Σάββατο 28 Σεπτεμβρίου 2019

Η χριστολογική έννοια της χαράς Γεώργιος Πατρώνος, Ομότιμος Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Βασική προϋπόθεση για τη βίωση από τον άνθρωπο στον παρόντα αιώνα της αληθινής μορφής της χαράς, με μια έννοια πληρότητας και τελειότητας, κατά τα κείμενα της Καινής Διαθήκης, είναι η έλευση και η παρουσία στον κόσμο του σωτήρα και λυτρωτή Ιησού Χριστού. Και όταν μιλάμε με τη γλώσσα του Ευαγγελίου για την έλευση του Χριστού στον κόσμο, εννοούμε τον όλο κύκλο των μεγάλων και σωτηριολογικών γεγονότων της ζωής Του, από τη σάρκωση ως το θάνατο και την ανάστασή Του.
Η γέννηση του Θεού Λόγου επλήρωσε τον κόσμο με «χαράν μεγάλην» (Λουκ. 2,10) και «ηγαλλίασε» το ανθρώπινο πνεύμα «επί τω Θεώ τω σωτήρι» (Λουκ. 1,47). Είναι μια χαρά σωτηριολογικής μορφής, στην ύψιστη πληρότητα και τελειότητα, που απευθύνεται «παντί τω λαώ» και αγκαλιάζει όλο τον κόσμο, «ότι ετέχθη υμίν σήμερον σωτήρ ος έστιν Χριστός Κύριος» (Λουκ. 2,10—11).
Χριστολογική έννοια
Στη συνέχεια, η βάπτιση του Ιησού Χριστού από το βαπτιστή Ιωάννη, τον Πρόδρομο του Μεσσία, φανέρωσε την «ευδοκία» του Θεού για την ανθρωπότητα (Ματθ.3,17). Η μεταμόρφωσή Του «έμπροσθεν» των μαθητών δεν είναι ένα γεγονός «δόξης» του Χριστού μόνο αλλά όλης της ανθρωπότητας (Μάρκ. 9.31 9,15). Τα πάθη και ο θάνατος του Χριστού αντιπροσωπεύουν τους διωγμούς και το μαρτύριο της Εκκλησίας που παρά την τραγικότητά τους θα γίνουν πηγή της μεγάλης εσχατολογικής χαράς.
Οι Πράξεις των Αποστόλων μάς βεβαιώνουν πως πρώτοι οι Απόστολοι «επορεύοντο χαίροντες από προσώπου του συνεδρίου ότι κατηξιώθησαν υπέρ του ονόματος ατιμασθήναι» (Πράξ. 5,41). Ο Απόστ. Παύλος εκφράζει την κοινή συνείδηση όλων για την «καύχησή» τους «επί τη θυσία και λειτουργία της πίστεως» και καλεί όλους να «χαίρουν» και να «συγχαίρουν» σε κάθε περίπτωση θυσίας και διωγμού των πιστών (Φιλιπ. 2, 17—18). Η θυσία και τα «παθήματα» της Εκκλησίας έρχονται ως «αναπλήρωση» των παθών και της θυσίας του Χριστού· «νυν χαίρω εν τοις παθήμασιν υπέρ υμών, και αναπληρώ τα υστερήματα των θλίψεων του Χριστού εν τη σαρκί μου υπέρ του σώματος αυτού, ος έστιν η Εκκλησία» (Κολοσ. 1,24).
Εκείνο που είχε προείπει ο Χριστός στους Μακαρισμούς Του, ότι «μακάριοί έστε όταν ονειδίσωσιν υμάς και διώξωσιν και είπωσιν παν πονηρόν καθ’ υμών φευδόμενοι ένεκεν εμού· χαίρετε και αγαλλιάσθε, ότι ο μισθός υμών πολύς εν τοις ουρανοίς» (Ματθ. 5,11—12), ήδη άρχισε να βρίσκει την εκπλήρωσή του στη ζωή των πιστών. Αυτή η «μετοχή» με τη θυσία στα παθήματα του Χριστού δεν θα είναι ένα είδος εξουθενώσεως της Εκκλησίας αλλά «αποκάλυψη» της δόξας του Χριστού στη ζωή των πιστών και γεγονός «χαράς» και «αγαλλιάσεως»• «Καθό κοινωνείτε τοις του Χριστού παθήμασιν χαίρετε, ίνα και εν τη αποκαλύψει της δόξης αυτού χαρήτε αγαλλιώμενοι. Ει ονειδίζεσθε εν ονόματι Χριστού, μακάριοι, ότι το της δόξης και το του Θεού πνεύμα εφ’ υμάς αναπαύεται» (Α’ Πέτρ. 4,13—14).
Όμοια, τέλος, η ανάσταση και η ανάληψη του Χριστού θα φέρουν «χαράν μεγάλην» στους μαθητές Του και στην πρώτη χριστιανική κοινότητα (Ματθ. 28,8· Λουκ. 24,52) και η χαρά αυτή θα εκφράζει την αιώνια και μόνιμη «χαρά» της Εκκλησίας στον παρόντα αιώνα. Η έλευση, λοιπόν, του Χριστού από την πρώτη στιγμή της θείας βρεφικότητας ως την τελευταία της αναστάσεως και αναλήψεώς Του από τη γη, περιλαμβάνει την πασχάλια πληρότητα της χαράς και αγαλλιάσεως που θα ζει η Εκκλησία, ο νέος και εσχατολογικός Ισραήλ, γύρω από την ευχαριστιακή Τράπεζα, την τράπεζα του δείπνου της βασιλείας του Θεού (Πράξ, 2,46-47).
Τα ιερά μας κείμενα της Καινής Διαθήκης κηρύσσουν το «ευαγγέλιο», το χαρμόσυνο μήνυμα της ελεύσεως του Ιησού Χριστού της Ναζαρέτ, του Μεσσία του κόσμου, στην ανθρωπότητα. Η αποφασιστική στιγμή της ιστορίας έχει φθάσει στο γεγονός και στο πρόσωπο του Χριστού. Αυτός είναι ο φορέας της «μεγάλης χαράς», που δόθηκε σαν υπόσχεση στους ανθρώπους. Αυτός κηρύσσει σήμερα μετάνοια και άφεση αμαρτιών, που δίνει τη δυνατότητα στον άνθρωπο κοινωνίας μετά του Θεού. Επανασυνδέει τον άνθρωπο με το Θεό και υπόσχεται την εσχατολογική ανάσταση και δόξα σε όλους. Ο Χριστός είναι η εκπλήρωση κάθε προφητείας (Ματθ. 11,5· Λουκ. 7,22) και από τώρα βρίσκονται στη διάθεση κάθε ανθρώπου τα εσχατολογικά αγαθά της βασιλείας του Θεού, όπως είναι η ειρήνη, η δικαιοσύνη και η χαρά. Oι άνθρωποι που «βλέπουν» και ζουν τα αγαθά αυτά είναι πράγματι «μακάριοι» από τώρα (Ματθ. 13,16-17· Λουκ. 10,23-24).
Για τα Συνοπτικά Ευαγγέλια, όπως βλέπουμε, πηγή της «μεγάλης χαράς» του ανθρώπου στον κόσμο είναι η έλευση, η ζωή και το έργο του Ιησού Χριστού. Αλλά και το Ευαγγέλιο του Ιωάννη βλέπει τη χαρά με χριστολογικούς όρους που ερμηνεύουν και χαρακτηρίζουν τη ζωή της χριστιανικές κοινότητας. Ο Ευαγγελιστής Ιωάννης παρουσιάζει τους μαθητές του Χριστού και την κοινότητα των πιστών σε πλήρη μετοχή και «κατοχή» της ήδη «πραγματοποιηθείσης» εσχατολογικής χαράς μετά την εμπειρία του Πάσχα. Το 15ο κεφάλαιο του Δ΄ Ευαγγε¬λίου προβάλλει με έμφαση τη χριστολογική και σωτηριολογική αυτή άποψη της χαράς. Η «χαρά» των μαθητών θα «πληρωθεί» με τη χαρά του Χριστού (Ιωάν. 15,11) κι έτσι θα είναι τέλεια και ολοκληρωμένη στον παρόντα αιώνα παρά τις δυσμενείς συνθήκες της ιστορίας.
