσιαστικότερων προσωπικών και κοινωνικών προσδοκιών. Φανερώνει τη ζωή και τον κόσμο στη νέα τους αναγεννημένη μορφή.
Αυτήν τη βιβλική χριστολογική έννοια της χαράς ακολούθησε πιστά και η πατερική παράδοση στην προσπάθειά της να δώσει ένα πρότυπο ζωής. Δεν θεώρησε μόνο την «ένσαρκο» έλευση του Χριστού ως πηγή χαράς για τον άνθρωπο, αλλά και η μετέπειτα παρουσία Του στην Εκκλησία, πιστεύεται, πως διατηρεί αυτήν τη χαρά στον παρόντα κόσμο. Ο Χριστός, σήμερα, που είναι «του Θεού Πατρός η δύναμις», συγχρόνως «εστίν ημών η χαρά», τονίζει ο Μέγας Αθανάσιος. Και καθώς ο Αδάμ και η Εύα μας κληρονόμησαν την «πίκρα» και την «λύπη», ο Χριστός και η Παναγία μάς απάλλαξαν από την «κατάρα» και την «καταδίκη» αυτή και μας έφεραν τη «χαρά».
Ο Χριστός και η Εκκλησία είναι η πηγή της χαράς αλλά και η εύφορος «άμπελος», όπου εκεί φυτεύονται και βλασταίνουν με ρίζες βαθειές η αγάπη και η «γλυκεία χαρά», που δίνουν ζωή στον άνθρωπο και ποτίζουν την καρδιά του, μας λέει μ’ έναν τρόπο πολύ ποιητικό ο Μακάριος ο Αιγύπτιος. Ο Χριστός και η παρουσία Του μέσα στην Εκκλησία είναι «πένθος» θανατερό για τους δαίμονες, για τους πιστούς όμως είναι «χαρά και αγαλλίασις». Τίποτε άλλο δεν υπάρχει που να φέρνει χαρά στον κόσμο, εκτός από την έλευση και την παρουσία του Χριστού, συμπληρώνει ο Δίδυμος ο Αλεξανδρείας, για να αναφέρουμε μόνο δύο-τρεις ενδεικτικές περιπτώσεις της πατερικής σκέψεως που μεταφέρουν στην εποχή τους το πνεύμα της Αγίας Γραφής. Η χαρά, επομένως, των πιστών σε οποιαδήποτε εποχή είναι έκφραση της χαράς του Χριστού που έφερε και διατηρεί στον κόσμο με την έλευση και τη ζωντανή παρουσία Του ο ίδιος ο Θεός (Ιωάν. 15,11· 17,13).
(Γεωργίου Π. Πατρώνου, Η χαρά στην Καινή Διαθήκη, εκδ. Τήνος, Αθήνα 1983, σ.59-65).

Ερμηνεία τού β' Ψαλμού Χριστολογική ερμηνεία από το Μασοριτικό κείμενο Μίρκο Τομάσοβιτς Δρ. Θεολογίας


 
Εκδόσεις Παρουσία Αθήνα 1991.
Στοιχειοθετήθηκε και τυπώθηκε στις Γραφικές Τέχνες και το Τυπογραφείο τού Διονυσίου Τουμαζάτου, σε 500 αντίτυπα για λογαριασμό τών εκδόσεων "Παρουσία". Τη βιβλιοδεσία έκανε ο Κ. Χωριατάκης.
Η παρούσα διαδικτυακή δημοσίευση έγινε σε μετάφραση στη Δημοτική από την καθαρεύουσα, με την ευγενική άδεια τού κ. Μίρκο Τομάσοβιτς και θα δημοσιευθεί σε συνέχειες.

Από τα αρχαιότερα χρόνια ο εξεταζόμενος ψαλμός (β') από πολλούς θεωρήθηκε ως μεσσιανικός· Πιστεύουμε όμως ότι δεν ερμηνεύθηκε επαρκώς ως χριστολογικός. Επομένως κύριος σκοπός μας είναι να τον ερμηνεύσουμε χριστολογικά, με βάση το μασοριτικό κείμενο, να αντιπαραθέσουμε τις αρχαίες μεταφράσεις, κυρίως των Ο', με το πρωτότυπο κείμενο, και τέλος έχοντας υπ’ όψη τις διάφορες μεταφράσεις να φθάσουμε στην αρχική έννοια του κειμένου.
Η παρούσα έρευνα, στην οποία γίνεται αναφορά στον πατερικό λόγο, θα έχει ως κεντρικό άξονα το θεανδρικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού ως Μεσσία, επειδή το κεντρικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται ο ψαλμωδός είναι ο Υιός του Θεού.
Μίρκο Τομάσοβιτς

Εισαγωγή
Ο προφητικός αυτός ψαλμός είναι συνέχεια και συμπλήρωμα του 1ου ψαλμού, με τον οποίο αποτελεί κατά κάποιο τρόπο εισαγωγή για ολόκληρο το ψαλτήριο, το οποίο ο Μ. Βασίλειος ονομάζει «της Εκκλησίας φωνή».1 Ο ψαλμός γράφτηκε σε μορφή ζωντανού διαλόγου και έχει δραματικό χαρακτήρα. Σε αυτόν εκτίθενται σκέψεις διαφόρων προσώπων, μολονότι τίποτα δεν αναφέρεται γι’ αυτά.
Στον νικητήριο μεσσιανικό ψαλμό-ύμνο, τον οποίο θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε παρακάτω, ο ψαλμωδός μιλάει για τον μελλοντικό, εσχατολογικό καιρό. Κατ' αυτόν ο Μεσσίας είναι το κέντρο της ιστορίας και ονομάζεται «Βασιλιάς της Σιών», «Χριστός» και «Υιός του Θεού». Ο Ίδιος ο Θεός με σάρκα, θα γίνει ο λυτρωτής και σωτήρας των ανθρώπων (για τα πάντα και χάριν όλων). Εκείνος ο οποίος του εναντιώνεται θα χαθεί, και εκείνος ο οποίος τον δέχεται θα σωθεί. Σε σύγκριση με τη μεγαλειότητα και τη δύναμη του Θεού τα πάντα είναι μηδαμινά. Και το μυστήριο της Οικονομίας της σωτηρίας αποκαλύπτεται με θαυμαστό τρόπο. Η βασιλεία του Θεού είναι η βασιλεία του Χριστού, ο Χριστός αποτελεί το κέντρο της και αυτή πραγματοποιείται δια του βασιλέως Χριστού. Απ’ Αυτόν εξαρτάται η αιώνια συμμετοχή των ανθρώπων στη βασιλεία αυτή. Ο Θεός, η βασιλεία Του και η μεσσιανική βασιλεία συνιστούν τον πυρήνα του εξεταζόμενου ψαλμού.
Κατά τον 2ο ψαλμό ο Μεσσίας είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος, ο οποίος ενώνει στον εαυτό του τα πάντα σε ένα σώμα και «τα επί τοις ουρανοίς και τα επί της γης» (Εφ. 1,10). Το πρόσωπο του Μεσσία είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου. Το μεσσιανικό λειτούργημα είναι και θα είναι το κύριο λειτούργημα του Σωτήρα Ιησού Χριστού, του βασιλιά, κριτή, και απεσταλμένου από τον Θεό στη γη. Στη βασιλεία του Χριστού συμμετέχουν όλα τα έθνη.
Ο αποδιδόμενος στον Δαβίδ 2ος ψαλμός διαιρείται σε 4 στροφές των τριών στίχων: α' στροφή 1-3 στ., β' στροφή 4-6 στίχ., γ' στροφή 7-9 στίχ., και δ΄ στροφή 10-12 στίχ.
* * *
Ο 2ος Ψαλμός μπορεί να ερμηνευθεί χριστολογικά και χριστοκεντρικά. Ταυτόχρονα έχει και εσχατολογικό χαρακτήρα. Σε αυτόν συναντιούνται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
Ο Ψαλμός αυτός είναι και τριαδολογικός, επειδή μέσω τών στίχων του αποκαλύπτεται η Αγία Τριάδα: ο Πατήρ ο οποίος γεννά, ο Υιός ο οποίος γεννάται και το Άγιο Πνεύμα δια του οποίου χρίσθηκε ο Υιός του Θεού (Παράβαλλε Πράξεις 10, 38). Επομένως το μυστήριο του ψαλμού αυτού είναι το μυστήριο τού Χριστού, τής βασιλείας τού Χριστού, στην οποία ο Θεός θέλει να γίνει τα «πάντα σε όλους» (Α' Κορινθίους 15, 28).