Συνοπτικοί, λοιπόν, και Ιωάννης τονίζουν τη χαρά σαν ένα ιδιαίτερο καρπό της κοινωνίας των πιστών με το Χριστό. Αλλά και ο Απόστ. Παύλος βλέπει τη χαρά σαν ένα από τα ουσιαστικότερα γνωρίσματα της χριστιανικής ζωής και την τοποθετεί στην κοινή εμπειρία των μελών της κοινότητας από την κοινω¬νία της που έχει με τον Κύριό της. Η χαρά στις Επιστολές του Παύλου παίρνει μια επιτακτική μορφή ζωής. Δεν εντάσσεται στις παραινέσεις αλλά στις επιταγές. Εάν κάποιος είναι πραγματικά εκκεντρισμένος και ενσωματωμένος στην πηγή της ζωής, που είναι ο Ιησούς Χριστός, αυτός δεν μπορεί παρά να είναι μια χαρούμενη παρουσία μέσα στον κόσμο. Γι’ αυτό ο Απόστολος, πάνω στο θέμα αυτό της χαράς, είναι συχνά επιτακτικός· «Το λοιπόν, αδελφοί μου, χαίρετε εν Κυρίω» (Φιλιπ. 3,1), «Χαίρετε εν Κυρίω πάντοτε· πάλιν ερώ, χαίρετε» (Φιλιπ. 4,4). Η διαπροσωπική αυτή σχέση με το Χριστό φανερώνει το καθήκον και το χρέος της χαράς για κάθε πιστό (Φιλιπ. 1,25· 2,28).
Από όλες όμως τις Επιστολές του Απόστ. Παύλου, εκείνη που έχει ιδιαίτερη σημασία για το θέμα μας είναι η προς Φιλιππισίους Επιστολή, που έχει ονομασθεί μάλιστα και ως η «Επιστολή της χαράς», όπως ήδη έχει διατυπωθεί πιο πάνω. Αν και είναι τόσο μικρή και σύντομη Επιστολή, μέσα στα τέσσερα ολιγόστιχα κεφάλαιά της, οι λέξεις «χαρά» και «χαίρετε» απαντούν περί τις δεκαπέντε φορές. Η Επιστολή αυτή είναι συγχρόνως γνωστή και σαν ένα κείμενο χριστολογικού περισσότερο χαρακτήρα. Έτσι εδώ διαγράφεται πιο έντονα και ο χριστολογικός χαρακτήρας της έννοιας της χαράς.
Στην Επιστολή αυτή, όταν ο Παύλος μιλάει για τη χαρά, δίνει ένα εντελώς διαφορετικό περιεχόμενο από τις γνωστές έννοιες, μιας χαράς δηλ. που προέρχεται από την υγεία, από τις εγκόσμιες επιτυχίες, ή τις κοινωνικές ανέσεις και τις κοσμικές απολαύσεις. Όταν ο Απόστ. Παύλος έγραφε αυτή την Επιστολή της χαράς, είναι γνωστό πως τίποτε δεν κατείχε από όλα αυτά. Υγεία δεν είχε καλή. Καμμιά κοινωνική επιτυχία και καμμιά άνεση δεν διέθετε στη ζωή του. Ήταν συνεχώς υπό απειλή και φριχτές διώξεις. Μάλιστα δε η Επιστολή αυτή γράφεται σε κάποια φυλακή της Ρώμης και ενώ είναι μελλοθάνατος μιλάει συνεχώς για τη χαρά και καλεί τους αναγνώστες του να την ζήσουν με ένταση.
Ο Απόστ. Παύλος δεν εύχεται ποτέ στους παραλήπτες της Επιστολής του απλώς το «χαίρετε». Αλλά πάντοτε το «χαίρετε εν Κυρίω». Αυτό σημαίνει πως η χαρά εδώ είναι εντελώς διαφορετική απ’ αυτήν που πολλοί γνωρίζουν. Είναι μια χαρά «εν Κυρίω». Έχουμε, επομένως, εδώ μια θαυμάσια χριστολογική ερμηνεία της χαράς. Ο Χριστός, η έλευσή Του, η διδασκαλία, το έργο και όλη Του η ζωή, είναι η μόνη αληθινή πηγή της χαράς. Το «εν Χριστώ» και «εν Κυρίω» κρύβει το μυστικό της χαράς του Παύλου. Μια ζωή «εν Κυρίω» είναι η μόνη εγγύηση για μια αληθινή μορφή χαράς μέσα στον παρόντα αιώνα.
Ο Ιησούς Χριστός είναι ο «Σωτήρ του κόσμου». Η έλευσή Του προκαλεί τον αγγελικό ευαγγελισμό του κόσμου για την υπέρτατη και «μεγάλη χαρά» που επισκέφθηκε τη γη μας. Αυτός εγκαινίασε τη ζωή του φωτός και κατέλυσε τη βασιλεία του σκότους. Διά του Χριστού ανοίχθηκε μια νέα πορεία ζωής, η πορεία του «ακολουθείν τον Ιησούν», που είναι πορεία χαράς μέσα στην παγερότητα του κόσμου τούτου. Το έργο Του, με κέντρο τα θαύματα, μας έδωσε τα «σημεία» αυτής της πορείας και μας παρουσίασε μια θεολογία που σε τελική ανάλυση είναι μια θεολογία της χαράς.
Η Καινή Διαθήκη επιμένει, όπως βλέπουμε, στην ιστορική διάσταση της χαράς και στην πραγμάτωσή της μέσα στον παρόντα αιώνα. Ο άνθρωπος πιστός, ο οποίος ζει εν Χριστώ, πρέπει να ζει συγχρόνως στον ενδιάμεσο αυτό χρόνο μεταξύ της πρώτης και της δευτέρας ελεύσεως με μια χαροποιό διάθεση την παρούσα πραγματικότητα της ζωής. Η χαρά, επομένως, εντάσσεται στον τελικό σκοπό της ζωής και δείχνει τον ιδιαίτερο χαρακτήρα μιας σωστής χριστιανικής ζωής τώρα και πάντοτε. Αυτή η χριστιανική χαρά είναι το «σημείο», ότι πράγματι ο Κύριος έχει έλθει και ότι η σωτηρία και η λύτρωση είναι βιωματική πραγματικότητα μέσα στην κοινότητα της Εκκλησίας. Η χριστιανική ζωή χαρακτηρίζεται από τη χαρά παρά τις δυσκολίες και το άγχος για τα πράγματα του κόσμου τούτου (Πράξ. 2,46· 8,8· 13,52· 15,3). Αυτή η χαρά αναζωογονεί και αυτούς που κηρύσσουν και αυτούς που δέχονται το Ευαγγέλιο. Η χαρά είναι η φυσική κατάσταση μιας ζωής που βιώνει μέσα της τη σωτηρία. Δείχνει με την ύπαρξή της την εκπλήρωση των ουσιαστικότερων προσωπικών και κοινωνικών προσδοκιών. Φανερώνει τη ζωή και τον κόσμο στη νέα τους αναγεννημένη μορφή.
Αυτήν τη βιβλική χριστολογική έννοια της χαράς ακολούθησε πιστά και η πατερική παράδοση στην προσπάθειά της να δώσει ένα πρότυπο ζωής. Δεν θεώρησε μόνο την «ένσαρκο» έλευση του Χριστού ως πηγή χαράς για τον άνθρωπο, αλλά και η μετέπειτα παρουσία Του στην Εκκλησία, πιστεύεται, πως διατηρεί αυτήν τη χαρά στον παρόντα κόσμο. Ο Χριστός, σήμερα, που είναι «του Θεού Πατρός η δύναμις», συγχρόνως «εστίν ημών η χαρά», τονίζει ο Μέγας Αθανάσιος. Και καθώς ο Αδάμ και η Εύα μας κληρονόμησαν την «πίκρα» και την «λύπη», ο Χριστός και η Παναγία μάς απάλλαξαν από την «κατάρα» και την «καταδίκη» αυτή και μας έφεραν τη «χαρά».
Ο Χριστός και η Εκκλησία είναι η πηγή της χαράς αλλά και η εύφορος «άμπελος», όπου εκεί φυτεύονται και βλασταίνουν με ρίζες βαθειές η αγάπη και η «γλυκεία χαρά», που δίνουν ζωή στον άνθρωπο και ποτίζουν την καρδιά του, μας λέει μ’ έναν τρόπο πολύ ποιητικό ο Μακάριος ο Αιγύπτιος. Ο Χριστός και η παρουσία Του μέσα στην Εκκλησία είναι «πένθος» θανατερό για τους δαίμονες, για τους πιστούς όμως είναι «χαρά και αγαλλίασις». Τίποτε άλλο δεν υπάρχει που να φέρνει χαρά στον κόσμο, εκτός από την έλευση και την παρουσία του Χριστού, συμπληρώνει ο Δίδυμος ο Αλεξανδρείας, για να αναφέρουμε μόνο δύο-τρεις ενδεικτικές περιπτώσεις της πατερικής σκέψεως που μεταφέρουν στην εποχή τους το πνεύμα της Αγίας Γραφής. Η χαρά, επομένως, των πιστών σε οποιαδήποτε εποχή είναι έκφραση της χαράς του Χριστού που έφερε και διατηρεί στον κόσμο με την έλευση και τη ζωντανή παρουσία Του ο ίδιος ο Θεός (Ιωάν. 15,11· 17,13).
(Γεωργίου Π. Πατρώνου, Η χαρά στην Καινή Διαθήκη, εκδ. Τήνος, Αθήνα 1983, σ.59-65).