Κατά τον 2ο Ψαλμό η βασιλεία του Θεού κατανοείται ως θεοκεντρική, χριστοκεντρική και αγιοπνευματική πραγματικότητα στην ιστορία. Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ «βασιλείας του Θεού» και «βασιλείας του Χριστού», δηλαδή της Εκκλησίας. Η βασιλεία του Χριστού είναι αιώνια και αμετάβλητη.
Ο Ίδιος ο Θεός Πατήρ απέστειλε τον Γιο Του στη γη με σκοπό να προσφέρει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να δουν το αιώνιο και το ουράνιο, και να αποκαλύψει σε αυτούς την «αιώνια οδό» μέσω της οποίας πρέπει να επιστρέψουν στον Θεό.
Σύμφωνα με τον 2ο Ψαλμό η ουσία της Χριστιανικής ζωής συνίσταται στην κοινωνία τού ανθρώπου με τον Θεό. Όλα μάς δόθηκαν εν Χριστώ και δεν πρέπει να αναζητούμε άλλο «βραβείο», επειδή Αυτός ο Ίδιος είναι το «βραβείο» μας. Είμαστε του Πατρός «γέννημα» και προσδοκούμε την υιοθεσία.

Ο Άγιος Νεκτάριος και η Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου (Μέρος 1)


Στο Αρχείο της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου ανευρέθησαν 11 ανέκδοτες επιστολές του Αγίου Νεκταρίου Κεφαλά Μητροπολίτου Πενταπόλεως του λαοφιλούς Αγίου της Αίγινας.
Στο άρθρο αυτό θα παρουσιάσουμε αυτές τις επιστολές. Θερμές ευχαριστίες εκφράζω και την ευγνωμοσύνη μου προς α) τον πανοσιολογιώτατο καθηγούμενο της Ι.Μ. Βατοπεδίου, Αρχιμανδρίτη Εφραίμ, β) το σεβαστό γέροντα της Ι.Μ.Β. Ιωσήφ μοναχό, από τους οποίους είχα την ευλογία να δημοσιεύσω τις επιστολές, και γ) τον αιδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.) για τη συμβολή και καθοδήγηση του.
Κατά το δεκατετραετές διάστημα (1894-1907) κατά το οποίο ο Άγιος Νεκτάριος διετέλεσε διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής έγραψε και εξέδωσε ένα μεγάλο αριθμό από τις αξιόλογες εργασίες του. Για την έκδοση των συγγραμμάτων του απαιτείτο μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο ο Άγιος δεν είχε.
ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε τη στροφή του Αγίου προς τα μοναστήρια για οικονομική υποστήριξη της συγγραφικής του εργασίας υπέρ της Εκκλησίας και του πληρώματος αύτης (Επιστολή 9η).
Ο Άγιος έκτος από τη Ιερά Μονή Βατοπεδίου είχε αλληλογραφία και μ’ άλλες Μονές του Αγίου Όρους. Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο.
Εραστής του μοναχικού βίου, είχε ενταχθεί στο 27ο έτος της ηλικίας του σε μοναστική αδελφότητα. Και παρόλο που μετά από τριετία άφησε το χώρο της μοναστικής ζωής και της απερίσπαστης εντρύφησης στην εν Χριστώ ζωή, για να εργασθεί στους κόλπους της Εκκλησίας, παρέμεινε γνήσιος εραστής του μοναχικού βίου μεταδίδοντας την ευσέβεια του στους άλλους με τη διδασκαλία και το παράδειγμα του.
Έτσι δικαιολογείται η στροφή του αυτή.
Οι 11 επιστολές που δημοσιεύουμε είναι ημερομηνίας 3 Ιουλίου 1900 (η 1η επιστολή) μέχρι 30 Ιουνίου 1906 (η 11η -τελευταία- επιστολή)· και απευθύνονται προς τους επιτρόπους της Ιερά Μονή Βατοπεδίου.
Ο Άγιος ζητά την οικονομική υποστήριξη από τη Μονή αρχικά για την έκδοση του έργου του «Χριστολογία» και αργότερα για την έκδοση του έργου του «Η αθανασία της ψυχής και τα Ιερά Μνημόσυνα».