Ερμηνεία τού β' Ψαλμού Χριστολογική ερμηνεία από το Μασοριτικό κείμενο Μίρκο Τομάσοβιτς Δρ. Θεολογίας


 
Εκδόσεις Παρουσία Αθήνα 1991.
Στοιχειοθετήθηκε και τυπώθηκε στις Γραφικές Τέχνες και το Τυπογραφείο τού Διονυσίου Τουμαζάτου, σε 500 αντίτυπα για λογαριασμό τών εκδόσεων "Παρουσία". Τη βιβλιοδεσία έκανε ο Κ. Χωριατάκης.
Η παρούσα διαδικτυακή δημοσίευση έγινε σε μετάφραση στη Δημοτική από την καθαρεύουσα, με την ευγενική άδεια τού κ. Μίρκο Τομάσοβιτς και θα δημοσιευθεί σε συνέχειες.

Από τα αρχαιότερα χρόνια ο εξεταζόμενος ψαλμός (β') από πολλούς θεωρήθηκε ως μεσσιανικός· Πιστεύουμε όμως ότι δεν ερμηνεύθηκε επαρκώς ως χριστολογικός. Επομένως κύριος σκοπός μας είναι να τον ερμηνεύσουμε χριστολογικά, με βάση το μασοριτικό κείμενο, να αντιπαραθέσουμε τις αρχαίες μεταφράσεις, κυρίως των Ο', με το πρωτότυπο κείμενο, και τέλος έχοντας υπ’ όψη τις διάφορες μεταφράσεις να φθάσουμε στην αρχική έννοια του κειμένου.
Η παρούσα έρευνα, στην οποία γίνεται αναφορά στον πατερικό λόγο, θα έχει ως κεντρικό άξονα το θεανδρικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού ως Μεσσία, επειδή το κεντρικό πρόσωπο στο οποίο αναφέρεται ο ψαλμωδός είναι ο Υιός του Θεού.
Μίρκο Τομάσοβιτς

Εισαγωγή
Ο προφητικός αυτός ψαλμός είναι συνέχεια και συμπλήρωμα του 1ου ψαλμού, με τον οποίο αποτελεί κατά κάποιο τρόπο εισαγωγή για ολόκληρο το ψαλτήριο, το οποίο ο Μ. Βασίλειος ονομάζει «της Εκκλησίας φωνή».1 Ο ψαλμός γράφτηκε σε μορφή ζωντανού διαλόγου και έχει δραματικό χαρακτήρα. Σε αυτόν εκτίθενται σκέψεις διαφόρων προσώπων, μολονότι τίποτα δεν αναφέρεται γι’ αυτά.
Στον νικητήριο μεσσιανικό ψαλμό-ύμνο, τον οποίο θα προσπαθήσουμε να ερμηνεύσουμε παρακάτω, ο ψαλμωδός μιλάει για τον μελλοντικό, εσχατολογικό καιρό. Κατ' αυτόν ο Μεσσίας είναι το κέντρο της ιστορίας και ονομάζεται «Βασιλιάς της Σιών», «Χριστός» και «Υιός του Θεού». Ο Ίδιος ο Θεός με σάρκα, θα γίνει ο λυτρωτής και σωτήρας των ανθρώπων (για τα πάντα και χάριν όλων). Εκείνος ο οποίος του εναντιώνεται θα χαθεί, και εκείνος ο οποίος τον δέχεται θα σωθεί. Σε σύγκριση με τη μεγαλειότητα και τη δύναμη του Θεού τα πάντα είναι μηδαμινά. Και το μυστήριο της Οικονομίας της σωτηρίας αποκαλύπτεται με θαυμαστό τρόπο. Η βασιλεία του Θεού είναι η βασιλεία του Χριστού, ο Χριστός αποτελεί το κέντρο της και αυτή πραγματοποιείται δια του βασιλέως Χριστού. Απ’ Αυτόν εξαρτάται η αιώνια συμμετοχή των ανθρώπων στη βασιλεία αυτή. Ο Θεός, η βασιλεία Του και η μεσσιανική βασιλεία συνιστούν τον πυρήνα του εξεταζόμενου ψαλμού.
Κατά τον 2ο ψαλμό ο Μεσσίας είναι αληθινός Θεός και αληθινός άνθρωπος, ο οποίος ενώνει στον εαυτό του τα πάντα σε ένα σώμα και «τα επί τοις ουρανοίς και τα επί της γης» (Εφ. 1,10). Το πρόσωπο του Μεσσία είναι το πρόσωπο του Θεανθρώπου. Το μεσσιανικό λειτούργημα είναι και θα είναι το κύριο λειτούργημα του Σωτήρα Ιησού Χριστού, του βασιλιά, κριτή, και απεσταλμένου από τον Θεό στη γη. Στη βασιλεία του Χριστού συμμετέχουν όλα τα έθνη.
Ο αποδιδόμενος στον Δαβίδ 2ος ψαλμός διαιρείται σε 4 στροφές των τριών στίχων: α' στροφή 1-3 στ., β' στροφή 4-6 στίχ., γ' στροφή 7-9 στίχ., και δ΄ στροφή 10-12 στίχ.
* * *
Ο 2ος Ψαλμός μπορεί να ερμηνευθεί χριστολογικά και χριστοκεντρικά. Ταυτόχρονα έχει και εσχατολογικό χαρακτήρα. Σε αυτόν συναντιούνται το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον.
Ο Ψαλμός αυτός είναι και τριαδολογικός, επειδή μέσω τών στίχων του αποκαλύπτεται η Αγία Τριάδα: ο Πατήρ ο οποίος γεννά, ο Υιός ο οποίος γεννάται και το Άγιο Πνεύμα δια του οποίου χρίσθηκε ο Υιός του Θεού (Παράβαλλε Πράξεις 10, 38). Επομένως το μυστήριο του ψαλμού αυτού είναι το μυστήριο τού Χριστού, τής βασιλείας τού Χριστού, στην οποία ο Θεός θέλει να γίνει τα «πάντα σε όλους» (Α' Κορινθίους 15, 28).
Κατά τον 2ο Ψαλμό η βασιλεία του Θεού κατανοείται ως θεοκεντρική, χριστοκεντρική και αγιοπνευματική πραγματικότητα στην ιστορία. Δεν υπάρχει διαφορά μεταξύ «βασιλείας του Θεού» και «βασιλείας του Χριστού», δηλαδή της Εκκλησίας. Η βασιλεία του Χριστού είναι αιώνια και αμετάβλητη.
Ο Ίδιος ο Θεός Πατήρ απέστειλε τον Γιο Του στη γη με σκοπό να προσφέρει τη δυνατότητα στους ανθρώπους να δουν το αιώνιο και το ουράνιο, και να αποκαλύψει σε αυτούς την «αιώνια οδό» μέσω της οποίας πρέπει να επιστρέψουν στον Θεό.
Σύμφωνα με τον 2ο Ψαλμό η ουσία της Χριστιανικής ζωής συνίσταται στην κοινωνία τού ανθρώπου με τον Θεό. Όλα μάς δόθηκαν εν Χριστώ και δεν πρέπει να αναζητούμε άλλο «βραβείο», επειδή Αυτός ο Ίδιος είναι το «βραβείο» μας. Είμαστε του Πατρός «γέννημα» και προσδοκούμε την υιοθεσία.

Ο Άγιος Νεκτάριος και η Ιερά Μεγίστη Μονή Βατοπαιδίου (Μέρος 1)


Στο Αρχείο της Ιεράς Μονής Βατοπεδίου ανευρέθησαν 11 ανέκδοτες επιστολές του Αγίου Νεκταρίου Κεφαλά Μητροπολίτου Πενταπόλεως του λαοφιλούς Αγίου της Αίγινας.
Στο άρθρο αυτό θα παρουσιάσουμε αυτές τις επιστολές. Θερμές ευχαριστίες εκφράζω και την ευγνωμοσύνη μου προς α) τον πανοσιολογιώτατο καθηγούμενο της Ι.Μ. Βατοπεδίου, Αρχιμανδρίτη Εφραίμ, β) το σεβαστό γέροντα της Ι.Μ.Β. Ιωσήφ μοναχό, από τους οποίους είχα την ευλογία να δημοσιεύσω τις επιστολές, και γ) τον αιδεσιμολογιώτατο πρωτοπρεσβύτερο π. Θεόδωρο Ζήση, καθηγητή της Θεολογικής Σχολής Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης (Α.Π.Θ.) για τη συμβολή και καθοδήγηση του.
Κατά το δεκατετραετές διάστημα (1894-1907) κατά το οποίο ο Άγιος Νεκτάριος διετέλεσε διευθυντής της Ριζαρείου Σχολής έγραψε και εξέδωσε ένα μεγάλο αριθμό από τις αξιόλογες εργασίες του. Για την έκδοση των συγγραμμάτων του απαιτείτο μεγάλο χρηματικό ποσό το οποίο ο Άγιος δεν είχε.
ΣΤΡΟΦΗ ΠΡΟΣ ΤΑ ΜΟΝΑΣΤΗΡΙΑ
Στο σημείο αυτό πρέπει να τονίσουμε τη στροφή του Αγίου προς τα μοναστήρια για οικονομική υποστήριξη της συγγραφικής του εργασίας υπέρ της Εκκλησίας και του πληρώματος αύτης (Επιστολή 9η).
Ο Άγιος έκτος από τη Ιερά Μονή Βατοπεδίου είχε αλληλογραφία και μ’ άλλες Μονές του Αγίου Όρους. Το γεγονός αυτό δεν είναι τυχαίο.
Εραστής του μοναχικού βίου, είχε ενταχθεί στο 27ο έτος της ηλικίας του σε μοναστική αδελφότητα. Και παρόλο που μετά από τριετία άφησε το χώρο της μοναστικής ζωής και της απερίσπαστης εντρύφησης στην εν Χριστώ ζωή, για να εργασθεί στους κόλπους της Εκκλησίας, παρέμεινε γνήσιος εραστής του μοναχικού βίου μεταδίδοντας την ευσέβεια του στους άλλους με τη διδασκαλία και το παράδειγμα του.
Έτσι δικαιολογείται η στροφή του αυτή.
Οι 11 επιστολές που δημοσιεύουμε είναι ημερομηνίας 3 Ιουλίου 1900 (η 1η επιστολή) μέχρι 30 Ιουνίου 1906 (η 11η -τελευταία- επιστολή)· και απευθύνονται προς τους επιτρόπους της Ιερά Μονή Βατοπεδίου.
Ο Άγιος ζητά την οικονομική υποστήριξη από τη Μονή αρχικά για την έκδοση του έργου του «Χριστολογία» και αργότερα για την έκδοση του έργου του «Η αθανασία της ψυχής και τα Ιερά Μνημόσυνα».
Φαίνεται ότι η Ιερά Μονή Βατοπεδίου είχε την οικονομική άνεση· γι΄ αυτό πρόθυμα και σύντομα ανταποκρίθηκε στην αίτηση του Αγίου για την έκδοση και των δύο έργων.
Ο Άγιος αδιαλείπτως ευχαριστεί την Ιερά Μονή Βατοπεδίου για την εκ μέρους της υποστήριξη, η οποία όχι μόνο εκφράζει τη φιλία και την υπόληψη της προς το πρόσωπο του Αγίου αλλά και τα αγαθά και φιλόμουσα συναισθήματα της, τα οποία εκδηλώνει συχνά και με πολλούς τρόπους για την υποστήριξη της Ιεράς μας Θεολογίας και της Ελληνικής Παιδείας (Επιστολή 3η).
ΤΟ ΣΥΓΓΡΑΦΙΚΟ ΕΡΓΟ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΕΚΠΛΗΡΩΣΗ ΙΕΡΟΥ ΤΟΥ ΠΟΘΟΥ
Η συγγραφή και έκδοση εργασιών από τον Άγιο εκπλήρωνε τον ένθεο πόθο του να ενδυναμώσει πνευματικά το πλήρωμα της Εκκλησίας.
Η πολλή αμάθεια που μάστιζε το λαό και τον κλήρο καθώς και η έλλειψη βιβλίων κατά την εποχή του δεν μπορούσαν να περάσουν απαρατήρητα από τον Άγιο.
Τον έθλιβε πραγματικά η διαπίστωση ότι το πλήρωμα της Εκκλησίας έπασχε – «Η γενική σχεδόν διασάλευσις των πεποιθήσεων των αποπλανηθέντων υπό της καινής απάτης…» (Επιστολή 7η).
Γι΄ αυτό ο θεόσοφος Ιεράρχης ως «αληθώς εργάτης της αρετής» παρέδωσε στην Εκκλησία μια ογκωδέστατη συγγραφική εργασία ως εκπλήρωση του Ιερού του πόθου να εργάζεται «υπέρ των αδελφών και υπέρ της δόξης του Θεού» (Επιστολή 11η).
Η θεολογική του παραγωγή χαρακτηρίζει τον Άγιο ως συνεχιστή της ελληνικής πατερικής παραδόσεως.
Επίσης η ίδια χαρακτηρίζεται από την πρωτοτυπία για την εκλογή των θεμάτων, πολλά από τα οποία όχι μόνο για πρώτη φορά πραγματεύθηκε ο Άγιος, αλλά και μεταξύ πολλών δεν βρήκε καν μέχρι τώρα το συνεχιστή της σχετικής έρευνας. (Μπρατσιώτης, Καθ. Παν., «Ο Άγιος Νεκτάριος Κεφαλάς», Ι.Μ. έκδοση. 1985, σελ. 241).
Στις εκδιδόμενες επιστολές, σχετικά με το θέμα αυτό παρατηρούμε τα έξης:
– Ο Άγιος χαρακτηρίζει το έργο του σπουδαίο και ωφέλιμο (έπ. 1)· επίσης ως «θεοφιλή εργασία» (Επιστολή 9η)
– Υποστηρίζει με το έργο του την Θεολογία και την Ελληνική Παιδεία (Επιστολή 3η)
– Κινούμενος από θρησκευτικό ζήλο επιδιώκει με την έκδοση των έργων του να στηρίξει τις διασαλευθείσες πεποιθήσεις των πιστών, διδάσκοντας αυτούς τις αγνοούμενες αλήθειες της Αγίας μας Εκκλησίας (Επιστολή 7η).
– Με την ενίσχυση του Κυρίου δεν κουράζεται να γράφει και να δημοσιεύει. Η ευχαρίστηση ότι εργάζεται για την Εκκλησία και για τη δόξα του Θεού, είναι η μεγαλύτερη του αμοιβή (Επιστολή 11η).
Το κείμενο των ανέκδοτων επιστολών είναι το εξής:
ΕΠΙΣΤΟΛΗ 1
τη 3 Ιουλίου 1900
Προς τους Οσιωτάτους Επιτρόπους της Ιεράς και Σεβασμίας
Μονής του Βατοπεδίου εις Άγιον Όρος
Μετά τον εν Χριστώ αδελφικόν ασπασμόν λαμβάνω το θάρρος να απευθύνω προς την υμετέραν αδελφικήν αγάπην παράκλησίν τινα προς υποστήριξιν έργου μου τινος, ούτινος εγκλείστως αποστέλλω πίνακα του περιεχομένου, εν ω αναγράφεται άπασα η του βιβλίου ύλη και καταφαίνεται η μεγάλη αυτού σπουδαιότης και η μεγάλη ωφέλεια η προκύψουσα εκ της διαδόσεως αυτού.
Η υμετέρα Ιερά Μονή ευπορούσα συν Θεώ Αγίω και αείποτε προθύμως υποστηρίζουσα ομοίων αγαθών έργων την εκτύπωσιν και διάδοσιν, ευελπιστώ ότι θέλει αποδεχθή ευμενώς και την εμήν αίτησιν και θέλει υποστηρίξει την εκτύπωσιν έργου τοσούτον σπουδαίου και ωφελίμου.
Επί τη πεποιθήσει ταύτη εμμένων ευχαριστώ εκ προοιμίων τη Σεβαστή Ιερά Μονή του Βατοπεδίου και διατελώ προς Θεόν ευχέτης διάπυρος
† ο Πενταπόλεως Νεκτάριος
 