Φαίνεται ότι η Ιερά Μονή Βατοπεδίου είχε την οικονομική άνεση· γι΄ αυτό πρόθυμα και σύντομα ανταποκρίθηκε στην αίτηση του Αγίου για την έκδοση και των δύο έργων.
Ο Άγιος αδιαλείπτως ευχαριστεί την Ιερά Μονή Βατοπεδίου για την εκ μέρους της υποστήριξη, η οποία όχι μόνο εκφράζει τη φιλία και την υπόληψη της προς το πρόσωπο του Αγίου αλλά και τα αγαθά και φιλόμουσα συναισθήματα της, τα οποία εκδηλώνει συχνά και με πολλούς τρόπους για την υποστήριξη της Ιεράς μας Θεολογίας και της Ελληνικής Παιδείας (Επιστολή 3η).
ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΙΕΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ
Η συγγραφή και έκδοση εργασιών από τον Άγιο εκπλήρωνε τον ένθεο πόθο του να ενδυναμώσει πνευματικά το πλήρωμα της Εκκλησίας.
Η πολλή αμάθεια που μάστιζε το λαό και τον κλήρο καθώς και η έλλειψη βιβλίων κατά την εποχή του δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα από τον Άγιο.
Τον έθλιβε πραγματικά η διαπίστωση ότι το πλήρωμα της Εκκλησίας έπασχε – «Η γενική σχεδόν διασάλευσις των πεποιθήσεων των αποπλανηθέντων υπό της καινής απάτης…» (Επιστολή 7η).
Γι΄ αυτό ο θεόσοφος Ιεράρχης ως «αληθώς εργάτης της αρετής» παρέδωσε στην Εκκλησία μια ογκωδέστατη συγγραφική εργασία ως εκπλήρωση του Ιερού του πόθου να εργάζεται «υπέρ των αδελφών και υπέρ της δόξης του Θεού» (Επιστολή 11η).
Η θεολογική του παραγωγή χαρακτηρίζει τον Άγιο ως συνεχιστή της ελληνικής πατερικής παραδόσεως.
Επίσης η ίδια χαρακτηρίζεται από την πρωτοτυπία για την εκλογή των θεμάτων, πολλά από τα οποία όχι μόνο για πρώτη φορά πραγματεύθηκε ο Άγιος, αλλά και μεταξύ πολλών δεν βρήκε καν μέχρι τώρα το συνεχιστή της σχετικής έρευνας. (Μπρατσιώτης, Καθ. Παν., «Ο Άγιος Νεκτάριος Κεφαλάς», Ι.Μ. έκδοση. 1985, σελ. 241).
Στις εκδιδόμενες επιστολές, σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρούμε τα έξης:
– Ο Άγιος χαρακτηρίζει το έργο του σπουδαίο και ωφέλιμο (έπ. 1)· επίσης ως «θεοφιλή εργασία» (Επιστολή 9η)
– Υποστηρίζει με το έργο του την Θεολογία και την Ελληνική Παιδεία (Επιστολή 3η)
– Κινούμενος από θρησκευτικό ζήλο επιδιώκει με την έκδοση των έργων του να στηρίξει τις διασαλευθείσες πεποιθήσεις των πιστών, διδάσκοντας αυτούς τις αγνοούμενες αλήθειες της Αγίας μας Εκκλησίας (Επιστολή 7η).
– Με την ενίσχυση του Κυρίου δεν κουράζεται να γράφει και να δημοσιεύει. Η ευχαρίστηση ότι εργάζεται για την Εκκλησία και για τη δόξα του Θεού, είναι η μεγαλύτερη του αμοιβή (Επιστολή 11η).
Το κείμενο των ανέκδοτων επιστολών είναι το εξής:
ΕΠΙΣΤΟΛΗ 1
τη 3 Ιουλίου 1900
Προς τους Οσιωτάτους Επιτρόπους της Ιεράς και Σεβασμίας
Μονής του Βατοπεδίου εις Άγιον Όρος
Μετά τον εν Χριστώ αδελφικόν ασπασμόν λαμβάνω το θάρρος να απευθύνω προς την υμετέραν αδελφικήν αγάπην παράκλησίν τινα προς υποστήριξιν έργου μου τινος, ούτινος εγκλείστως αποστέλλω πίνακα του περιεχομένου, εν ω αναγράφεται άπασα η του βιβλίου ύλη και καταφαίνεται η μεγάλη αυτού σπουδαιότης και η μεγάλη ωφέλεια η προκύψουσα εκ της διαδόσεως αυτού.