ΧΡΙΣΤΟΛΟΓΙΑΣ
ΜΕΡΟΣ Α.΄
Περί του θείου χαρακτήρος και του απολυτρωτικού έργου του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
Κεφάλαιον Α.΄
Περί του Σωτήρος και λυτρωτού του ανθρωπίνου γένους. Περί του Υιού του ανθρώπου· ότι ο Ι.Χ. εστίν η οδός, η αλήθεια και η ζωή. Ότι το όνομα, Υιός ανθρώπου, εστί το όνομα, δι ου ευηγγελίσθη η ανθρωπότης τον μέλλοντα Σωτήρα και λυτρωτήν. Περί της προσδοκίας των εθνών.
Ότι της προσεγγίσεως του πληρώματος του χρόνου της πληρώσεως της προσδοκίας των εθνών, και περί των σημείων των μηνυόντων την έλευσιν του μέλλοντος λυτρωτού.
Περί του πληρώματος του χρόνου και της εμφαινομένης απολύτου ανάγκης της ελεύσεως του λυτρωτού της ανθρωπότητος.
Κεφάλαιον Β.΄
Περί αιωνίου ζωής και ότι αύτη εύρηται εν τη επιγνώσει της αποκαλυφθείσης αληθείας.
Ότι ο πόθος της αίωνίου ζωής, ων έμφυτος, εστίν αληθής. Ότι ο άνθρωπος επεζήτησεν αείποτε την αίώνιον ζωήν.
Κεφάλαιον Γ.΄
Περί της ελεύσεως του Σωτήρος και των χαρακτηριστικών γνωρισμάτων αυτού.
1) Ότι επληρώθη ο διακαής του ανθρώπου πόθος.
2) Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του Σωτήρος του πληρούντος τους πόθους της
καρδίας του γινώσκοντος αυτόν.
Κεφάλαιον Δ.΄
Περί της αναγκαιότητος της εις Χριστόν Ιησούν τον Υιόν του Θεού πίστεως.
1) Ότι ουδείς επιγινώσκει τον Υιόν ειμή ο Πατήρ· ουδέ τον Πατέρα τις επιγινώσκει ειμή ο Υιός και ω εάν βούληται ο Υιός αποκαλύψαι (Ματθ. ια΄, 27).
2) Ότι η πίστις προς τον Υιόν του Θεού και η γνώσις Αυτού καθιστά ημίν γνωστόν τον Θεόν Πατέρα και χαρίζεται ημίν την αιώνιον ζωήν και αναδεικνύει ημάς τέκνα Θεού κατά χάριν διά της υϊοθεσίας της διά Ιησού Χριστού γενομένης (Εφεσ. α΄, 5).
3) Ότι η αίώνιος ζωή εύρηται εν τη πίστει προς τον Σωτήρα Ιησούν Χριστόν.
Κεφάλαιον Ε.΄
Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως.
Μαρτυρίαι της φωτεινότητας της χριστιανικής πίστεως.
Ανάπτυξις των μαρτυριών της φωτεινότητος της χριστιανικής πίστεως.
1) Ότι η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή.
2) Η εις Χριστόν πίστις ως οδηγός προς γνώσιν, ως πίστις λογική, είναι φωτεινή.
3) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι αναπτύσσει θερμήν αγάπην προς το περιεχόμενον της πίστεως του πιστεύοντος εις Αυτόν.
4) Η προς τον Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι τίκτει την ελπίδα προς τον Θεόν.
5) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι κοσμεί τον πιστόν μετά χαρίσματος του Αγίου Πνεύματος.
6) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι φέρει τους καρπούς του Αγίου Πνεύματος.
7) Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως μαρτυρουμένη εκ της διαπλαοτικής αυτής δυνάμεως.
8 ) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτιστική, διότι το φως αυτής έκκέχυται εν ταΐς Αγίαις Γραφαίς και διαυγάζει τους εσκοτισμένους οφθαλμούς της διανοίας.
9) Η πίστις των χριστιανών είναι φωτεινή και φωτιστική, διότι μεταδίδωσι τω πιστώ ηθικήν ζωήν και φιλόσοφον λογισμόν.
10) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι είναι αποκαλυπτική και επιβλητική. Η των εθνών Εκκλησία εστί τρανόν μαρτύριον της φωτιστικής και αποκαλυπτικής αυτής δυνάμεως.
11) Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως μαρτυρουμένη εκ της δυνάμεως του Τιμίου Σταυρού.
12) Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως μαρτυρουμένη εκ της Αναστάσεως του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού και του Αποστολικού έργου.
13) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι κατίσχυσε.
14) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή, διότι η Ιστορία μαρτυρεί την φωτεινότητα αυτής.
15) Η εις Χριστόν πίστις είναι φωτεινή και φωτιστική, διότι πληροφορεί τον νουν και πείθει την καρδίαν η φωτεινότης και η φωτιστική αυτής δύναμις μαρτυρείται υπό των Ιερών Γραφών της Παλαιάς Διαθήκης.
16) Η φωτεινότης της χριστιανικής πίστεως μαρτυρουμένη εκ της ταχείας διαδόσεως του χριστιανισμού εν όλω τω τότε γνωστώ κόσμω. Ιστορικοί μαρτυρίαι.
Κεφάλαιον ΣΤ.΄
Περί του θείου χαρακτήρος και του έργου του Κυρίου ημών Ίησού Χριστού.
Κεφάλαιον Ζ.΄
Περί του θείου χαρακτήρος του Σωτήρος ημών Ίησού Χριστού, εκ των Ιερών Γραφών.
1) Προφητείαι περί του χαρακτήρος του Μεσαίου.
2) Χωρία του Ιερού Ευαγγελίου δεικνύοντα τον χαρακτήρα του Μεσσίου οίον περιέγραψαν οι προφήται.
3) Προφητείαι περί των παθών, του θανάτου, της ενταφής και της Αναστάσεως του Μεσσίου.
4) Ότι ο του Μεσσίου θάνατος εστί εξιλασμός και διαλλαγή.
Κεφάλαιον Η.΄
Περί της θειότητος της χριστιανικής πίστεως.
Κεφάλαιον Θ.΄
Περί του λόγου της αθετήσεως των θαυμάτων.
1) Ότι η άγνοια του Θεού και του άνθρωπου εστίν ο λόγος της αθετήσεως των θαυμάτων.
2) Ότι η έννοια του Θεού ως απολύτου δντος υποστηρίζει την εν τω κόσμω άποκάλυψιν αυύτού εν τω κόσμω.
3) Ότι η άγαθότης του Θεού βούλεται την αποκάλυψιν αυτού εν τω κόσμω.
4) Περί της σχέσεως του Θεού προς τον άνθρωπον Ιδίως.
5) Περί του τρόπου, καθ΄ ον πραγματούται η θεία άποκάλυψις.
Κεφάλαιον Ι.΄
Ότι εκ μόνης της εις Χριστόν πίστεως η αιώνιος ζωή και ουκ εξ έργων νόμου.
1) Ότι ο νόμος εγένετο παιδαγωγός εις Χριστόν.
2) Ότι ο Θεός και τα έθνη εποδηγέτησεν εις έπίγνωσιν της αληθείας.
3) Ότι ο Ιησούς Χριστός εστίν εκείνος, ον έγραψε Μωσής και οι Προφήται.
Κεφάλαιον ΙΑ.΄
1) Περί του αιτηθέντος μεγάλου σημείου, δί ου εμαρτυρήθη η θεότης του Σωτήρος ημών Ιησού Χριστού.
2) Ο θείος χαρακτήρ του Σωτήρος Χριστού μαρτυρούμενος από του απολυτρωτικού έργου αυτού.
Κεφάλαιον ΙΒ.΄
Περί του έργου της αποστολής του Σωτήρος ημών Ίησού Χριστού.
ΜΕΡΟΣ Β΄
Περί της Άποκαλύψεως του Θεού εν τω κόσμω.
Κεφάλαιον Α.΄
Η Αποκάλυψις του Θεού εν τω κόσμω μαρτυρουμένη εκ της πληρώσεως των Προφητειών.
1) Προφητείαι περί της έλεύσεως του προσδοκώμενου Μεσαίου.
Κεφάλαιον Β.΄
1) Ότι ο Ιησούς Χριστός ην Υιός Δαυίδ και Υιός Θεού.
2) Προφητείαι περί της φυλής, γένους, οίκου, πατριάς και του τόπου της γεννήσεως του Μεσσίου.
3) Αι προφητείαι ευρούσαι την έκβασιν εν τω προσώπω του Ι.Χ. μαρτυρούσιν ότι Αυτός έστιν ο επηγγελμένος Λυτρωτής του κόσμου ότι εστί Θεός αληθινός, ότι ελήλυθε και ουδείς έτερος ελεύσεται.
Κεφάλαιον Γ.΄
Προφητείαι αναφερόμενοι προς τους Ιουδαίους λαβούσαι την έκβασιν κατά την πρόρρησιν.
1) Προρρήσεις του προφήτου Μωϋσέως.
2) Πλήρωσις των ευχών.
3) Πλήρωσις των καλών προρρήσεων επί της εποχής των Κριτών.
4) Πλήρωσις των προφητειών επί των βασιλέων.
5) Κατάραι και πλήρωσις αυτών.
6) Προφητείαι των λοιπών προφητών των προαναγγειλάντων τοις υϊοίς Ισραήλ τας μέλλουσας αυτών τύχας.
7) Προφητείαι περί της επιστροφής των δύο φυλών, Ιούδα και Βενιαμίν, από της αιχμαλωσίας Βαβυλώνος και απώλεια των δέκα φυλών εν τη αιχμαλωσία.
8 ) Προφητείαι περί της καταστροφής της Ιουδαίας και της κακίας και απιστίας των Ιουδαίων.
9) Προφητείαι περί της επιστροφής των εθνών εις Θεόν ζώντα.
Κεφάλαιον Δ.΄
Προφητείαι αναφερόμενοι προς τα έθνη τα πλησιόχωρα τα καταπολεμήσαντα και καταθλίψαντα τους υϊούς Ισραήλ.
1) Αι περί της Νινευΐ προφητεΐαι.
2) Περί του μεγέθους της Νινευΐ.
3) Περί της καταστροφής της πόλεως Νινευΐ.
4) Αι περί της Βαβυλώνος προφητείαι και πλήρωσις αυτών.
Κεφάλαιον Ε.΄
Περί του αποκαλυφθέντος Θεού εν τη Παλαιά Διαθήκη υπό το όνομα Ιεχωβά, ότι ούτος ην ο Υιός και Λόγος του Θεού Πατρός, ος επ΄ έσχατων των ημερών λαβών το ανθρώπινον πρόσλημμα, ειργάσατο την σωτηρίαν του ανθρωπίνου γένους.
Κεφάλαιον Στ.΄
Περί της ιδρυθείσης βασιλείας του Θεού επί της γης και ότι αύτη ίδρυται εν τη Αγία του Θεού Εκκλησία.
1) Ότι ο αποκαλυφθείς εν τω κόσμω ίδρυσε διά της Εκκλησίας Αυτού βασιλείαν Ουρανών επί της γης.
2) Ότι ο αποκαλυφθείς Θεός αποκαλύπτεται εν τη Εκκλησία Αυτού και ότι τα Θεία Μυστήρια της Αγίας του Θεού Εκκλησίας μαρτυρούσι την θείαν Αυτού αποκάλυψιν, διότι δι΄ αυτών απεργάζεται την σωτηρίαν των πιστευόντων εις Αυτόν.
3) Ότι Αυτός εστί το Α και το Ω, η αρχή και το τέλος, ο των όλων Κύριος, ο δίκαιος Κριτής ο μέλλων να άποδώση εκάστω κατά τα έργα αυτού εν τη ημέρα της κρίσεως.
Τέλος
Εν Αθήναις τη 2η Ιουλίου 1900
† ο Πενταπόλεως Νεκτάριος.

Για την αντιγραφή των επιστολών και τον πρόλογο
ΑΝΤΡΗ ΧΑΤΖΗΚΩΣΤΑ-ΤΟΦΑΛΙΔΟΥ
Θεολόγος 

Πηγή: Άντρης Χατζηκώστα-Τοφαλίδου, Άγνωστες επιστολές του Αγίου Νεκταρίου προς την Ιερά Μονή Βατοπεδίου, Περιοδικόν Ορθόδοξη Μαρτυρία, Έκδοσις Παγκυπρίου Συλλόγου Ορθοδόξου Παραδόσεως «Οι Φίλοι του Αγίου Όρους», Λευκωσία (αριθμός 41, Φθινόπωρο 1993), ISSN 1011 – 1719.  vatopedi.gr

Κυριακή 25 Αυγούστου 2019

π.Θ. Ζήσης, Οι δύο απολογίες του Αγ. Ιουστίνου φιλοσόφου (Β΄) ''Σπερματι...




Ἡ ὁμιλία αὐτή πραγματοποιήθηκε τήν Γ΄ Κυριακή ἀπό τοῦ Πάσχα (τῶν Μυροφόρων), 12-05-2019, στή νέα Αἴθουσα τῆς Ἑταιρείας Ὀρθοδόξων Σπουδῶν στή Θεσσαλονίκη (Σούτσου 3). 

π.Θ. Ζήσης, Οι δύο απολογίες του Αγ. Ιουστίνου φιλοσόφου (Β΄) »Σπερματικός λόγος» [ΒΙΝΤΕΟ 2019]

Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ποιος μπορεί να περιγράφει και να εκτιμήσει το πάθος του Χριστού την τρομερή εκείνη νύχτα πριν από τη σταύρωση;


ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ,
«Ποιός μπορεὶ νά περιγράφει καί νά ἐκτιμήσει τό πάθος τοῦ Χριστοῦ τήν τρομερή ἐκείνη νύχτα πρίν ἀπό τή σταύρωση, τήν ὥρα πού ὑπόφερε ψυχικά καί σωματικά;»

Και τώρα, αφου εξετάσαμε όλους τούς κακούργους που βρίσκονταν κοντά στο Χριστό, τον Κύριο, ας σταματήσουμε για λίγο μπροστά στον ίδιο τον Κύριο. Ας δούμε πώς φαίνεται Αυτός ανάμεσα στους κακούργους. Κυρίως όμως ας κοιτάξουμε προσεχτικά για λίγο τον κήπο της Γεθσημανή, εκεί όπου οι αποκαμωμένοι μαθητές Του κοιμούνταν, ενώ ο Κύριος είχε γονατίσει και προσευχόταν με αγωνία.
«Πάτερ, ει βούλει παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ’ εμού πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σόν γενέσθω… εγένετο δέ ο ιδρώς αυτού ώσεί θρόμβοι αίματος καταβαίνοντες επί την γην» (Λουκ. κβ’42,44).
Η θεότητα του Χριστού είναι αχώριστη από την ανθρωπότητα, μ’ όλο πού κατά καιρούς δείχνει να υπερισχύει πότε η μια και πότε η άλλη φύση. Όταν τον βλέπουμε μικρό παιδί στο σπήλαιο, τον θεωρούμε άνθρωπο. Όταν τον παρατηρούμε να φεύγει στην Αίγυπτο ή να εργάζεται στη Ναζαρέτ, τον θεωρούμε και πάλι άνθρωπο. Όταν τον βλέπουμε να πεινάει και να διψάει, στα μάτια μας είναι και πάλι άνθρωπος. Όταν όμως τον ατενίζουμε ν’ ανασταίνει τούς νεκρούς, να πολλαπλασιάζει τούς άρτους, να θεραπεύει τούς δαιμονισμένους και τούς λεπρούς, να ηρεμεί την καταιγίδα, να σταματά τον άνεμο και να περπατάει πάνω στα νερά σαν σέ στέρεο έδαφος, τότε δέ βλέπουμε άνθρωπο, αλλά Θεό.
Στον κήπο της Γεθσημανή τον βλέπουμε ως Θεό και ως άνθρωπο. Ως Θεό, γιατί αν και τρεις από τούς σπουδαιότερους ανθρώπους στον κόσμο, οι τρεις πρώτοι απόστολοί Του, δεν άντεξαν και κοιμήθηκαν από την κούραση, Εκείνος αντέχει, παραμένει άγρυπνος και προσεύχεται γονατιστός. Τον βλέπουμε σαν Θεό, γιατί ποιος άλλος θα μπορούσε ή θα τολμούσε να μιλάει στο Θεό όπως μιλάει κανείς στον πατέρα του, εκτός από το Μονογενή Του Υιό, πού σαν Υιός γνώριζε ότι ήταν ένα με το Θεό και Πατέρα Του, ενωμένος μαζί Του; Τον βλέπουμε σαν Θεό, γιατί ποιός άλλος από τούς θνητούς θα τολμούσε να πει ότι, μ’ ένα Του λόγο θα μπορούσε να καλέσει κοντά Του δώδεκα λεγεώνες αγγέλων (βλ. Ματθ. κστ’53); Τον βλέπουμε σαν άνθρωπο επειδή γονατίζει στο έδαφος, Ιδρώνει από την αγωνία, αγωνίζεται εσωτερικά, φοβάται τα πάθη και το θάνατο και προσεύχεται για ν’ αποφύγει το πικρό ποτήρι των βασάνων.
Ποιος μπορεί να περιγράφει και να εκτιμήσει το πάθος του Χριστού την τρομερή εκείνη νύχτα πριν από τη σταύρωση, την ώρα πού υπόφερε ψυχικά και σωματικά; Αν στο σταυρό ο σωματικός πόνος ήταν μεγαλύτερος, εδώ το μεγαλύτερο πόνο τον είχε η ψυχή Του. Ο ευαγγελιστής γράφει πώς είχε αγωνία. Αύτη είναι εσωτερική αγωνία, της ψυχής. Είναι η ανθρώπινη ψυχή Του πού ζητά παρηγοριά από τον Πατέρα Του.
Είναι ένας μυστικός διάλογος του Ανθρώπου με τον αόρατο Πατέρα Του, στον όποιο διάλογο κρέμεται η ανθρωπότητα ολόκληρη, ολόκληρος ο δημιουργημένος κόσμος, από την αρχή ως το τέλος του. Από τη μια μεριά έχουμε τα φοβερά πάθη του Ανθρώπου πού χύνει τον Ιδρώτα σαν θρόμβους από αίμα μέσα στην κρύα νύχτα. Κι από την άλλη έχουμε το σχέδιο του Θεού για τη σωτηρία του ανθρώπου. Τα δύο αυτά συγκρούονταν μεταξύ τους κι έπρεπε να συμφωνήσουν. Ο Άνθρωπος έλεγε: ει βούλει παρενεγχείν τούτο το ποτηριον απ’ εμού’ ο Θεάνθρωπος, ο υπάκουος Υιός, πρόσθετε: πλην μη το θέλημά μου, αλλά το σον γενέσθω. Κι ο Θεός αποφάσισε πώς το ποτήριο έπρεπε να το πιει ο Υιός Του.
Όταν ο Άνθρωπος δέχτηκε την απόφαση του Θεού, η ψυχή Του ειρήνεψε. Αύτη ήταν μια ειρήνη άγνωστη στη γη. Δεν μπορούσε να την διακόψει ούτε η προδοσία ούτε οι εμπτυσμοί, οι εμπαιγμοί, οι κολαφισμοί, το αγκάθινο στεφάνι, τα ψεύδη, οι συκοφαντίες, η αχαριστία κι οι πόνοι Του στο σταυρό. Ό Κύριος Ιησούς κατάφερε τη μεγαλύτερη νίκη Του ενάντια στο Σατανά στον κήπο της Γεθσημανή. Και το κατόρθωσε αυτό με την υπακοή στο Θεό Πατέρα Του. Με την παρακοή του στο Θεό ο Αδάμ νικήθηκε από το Σατανά. Με την υπακοή Του στο Θεό ο Χριστός κατατρόπωσε το Σατανά και χάρισε τη σωτηρία στον Αδάμ και στους απογόνους του. Στον κήπο της Εδέμ ο Σατανάς νίκησε τον άνθρωπο.
Στον κήπο της Γεθσημανή ο Άνθρωπος νίκησε το Σατανά. Αυτή είναι η σύγκρουση πού αναφέρει το ευαγγέλιο. Ήταν ο άνθρωπος πού έπρεπε να γίνει άνθρωπος-νικητής, όχι ο Θεός, ώστε όλοι οι άνθρωποι να έχουν μπροστά τους το παράδειγμα αυτό της σύγκρουσης και της νίκης – παράδειγμα ανθρώπινο, πού θα μπορούσαν να το μιμηθούν. Έτσι ο Θεός άφησε τον Άνθρωπο Ιησού ν’ αγωνιστεί και να συγκρουστεί με το Σατανά κι όλες του τις δυνάμεις. Από εκεί προκύπτει η μεγάλη αγωνία του Χριστού και η κραυγή παρενεγκείν τούτο το ποτήριον απ’ εμού. Από εκεί ο Ιδρώτας ωσεί θρόμβοι αίματος πού κυλούσαν στο πρόσωπό Του.
Αν όμως το σώμα του ανθρώπου είναι αδύναμο, το πνεύμα είναι δυνατό. Και το πνεύμα εξέρχεται νικηφόρο, πρώτα γιατί κυριαρχεί στο σώμα κι έπειτα στο Σατανά.
’Ίσως ο Σατανάς να μην μπόρεσε να δεχτεί πώς νικήθηκε κατά κράτος στον κήπο της Γεθσημανή, γι’ αυτό και συνέχισε να χαίρεται με τούς εμπαιγμούς πού δέχτηκε ο Χριστός, με τη σταύρωση και το θάνατο. Όταν ο Χριστός όμως μέσα από το θάνατο και τον τάφο Του κατέβηκε σαν κεραυνός στον Άδη, στο βασίλειο του Σατανά, αυτός συνειδητοποίησε πώς η φαινομενική νίκη του στο Γολγοθά ήταν απλά το μεσουράνημα της ήττας του στον κήπο της Γεθσημανή.
Με τον ίδιο τρόπο πού ο Κύριος Ιησούς σαν άνθρωπος πεινούσε και διψούσε, αγωνιούσε, έτρωγε και κοιμόταν, περπατούσε, μιλούσε, έκλαιγε και χαιρόταν, έτσι και έπαθε ως άνθρωπος. Κανένας μας λοιπόν ας μην πει πώς «του ήταν εύκολο να υποφέρει, αφού ήταν Θεός – εγώ πώς ν’ αντέξω αυτά τα πάθη;» Αυτά τα λόγια είναι άδεια, κενά, προέρχονται από άγνοια και χαυνότητα του νου. Τα πάθη δεν ήταν εύκολα για το Χριστό, γιατί δεν υπόφερε ως Θεός, άλλ’ ως άνθρωπος. Πρέπει να πούμε ακόμα πώς τα πάθη ήταν σκληρότερα γι’ Αυτόν πού ήταν αθώος, παρά για μάς πού είμαστε ένοχοι κι αμαρτωλοί. Ας μην ξεχνάμε ποτέ πώς όταν εμείς υποφέρουμε, είναι για τις αμαρτίες μας.
Ο Κύριος Ιησούς δεν υπόφερε επειδή έφταιγε, για τις δικές Του αμαρτίες, αλλά για τις αμαρτίες όλου του κόσμου. Όταν μια αμαρτία ήταν αρκετή να προκαλέσει θάνατο στον Αδάμ, όταν μια αμαρτία ήταν αρκετή να σημαδέψει για πάντα το μέτωπο του Κάιν, όταν για δύο ή τρεις αμαρτίες ο Δαβίδ υπόφερε τόσο πολύ, όταν για πολλές αμαρτίες καταστράφηκε η Ιερουσαλήμ και αιχμαλωτίστηκε ο Ισραήλ, τότε μπορείς να φανταστείς πόσο έπρεπε να υποφέρει Εκείνος πού ήταν φορτωμένος με βουνά ολόκληρα από τις αμαρτίες όλου του κόσμου πού είχε φορτωθεί στους ώμους Του!
Αυτές ήταν φοβερές αμαρτίες. Αμαρτίες που έκαναν τη γη ν’ ανοίξει και να καταπιεί ανθρώπους και κτήνη. Αμαρτίες πού προκάλεσαν τον αφανισμό ολόκληρων πόλεων και λαών. Αμαρτίες πού έγιναν αιτίες για τον κατακλυσμό, για λιμούς, ξηρασίες, λοιμούς κι επιδρομές από ακρίδες και κάμπιες. Αμαρτίες πού έγιναν αιτίες να γίνουν πόλεμοι ανάμεσα σέ έθνη, με μεγάλες απώλειες και καταστροφές. Αμαρτίες πού άνοιξαν τις πύλες της ανθρώπινης ψυχής για να μπουν οι πονηροί δαίμονες. Αμαρτίες πού σκότισαν τον ήλιο, τάραξαν τη θάλασσα και στέγνωσαν ποτάμια. Τί νόημα έχει να τ’ απαριθμήσουμε όλα; Μπορεί να μετρήσει κανείς την άμμο της θάλασσας ή τα χόρτα των κάμπων; Όλες αυτές οι αμαρτίες, πού καθεμιά τους είναι τόσο θανατηφόρα όσο το δηλητήριο του πιο φαρμακερού φιδιού (τα γάρ οψώνια της αμαρτίας θάνατος), τις φορτώθηκε στους ώμους Του ο αθώος Άνθρωπος Ιησούς. Τας αμαρτίας ημών έλαβε.
Είναι περίεργο λοιπόν πού ο ιδρώτας Του έτρεχε ωσεί θρόμβοι αίματος; Είναι περίεργο πού ως άνθρωπος ζητούσε παρενεγκείν τούτο το ποτήριον; Ό απόστολος Παύλος λέει: «Μόλις γάρ υπέρ δικαίου τις αποθανείται… αλλά… ετι αμαρτωλών οντων ημών, Χριστός υπέρ ημών απέθανεν» (Ρωμ. ε’7-8).
Φαντάσου να σε τοποθετούσαν σέ ικρίωμα για χάρη κάποιου δίκαιου ανθρώπου, αναλογίσου πόσο δύσκολο θα ήταν. Και φαντάσου μετά να σέ τοποθετούσαν πάλι σε ικρίωμα για χάρη κάποιου κακούργου, πού είχε εγκληματήσει σέ βάρος σου. Σκέψου να σέ καταδίκαζαν σέ θάνατο για να σωθεί αυτός. Και μόνο με τη σκέψη αυτή θα Ιδρώσεις… Μόνο τότε θα πάρεις κάποια ιδέα για τον ιδρώτα του Χριστού πού έτρεχε ωσεί θρόμβοι αίματος. Και τότε, τρομοκρατημένος και φτάνοντας στα όρια της απόγνωσης, θα έκραζες δυνατά: ’Ίδε ο Άνθρωπος, πού είναι Θεός!
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙΡΟΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΑΓΙΟΥ ΝΙΚΟΛΑΟΥ ΒΕΛΙΜΙΡΟΒΙΤΣ ΠΕΤΡΟΣ ΜΠΟΤΣΗΣ