Η υμετέρα Ιερά Μονή ευπορούσα συν Θεώ Αγίω και αείποτε προθύμως υποστηρίζουσα ομοίων αγαθών έργων την εκτύπωσιν και διάδοσιν, ευελπιστώ ότι θέλει αποδεχθή ευμενώς και την εμήν αίτησιν και θέλει υποστηρίξει την εκτύπωσιν έργου τοσούτον σπουδαίου και ωφελίμου.
Επί τη πεποιθήσει ταύτη εμμένων ευχαριστώ εκ προοιμίων τη Σεβαστή Ιερά Μονή του Βατοπεδίου και διατελώ προς Θεόν ευχέτης διάπυρος
† ο Πενταπόλεως Νεκτάριος
 
ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ Α.΄
Περί του θείου χαρακτήρος και του απολυτρωτικού έργου του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Κεφάλαιον Α.΄
Περί του Σωτήρος και λυτρωτού του ανθρωπίνου γένους. Περί του Υιού του ανθρώπου· ότι ο Ι.Χ. εστίν η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Ότι το όνομα, Υιός ανθρώπου, εστί το όνομα, δι ου ευηγγελίσθη η ανθρωπότης τον μέλλοντα Σωτήρα και λυτρωτήν. Περί της προσδοκίας των εθνών.
Ότι της προσεγγίσεως του πληρώματος του χρόνου της πληρώσεως της προσδοκίας των εθνών, και περί των σημείων των μηνυόντων την έλευσιν του μέλλοντος λυτρωτού.
Περί του πληρώματος του χρόνου και της εμφαινομένης απολύτου ανάγκης της ελεύσεως του λυτρωτού της ανθρωπότητος.
Κεφάλαιον Β.΄
Περί αιωνίου ζωής και ότι αύτη εύρηται εν τη επιγνώσει της αποκαλυφθείσης αληθείας.
Ότι ο πόθος της αίωνίου ζωής, ων έμφυτος, εστίν αληθής. Ότι ο άνθρωπος επεζήτησεν αείποτε την αίώνιον ζωήν.
Κεφάλαιον Γ.΄
Περί της ελεύσεως του Σωτήρος και των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού.
1) Ότι επληρώθη ο διακαής του ανθρώπου πόθος.
2) Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Σωτήρος του πληρούντος τους πόθους της
καρδίας του γινώσκοντος αυτόν.
Κεφάλαιον Δ.΄
Περί της αναγκαιότητος της εις Χριστόν Ιησούν τον Υιόν του Θεού πίστεως.
1) Ότι ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν ειμή ο Πατήρ· ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει ειμή ο Υιός και ω εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι (Ματθ. ια΄, 27).
2) Ότι η πίστις προς τον Υιόν του Θεού και η γνώσις Αυτού καθιστά ημίν γνωστόν τον Θεόν Πατέρα και χαρίζεται ημίν την αιώνιον ζωήν και αναδεικνύει ημάς τέκνα Θεού κατά χάριν διά της υϊοθεσίας της διά Ιησού Χριστού γενομένης (Εφεσ. α΄, 5).
3) Ότι η αίώνιος ζωή εύρηται εν τη πίστει προς τον Σωτήρα Ιησούν Χριστόν.
Κεφάλαιον Ε.΄
Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως.
Μαρτυρίαι της φωτεινότητας της χριστιανικής πίστεως.
Ανάπτυξις των μαρτυριών της φωτεινότητος της χριστιανικής πίστεως.
1) Ότι η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή.
2) Η εις Χριστόν πίστις ως οδηγός προς γνώσιν, ως πίστις λογική, είναι φωτεινή.
3) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι αναπτύσσει θερμήν αγάπην προς το περιεχόμενον της πίστεως του πιστεύοντος εις Αυτόν.
4) Η προς τον Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι τίκτει την ελπίδα προς τον Θεόν.
5) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι κοσμεί τον πιστόν μετά χαρίσματος του Αγίου Πνεύματος.
6) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι φέρει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος.
7) Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως μαρτυρουμένη εκ της διαπλαοτικής αυτής δυνάμεως.