Κυριακή Ιʼ Ματθαίου: Η δύναμη της πίστης (Αγ. Νικολάου Βελιμίροβιτς)


(Ματθ. ιζ 14-23) 
Από τη δημιουργία του κόσμου και του χρόνου όλοι οι λαοί της γης πίστευαν πως υπάρχει πνευματικός κόσμος, αόρατα πνεύματα. Πολ­λοί άνθρωποι όμως απομακρύνθηκαν από τη θεωρία αυτή κι αποδίδουν μεγαλύτερη δύναμη στα πονηρά πνεύματα, παρά στα αγαθά. Με την πάροδο του χρό­νου θεοποίησαν τα πονηρά πνεύματα, έχτισαν ναούς προς τιμή τους, προσέφεραν θυσίες και προσευχές και κατέφευγαν σ’ αυτά για κάθε πρόβλημά τους. Όσο περνούσαν τα χρόνια πολλοί άνθρωποι εγκατέλειψαν τελείως την πίστη τους στα αγαθά πνεύματα κι αφέ­θηκαν να πιστεύουν μόνο στα πονηρά, στους «κακούς θεούς», όπως τα ονόμαζαν. Ο κόσμος αυτός έμοιαζε πια με στάδιο, όπου άνθρωποι και πονηρά πνεύματα ανταγωνίζονταν μεταξύ τους. Τα πονηρά πνεύματα βασάνιζαν τους ανθρώπους όλο και περισσότερο, τους τύφλωναν πνευματικά, μόνο και μόνο για να σβήσουν από τη μνήμη τους την ιδέα του καλού Θεού και της μέγιστης και θεόσδοτης δύναμης των αγαθών πνευ­μάτων. Στις μέρες μας όλοι οι λαοί της γης πιστεύουν στα πνεύματα. Η πίστη αυτή από μόνη της είναι ορθή. Εκείνοι που απορρίπτουν τον πνευματικό κόσμο, το κάνουν επειδή η όρασή τους είναι μόνο σωματική κι έτσι δεν μπορούν να τον δουν. Ο πνευματικός κό­σμος όμως δε θα ήταν πνευματικός, αν ήταν ορατός στα σωματικά μάτια. Ο άνθρωπος που ο νους του δεν έχει τυφλωθεί και την καρδιά του δεν την έχει κάνει αναίσθητη η αμαρτία, μπορεί κάθε μέρα και κάθε ώρα να νιώσει με όλη του την ύπαρξη, πως στον κόσμο αυτόν δεν είμαστε μόνοι μας. Συντροφιά μας δεν είναι μόνο η βουβή και άλαλη φύση, οι βράχοι, τα φυτά, τα ζώα και τ’ άλλα πλάσματα, στοιχεία και φαινόμενα. Οι ψυχές μας βρίσκονται σε συνεχή επαφή με τον αόρατο κόσμο, με αόρατες υπάρξεις. Εκείνοι που από τη μια απορρίπτουν τα αγαθά πνεύματα κι από την άλλη θεοποιούν και προσκυνούν τα πονηρά, είναι πλανεμένοι.
Όταν ο Κύριος Ιησούς εμφανίστηκε στον κόσμο, όλοι σχεδόν οι λαοί πίστευαν πως τα πονηρά πνεύ­ματα ήταν δυνατά και τα αγαθά πνεύματα ανίσχυρα. Οι πονηρές δυνάμεις κυριαρχούσαν πραγματικά στον κόσμο, γι’ αυτό και ο Χριστός ονόμασε τον αρχηγό τους άρχοντα αυτού του κόσμου. Δεν είναι τυχαίο που κι οι άρχοντες των Ιουδαίων απέδιδαν όλη τη θεϊκή δύναμη του Χριστού στο διάβολο και τους αγγέλους
Ο Κύριος Ιησούς ήρθε στον κόσμο για να ξεριζώσει την πίστη των ανθρώπων στο πονηρό και να σπείρει στις ψυχές τους την πίστη στο αγαθό, στην παντοδυ­ναμία τού καλού και την ακατανίκητη δύναμή του. Ο Χριστός δεν κατήργησε, αλλ’ επιβεβαίωσε την αρχαία και παγκόσμια πίστη στα πνεύματα. Αποκάλυψε όμως τον πνευματικό κόσμο όπως πραγματικά είναι κι όχι όπως φαινόταν στους ανθρώπους με τη φθοροποιό επιρροή των δαιμόνων. Ο ένας, αγαθός, σοφός και πα­ντοδύναμος Θεός, είναι ο Κύριος τόσο του πνευματικού όσο και του φυσικού κόσμου, ορατού και αοράτου. Τα αγαθά πνεύματα είναι οι άγγελοι κι ο αριθμός τους είναι αμέτρητος. Τα αγαθά πνεύματα, οι άγγελοι, είναι απείρως πιο δυνατά από τα πονηρά πνεύματα, που στην πραγματικότητα δεν έχουν εξουσία να κάνουν τίποτα, αν ο παντεπόπτης Θεός δεν το επιτρέψει.
Τα πονηρά πνεύματα είναι πολυάριθμα. Σ’ ένα μόνο δαιμονισμένο στα Γάδαρα, που τον θεράπευσε ο Κύριος, κατοικούσε ολόκληρη λεγεώνα, δηλαδή μερικές χιλιάδες δαίμονες. Τα πονηρά αυτά πνεύματα πλα­νούσαν τους ανθρώπους, λαούς ολόκληρους, εκείνο τον καιρό, όπως και σήμερα πλανούν πολλούς αμαρτωλούς, προσπαθούν να τους πείσουν πως είναι παντοδύναμα· πως είναι στην ουσία οι μόνοι θεοί, πως εκτός απ’ αυτούς δεν υπάρχουν άλλοι θεοί, αγαθά πνεύματα δεν υπάρχουν. Όπου κι αν εμφανίστηκε ο Κύριος Ιησούς όμως, εκείνα έφευγαν μακριά έντρομα. Αναγνώριζαν πως ο Κύριος είχε εξουσία και δύναμη, πως μπορούσε να τους διώξει απ’ αυτόν τον κόσμο και να τους στείλει στην άβυσσο της κόλασης. Προκαλούσαν αναταραχή σ’ αυτόν τον κόσμο μόνο με την παραχώρηση του Θεού. Πολεμούσαν το ανθρώπινο γένος με τόση ορμή, όπως τα όρνια πέφτουν στα θνησιμαΐα. Τον κόσμο αυτόν τον λογάριαζαν καταφύγιο, κρησφύγετό τους.
Ξαφνικά ο φορέας του αγαθού, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, εμφανίστηκε μπροστά τους. Τρέμοντας από φόβο εκείνοι έκραξαν: «Τί ημίν και σοι, Ιησού υιέ του Θεού; ήλθες ώδε προ καιρού βασανίσαι ημάς;» (Ματθ. η’ 29)Κανένας δε φοβάται τόσο πολύ, όσο εκείνος που βασανίζει τους άλλους. Τα πονηρά πνεύ­ματα βασάνιζαν τους ανθρώπους για χιλιάδες χρόνια, έβρισκαν ικανοποίηση στα βασανιστήρια αυτά. Όταν όμως είδαν το Χριστό, τρόμαξαν μπροστά στο μέγι­στο Κριτή τους. Ήταν έτοιμα να εγκαταλείψουν τον άνθρωπο και να μπουν στα γουρούνια ή και σε άλλα πλάσματα, φτάνει να μην τα εξόριζε ο Χριστός απ’ αυτόν τον κόσμο. Ο Χριστός όμως δεν είχε τέτοια πρόθεση. Ο κόσμος αυτός είναι γεμάτος με ανάμικτες δυνάμεις. Είναι ένα πεδίο μάχης, όπου οι άνθρωποι έχουν να διαλέξουν εντελώς συνειδητά και ελεύθερα: Ή θ’ ακολουθήσουν το Νικητή Χριστό, ή θα πάνε μαζί με τ’ ακάθαρτα και νικημένα πνεύματα. Ο Χριστός ήρθε στους ανθρώπους ως Αγάπη, για να δείξει τη δύ­ναμη του καλού πάνω στο κακό και να στερεώσει την πίστη των ανθρώπων στο αγαθό – μόνο στο αγαθό.
***
Το σημερινό ευαγγέλιο περιγράφει ένα μόνο περιστατικό από αναρίθμητα άλλα ανάλογα. Μας λέει πώς ο Κύριος, με την αγάπη Του για τους ανθρώπους, έδειξε για μια ακόμα φορά τη δύναμη του καλού πάνω στο κακό και πώς προσπά­θησε να στερεώσει την πίστη στο παντοδύναμο και νικηφόρο αγαθό.
«Και ελθόντων αυτών προς τον όχλον προσήλθεν αυτώ άνθρωπος γονυπετών αυτόν και λέγων· Κύριε, ελέησόν μου τον υιόν, ότι σεληνιάζεται και κακώς πάσχει· πολλάκις γαρ πίπτει εις το πυρ και πολλάκις εις το ύδωρ» (Ματθ. ιζ’ 14-15). Το περιστατικό αυτό το αναφέρουν κι άλλοι δυο ευαγγελιστές: ο Μάρκος (θ’ 9-17) κι ο Λουκάς (θ’ 37-42). Κι οι δυό τους αναφέρουν κάποιες λεπτομέρειες για την αρρώστια τού παιδιού. Ήταν ο μοναδικός γιος τού πατέρα και τον κατείχε πνεύμα άλαλο. Όταν το ακάθαρτο πνεύμα έμπαινε μέσα του, «εξαίφνης κράζει και σπαράσσει αυτόν μετά αφρού, και μόλις αποχωρεί απ’ αυτού συντρίβων αυτόν» (Λουκ. θ’ 39). Το πονηρό πνεύμα κυριεύει το παιδί κι αυτό έξαφνα κραυγάζει, συγκλο­νίζεται με σπασμούς όλο του το σώμα, συντρίβεται και βγάζει αφρούς από το στόμα. Πολύ δύσκολα φεύγει από μέσα του.
Τα βέλη τού πονηρού στόχευαν ταυτόχρονα τρεις στόχους: τον άνθρωπο, την κτίση του Θεού και τον ίδιο το Θεό. Το παιδί «σεληνιαζόταν». Πώς θα μπορούσε να ενοχοποιηθεί η σελήνη για την αρρώστια κάποιου ανθρώπου; Αν η σελήνη έχει τη δύναμη να προκαλέσει σ’ έναν άνθρωπο αλαλία ή παραφροσύνη, γιατί δεν το κάνει σε όλους; Το κακό δε βρίσκεται στη σελήνη αλλά στο πονηρό και ακάθαρτο πνεύμα που πλανά τον άνθρωπο, ενώ το ίδιο κρύβεται. Ενοχοποιεί τη σελήνη, ώστε οι άνθρωποι να μη κατηγορήσουν το ίδιο. Μ’ αυτόν τον τρόπο θέλει να οδηγήσει τον άνθρωπο στη σκέψη πως όλη η κτίση του Θεού είναι κακή, πως το κακό έρχεται στον άνθρωπο από τη φύση κι όχι από τα πονηρά πνεύματα που εξέπεσαν από το Θεό. Τα θύματά τους ενεργοποιούνται στις αλλαγές φάσης της σελήνης, ώστε οι άνθρωποι να σκεφτούν: «Ορίστε, το κακό αυτό προέρχεται από τη σελήνη!» Κι αφού τη σελήνη τη δημιούργησε ο Θεός, σημαίνει πως το κακό προέρχεται από το Θεό. Έτσι πλανιούνται οι άνθρωποι από τ’ άγρια και πανούργα αυτά θηρία.
Όλα όσα έκανε ο Θεός είναι καλά λίαν. Αυτό είναι πέρα για πέρα αληθινό. Όλη η κτίση έγινε για να υπηρετήσει τον άνθρωπο, να τον βοηθήσει, όχι να τον βλάψειΑν και υπάρχουν πράγματα που εμποδίζουν τη φυσική ικανοποίηση του ανθρώπου, ακόμα κι αυτά λειτουργούν για το καλό της ψυχής του, να την χαρο­ποιούν και να την εμπλουτίζουν. «Σοί εισιν οι ουρανοί και σή εστιν η γη· την οικουμένην και το πλήρωμα αυτής συ εθεμελίωσας» (Ψαλμ. πη’ 12), αναφωνεί ο ιερός Ψαλμωδός. Κι ο ίδιος ο Θεός μάς λέει με το στόμα του προφήτη Ησαΐα«πάντα γάρ ταύτα εποίησεν η χειρ μου» (ξστ’ 2).
Οτιδήποτε λοιπόν είναι του Θεού, είναι καλό. Η πηγή βγάζει μόνο ό,τι περιέχει, όχι ό,τι θέλει. Δεν υπάρχει κακό στο Θεό. Πώς λοιπόν μπορεί να προκύ­ψει κακό από Εκείνον, τη μοναδική πηγή του καλού; Πολλοί αδαείς κι απερίσκεπτοι άνθρωποι ονομάζουν μεγάλο κακό την αρρώστια. Είναι αλήθεια όμως πως δεν είναι κακή κάθε αρρώστια. Μερικές αρρώστιες είναι έργο του πονηρού κι άλλες είναι θεραπεία του κακού. Κακό είναι το πονηρό πνεύμα που ενεργεί σ’ έναν παράφρονα ή παρανοϊκό άνθρωπο.