8 ) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτιστική, διότι το φως αυτής έκκέχυται εν ταΐς Αγίαις Γραφαίς και διαυγάζει τους εσκοτισμένους οφθαλμούς της διανοίας.
9) Η πίστις των χριστιανών είναι φωτεινή και φωτιστική, διότι μεταδίδωσι τω πιστώ ηθικήν ζωήν και φιλόσοφον λογισμόν.
10) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι είναι αποκαλυπτική και επιβλητική. Η των εθνών Εκκλησία εστί τρανόν μαρτύριον της φωτιστικής και αποκαλυπτικής αυτής δυνάμεως.
11) Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως μαρτυρουμένη εκ της δυνάμεως του Τιμίου Σταυρού.
12) Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως μαρτυρουμένη εκ της Αναστάσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και του Αποστολικού έργου.
13) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι κατίσχυσε.
14) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι η Ιστορία μαρτυρεί την φωτεινότητα αυτής.
15) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή και φωτιστική, διότι πληροφορεί τον νουν και πείθει την καρδίαν η φωτεινότης και η φωτιστική αυτής δύναμις μαρτυρείται υπό των Ιερών Γραφών της Παλαιάς Διαθήκης.
16) Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως μαρτυρουμένη εκ της ταχείας διαδόσεως του χριστιανισμού εν όλω τω τότε γνωστώ κόσμω. Ιστορικοί μαρτυρίαι.
Κεφάλαιον ΣΤ.΄
Περί του θείου χαρακτήρος και του έργου του Κυρίου ημών Ίησού Χριστού.
Κεφάλαιον Ζ.΄
Περί του θείου χαρακτήρος του Σωτήρος ημών Ίησού Χριστού, εκ των Ιερών Γραφών.
1) Προφητείαι περί του χαρακτήρος του Μεσαίου.
2) Χωρία του Ιερού Ευαγγελίου δεικνύοντα τον χαρακτήρα του Μεσσίου οίον περιέγραψαν οι προφήται.
3) Προφητείαι περί των παθών, του θανάτου, της ενταφής και της Αναστάσεως του Μεσσίου.
4) Ότι ο του Μεσσίου θάνατος εστί εξιλασμός και διαλλαγή.
Κεφάλαιον Η.΄
Περί της θειότητος της χριστιανικής πίστεως.
Κεφάλαιον Θ.΄
Περί του λόγου της αθετήσεως των θαυμάτων.
1) Ότι η άγνοια του Θεού και του άνθρωπου εστίν ο λόγος της αθετήσεως των θαυμάτων.
2) Ότι η έννοια του Θεού ως απολύτου δντος υποστηρίζει την εν τω κόσμω άποκάλυψιν αυύτού εν τω κόσμω.
3) Ότι η άγαθότης του Θεού βούλεται την αποκάλυψιν αυτού εν τω κόσμω.
4) Περί της σχέσεως του Θεού προς τον άνθρωπον Ιδίως.
5) Περί του τρόπου, καθ΄ ον πραγματούται η θεία άποκάλυψις.
Κεφάλαιον Ι.΄
Ότι εκ μόνης της εις Χριστόν πίστεως η αιώνιος ζωή και ουκ εξ έργων νόμου.
1) Ότι ο νόμος εγένετο παιδαγωγός εις Χριστόν.
2) Ότι ο Θεός και τα έθνη εποδηγέτησεν εις έπίγνωσιν της αληθείας.
3) Ότι ο Ιησούς Χριστός εστίν εκείνος, ον έγραψε Μωσής και οι Προφήται.
Κεφάλαιον ΙΑ.΄
1) Περί του αιτηθέντος μεγάλου σημείου, δί ου εμαρτυρήθη η θεότης του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
2) Ο θείος χαρακτήρ του Σωτήρος Χριστού μαρτυρούμενος από του απολυτρωτικού έργου αυτού.
Κεφάλαιον ΙΒ.΄
Περί του έργου της αποστολής του Σωτήρος ημών Ίησού Χριστού.
ΜΕΡΟΣ Β΄
Περί της Άποκαλύψεως του Θεού εν τω κόσμω.
Κεφάλαιον Α.΄
Η Αποκάλυψις του Θεού εν τω κόσμω μαρτυρουμένη εκ της πληρώσεως των Προφητειών.
1) Προφητείαι περί της έλεύσεως του προσδοκώμενου Μεσαίου.
Κεφάλαιον Β.΄
1) Ότι ο Ιησούς Χριστός ην Υιός Δαυίδ και Υιός Θεού.
2) Προφητείαι περί της φυλής, γένους, οίκου, πατριάς και του τόπου της γεννήσεως του Μεσσίου.
3) Αι προφητείαι ευρούσαι την έκβασιν εν τω προσώπω του Ι.Χ. μαρτυρούσιν ότι Αυτός έστιν ο επηγγελμένος Λυτρωτής του κόσμου ότι εστί Θεός αληθινός, ότι ελήλυθε και ουδείς έτερος ελεύσεται.
Κεφάλαιον Γ.΄
Προφητείαι αναφερόμενοι προς τους Ιουδαίους λαβούσαι την έκβασιν κατά την πρόρρησιν.
1) Προρρήσεις του προφήτου Μωϋσέως.
2) Πλήρωσις των ευχών.
3) Πλήρωσις των καλών προρρήσεων επί της εποχής των Κριτών.
4) Πλήρωσις των προφητειών επί των βασιλέων.
5) Κατάραι και πλήρωσις αυτών.
6) Προφητείαι των λοιπών προφητών των προαναγγειλάντων τοις υϊοίς Ισραήλ τας μέλλουσας αυτών τύχας.
7) Προφητείαι περί της επιστροφής των δύο φυλών, Ιούδα και Βενιαμίν, από της αιχμαλωσίας Βαβυλώνος και απώλεια των δέκα φυλών εν τη αιχμαλωσία.
8 ) Προφητείαι περί της καταστροφής της Ιουδαίας και της κακίας και απιστίας των Ιουδαίων.
9) Προφητείαι περί της επιστροφής των εθνών εις Θεόν ζώντα.
Κεφάλαιον Δ.΄
Προφητείαι αναφερόμενοι προς τα έθνη τα πλησιόχωρα τα καταπολεμήσαντα και καταθλίψαντα τους υϊούς Ισραήλ.
1) Αι περί της Νινευΐ προφητεΐαι.
2) Περί του μεγέθους της Νινευΐ.
3) Περί της καταστροφής της πόλεως Νινευΐ.
4) Αι περί της Βαβυλώνος προφητείαι και πλήρωσις αυτών.
Κεφάλαιον Ε.΄
Περί του αποκαλυφθέντος Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη υπό το όνομα Ιεχωβά, ότι ούτος ην ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, ος επ΄ έσχατων των ημερών λαβών το ανθρώπινον πρόσλημμα, ειργάσατο την σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους.
Κεφάλαιον Στ.΄
Περί της ιδρυθείσης βασιλείας του Θεού επί της γης και ότι αύτη ίδρυται εν τη Αγία του Θεού Εκκλησία.
1) Ότι ο αποκαλυφθείς εν τω κόσμω ίδρυσε διά της Εκκλησίας Αυτού βασιλείαν Ουρανών επί της γης.
2) Ότι ο αποκαλυφθείς Θεός αποκαλύπτεται εν τη Εκκλησία Αυτού και ότι τα Θεία Μυστήρια της Αγίας του Θεού Εκκλησίας μαρτυρούσι την θείαν Αυτού αποκάλυψιν, διότι δι΄ αυτών απεργάζεται την σωτηρίαν των πιστευόντων εις Αυτόν.
3) Ότι Αυτός εστί το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος, ο των όλων Κύριος, ο δίκαιος Κριτής ο μέλλων να άποδώση εκάστω κατά τα έργα αυτού εν τη ημέρα της κρίσεως.
Τέλος
Εν Αθήναις τη 2η Ιουλίου 1900
† ο Πενταπόλεως Νεκτάριος.

Για την αντιγραφή των επιστολών και τον πρόλογο
ΑΝΤΡΗ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ-ΤΟΦΑΛΙΔΟΥ
Θεολόγος 

Πηγή: Άντρης Χατζηκώστα-Τοφαλίδου, Άγνωστες επιστολές του Αγίου Νεκταρίου προς την Ιερά Μονή Βατοπεδίου, Περιοδικόν Ορθόδοξη Μαρτυρία, Έκδοσις Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως «Οι Φίλοι του Αγίου Όρους», Λευκωσία (αριθμός 41, Φθινόπωρο 1993), ISSN 1011 – 1719.  vatopedi.gr