Οι αρρώστιες κι οι δυστυχίες που βρήκαν πολλούς από τους βασιλιάδες του Ισραήλ, επειδή έπραξαν το κακό ενώπιον του Κυρίου (βλ. Α7 Βασ. 25, 30), ήταν συνέπεια της αμαρτίας τουςΟι αρρώστιες κι οι δυστυχίες όμως που επιτρέπει ο Κύριος να επισκεφτούν τους δίκαιους, δεν είναι έργο του πονηρού αλλά φάρμακο, τόσο για τους ίδιους τους δίκαιους όσο και για τους δικούς τους, που κατανοούν πως τα βάσανα τα στέλνει ο Θεός για το καλό τουςΤα βάσανα που έρχονται από τις επιθέσεις των πονηρών πνευμάτων στον άνθρωπο ή είναι συνέπεια της αμαρτίας, είναι κακά. Εκείνα τα βάσανα που επιτρέπει ο Θεός, για να καθαρίσει τελείως τον άνθρωπο από την αμαρτία, να τον ελευθερώσει από την τυραννία του πονηρού και να τον φέρει κοντά Του, είναι καθαρκτικά. Αυτά δεν προέρχονται από το διάβολο ούτε και είναι από μόνα τους κακά. Προέρχονται από το Θεό και λειτουργούν για το καλό τού ανθρώπου. «Αγαθόν μοι ότι εταπείνωσάς με, όπως αν μάθω τα δικαιώματά σου» (Ψαλμ. ριη’ 71), λέει ο προφητάνακτας Δαβίδ.
Ο πονηρός είναι κακός. Δρόμος του πονηρού είναι η αμαρτία. Εκτός από τον πονηρό και την αμαρτία, δεν υπάρχει κανένα κακό. Το πονηρό πνεύμα είναι ένοχο για τα βάσανα του παιδιού αυτού, όχι η σελήνη. Αν ο Θεός με την αγάπη Του για τον άνθρωπο δεν περι­όριζε τα πονηρά πνεύματα και δεν προστάτευε τον άνθρωπο απ’ αυτά, είτε άμεσα είτε έμμεσα με τους αγγέλους Του, τα πονηρά πνεύματα θα εξολόθρευαν όλους τους ανθρώπους αστραπιαία, σωματικά και ψυχικά, όπως εξολοθρεύουν οι ακρίδες τους σπόρους στους αγρούς.
«Και προσήνεγκα αυτόν τοις μαθηταίς σου και ουκ ηδυνήθησαν αυτόν θεραπεύσαι» (Ματθ. ιζ’ 16), είπε στον Κύριο ο πατέρας του άρρωστου παιδιού. Εκείνη τη στιγμή έλειπαν τρεις από τους μαθητές του Κυρίου: ο Πέτρος, ο Ιάκωβος κι ο Ιωάννης, που είχαν ακολουθήσει τον Κύριο στο όρος Θαβώρ, τότε που μεταμορφώθηκε μπροστά τους. Όταν κατέβηκαν από το όρος μαζί με τον Κύριο, βρήκαν εκεί το πλήθος συγκεντρωμένο γύρω από τους άλλους αποστόλους, καθώς και το άρρωστο παιδί. Αφού δε βρήκε το Χρι­στό, ο δύστυχος πατέρας έφερε το παιδί στους μαθητές Του, εκείνοι όμως δεν μπόρεσαν να βοηθήσουν. Δεν είχαν τη δύναμη να το κάνουν αυτό για τρεις λόγους: πρώτο, επειδή οι ίδιοι δεν είχαν αρκετή πίστη· δεύτερο, επειδή κι ο πατέρας του παιδιού δεν είχε πίστη· και τρίτο, επειδή η πίστη έλειπε κι από τους γραμματείς που παρευρίσκονταν εκεί και συζητούσαν με τους μα­θητές, όπως αναφέρει ο Μάρκος (θ’ 16). Η απιστία του πατέρα τού παιδιού είναι φανερή από τα λόγια που είπε στο Χριστό. Δε μίλησε όπως ο λεπρός, που είπε: «Κύριε, εάν θέλης δύνασαί με καθαρίσαι» (Ματθ. η’ 2). Τότε μίλησε ένας άνθρωπος που είχε δυνατή πίστη. Δε μίλησε όπως ο Ιάειρος, όταν κάλεσε το Χριστό για ν’ αναστήσει την κόρη του: «ελθών επίθες επ’ αυτήν την χείρά σου και ζήσεται» (Ματθ. θ’ 18). Κι εδώ μίλησε ένας άνθρωπος με δυνατή πίστη. Πολύ λιγότερο μίλησε όπως ο εκατόνταρχος στην Καπερναούμ, που ήταν άρρωστος ο δούλος του: «μόνον ειπέ λόγω και ιαθήσεται ο παις μου» (Ματθ. η’ 8). Εδώ μίλησε η πολύ μεγάλη πίστη. Εκείνη που είχε τη μεγαλύτερη πίστη όμως, η αιμορροούσα γυναίκα, δεν είπε τίποτα. Σύρθηκε στα πόδια τού Χριστού και άγγιξε το ιμάτιό Του.
Ο πατέρας του παιδιού δε μίλησε σαν κι αυτούς. Αυτός είπε στο Χριστό: «εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν» (Μάρκ. θ’ 22). Εί τι δύνασαι! Αν μπορείς, κάνε κάτι. Ταλαίπωρος άνθρωπος! Θα πρέπει να είχε μάθει πολύ λίγα για το Χριστό και τη δύναμή Του για να μιλάει έτσι σ’ Εκείνον, που μπορεί να κάνει τα πάντα. Κι η αδύναμη πίστη του εξασθένησε ακόμα περισσότερο τη δύναμη των αποστόλων να τον βοηθή­σουν. Έτσι οι σκόπιμες συκοφαντίες των γραμματέων εναντίον του Χριστού και των μαθητών Του, βοήθησαν για να διατυπώσει με τόση αμφιβολία ο πατέρας του παιδιού την ερώτηση: εί τι δύνασαι. Η ερώτηση αυτή προδίδει μόνο μια αμυδρή ακτίνα πίστης, πολύ πολύ μικρής, έτοιμης να σβήσει.
«Αποκριθείς δε ο Ιησούς είπεν· ω γενεά άπιστος και διεστραμμένη! έως πότε έσομαι μεθ’ υμών; έως πότε ανέξομαι υμών;» (Ματθ. ιζ’ 17). Ο Κύριος απευ­θύνθηκε επιτιμητικά σ’ όλους γενικά: στους άπιστους και τους ολιγόπιστους του Ισραήλ, καθώς και σ’ όλους εκείνους που ήταν μπροστά Του: στον πατέρα του άρρωστου παιδιού, στους μαθητές Του και κυρίως στους γραμματείς. Ω, γενεά άπιστος! Γενεά που έχεις υποταχθεί στον πονηρό, στο διάβολο, που πιστεύ­ει σταθερά στη δύναμη του πονηρού, που υπηρετεί δουλικά τον πονηρό και αρνείται το καλό, που αντι­τίθεται στο Θεό· γενεά που έχει λίγη ή και καθόλου πίστη στο καλό, που επαναστατεί στο καλό! Γι’ αυτό και πρόσθεσε τη λέξη διεστραμμένη ο Κύριος. Ήθελε μ’ αυτόν τον τρόπο να δείξει από πού προέρχεται η απιστίααπό τη διαστροφή, τη διαφθορά ή -ακόμα πιο καθαρά- από την αμαρτίαΗ απιστία είναι συνέπεια. Αιτία είναι η διαφθορά. Η απιστία είναι κοινωνία με το διάβολο. Η αμαρτία -διαφθορά- είναι ο δρόμος που οδηγεί στην κοινωνία αυτή. Διαφθορά είναι η κατάσταση αποστασίας από το Θεό. Απιστία είναι το σκοτάδι, η αδυναμία κι ο τρόμος όπου βυθίζεται ο άνθρωπος όταν απομακρύνεται από το Θεό.
Αξίζει να επισημάνουμε πόσο προσεχτικές εκφρά­σεις χρησιμοποιεί ο Κύριος. Μιλάει γενικά, δεν κατο­νομάζει κανέναν. Δεν τον ενδιαφέρει να κάνει κριτική στους ανθρώπους, αλλά να τους ευαισθητοποιήσει. Δε θέλει να τους προσβάλει ή να τους ταπεινώσει, αλλά να ξυπνήσει τη συνείδησή τους, να τους βοηθήσει να ξεπε­ράσουν τον εαυτό τουςΠόσο υπέροχη είναι η διδαχή Του για την εποχή μας, για τη γενιά μας, που είναι τόσο πρόθυμη στα λόγια, τόσο γρήγορη να προσβάλει! Αν οι άνθρωποι μπορούσαν σήμερα να περιορίσουν τη γλώσσα τους και να μετρήσουν τα λόγια τους, να σταματήσουν να προσβάλουν ο ένας τον άλλο, τότε το μισό κακό στον κόσμο θα εξαφανιζόταν, τα μισά πονηρά πνεύματα θα εγκατέλειπαν τους ανθρώπους. Ο απόστολος Ιάκωβος, που διδάχτηκε το καλό από το παράδειγμα του Διδασκάλου Του, λέει: «Πολλά γαρ πταίομεν άπαντες. εί τις εν λόγω ου πταίει, ούτος τέλειος ανήρ, δυνατός χαλιναγωγήσαι και όλον το σώμα. ίδε των ίππων τους χαλινούς εις τα στόματα βάλλομεν προς το πείθεσθαι αυτούς ημίν, και όλον το σώμα αυτών μετάγομεν» (Ιάκ. γ’ 2-3).
Τί σημαίνουν τα λόγια τού Χριστού, έως πότε έσομαι μεθ’ υμών; έως πότε ανέξομαι υμών; Φαντα­στείτε έναν ευγενή και φωτισμένο άνθρωπο, να τον έχουν αναγκάσει να ζήσει ανάμεσα σε αγρίους. Ή ένα βασιλιά που αφήνει το θρόνο του και κατεβαίνει στους αγύρτες κι απατεώνες, όχι μόνο για να ζήσει μαζί τους και να μάθει τον τρόπο ζωής τους, αλλά να τους διδάξει πώς να σκέφτονται, να εργάζονται και να νιώθουν σαν βασιλιάδες, με ευγένεια και μεγαλοκαρδία. Όταν περνούσαν τρεις μέρες, ακόμα κι ένας Βασιλιάς θα φώναζε: «Πόσο καιρό μπορώ να μείνω μαζί σας;». Θα μπούχτιζε από την υπερβολική αγρι­ότητα, την ανοησία, την ακαθαρσία και τη δυσωδία αυτών των τριών ημερών. Ο Κύριος Ιησούς όμως, ο «Βασιλεύς των βασιλέων», εβγάλε τέτοια φωνή μετά από τριάντα τρία ολόκληρα χρόνια που ζούσε ανά­μεσα σε ανθρώπους, που απείχαν από την αρχοντιά Του πολύ περισσότερο απ’ όσο απέχουν οι αγριότεροι των ανθρώπων από τον ευγενέστερο ανάμεσά τους, απ’ όσο διαφέρει ο πιο βρώμικος αγύρτης από τον μέγιστο των επίγειων βασιλιάδων.
Σίγουρα ο Κύριος δε θα μετρούσε το χρόνο σε μέρες και έτη, αλλά με τα έργα και τα θαύματα που είχε κάνει μπροστά σε χιλιάδες ανθρώπους, με τη δι­δασκαλία Του που είχε διαδοθεί σε πολλές χιλιάδες ανθρώπινες ψυχές. Μετά από τόσα έργα και θαύματα, μετά από τόσες διδαχές και άπειρα θαυμαστά πε­ριστατικά που θα μπορούσαν να καλύψουν χιλιάδες χρόνια, ξαφνικά είδε πως οι μαθητές Του δεν μπο­ρούσαν να θεραπεύσουν έναν επιληπτικό νέο και να βγάλουν ένα δαιμόνιο από τον άνθρωπο, μ’ όλο που τους είχε διδάξει με λόγια και με το παράδειγμά Του πώς να εκβάλουν λεγεώνες δαιμόνων. Κι άκουσε έναν αμαρτωλό με πολύ αδύναμη πίστη να του λέει: εί τι δύνασαι, βοήθησον ημίν.
Αφού ο Κύριος επιτίμησε εκείνους που ήταν μπρο­στά για την απιστία τους, μετά τους έδωσε εντολή να φέρουν το άρρωστο παιδί μπροστά Του: φέρετέ μοι αυτόν ώδε. Τότε επιτίμησε το δαιμόνιο κι εκείνο βγήκε αμέσως από το σώμα του παιδιού. Την ίδια στιγμή το παιδί έγινε καλά. Αυτά αναφέρει ο Ματθαίος. Οι άλλοι δύο ευαγγελιστές δίνουν λεπτομέρειες για όσα έγιναν πριν από την πραγματική θεραπεία του παιδιού. Οι τρεις αυτές λεπτομέρειες είναι οι εξής: πρώτη, πως ο Χριστός ρώτησε τον πατέρα από πότε είναι άρρωστο το παιδί· δεύτερη, πως έδωσε έμφαση στην πίστη, ως προϋπόθεση της θεραπείας· και τρίτη, πως την ώρα που οδηγούσαν το παιδί μπροστά στο Χριστό, τρομοκρατη­μένος ο διάβολος εγκατέλειψε το παιδί κι έφυγε.
«Πόσος χρόνος εστίν ως τούτο γέγονεν αυτώ;», ρώτησε ο Ιησούς τον πατέρα του άρρωστου παιδιού (Μάρκ. θ’ 21). Και βέβαια δεν έκανε την ερώτηση αυτή για τον εαυτό Του, αλλά για να την ακούσουν οι συγκε­ντρωμένοι άνθρωποι. Ο ίδιος το ήξερε καλά, γνώριζε πως η αρρώστια του παιδιού ήταν μακροχρόνια. Ο πατέρας απάντησε: «παιδιόθεν». Ας αναλογιστεί ο καθένας πόσα τρομερά βάσανα προκαλούνται από τα πονηρά πνεύματα και πόσο μεγάλη είναι η προστασία τού Θεού. Χωρίς την προστασία Του, τα πονηρά πνεύ­ματα σίγουρα θα είχαν κυριολεκτικά αφανίσει τόσο το σώμα όσο και την ψυχή τού παιδιού. Και τελικά ας σκεφτούμε πόσο μεγάλη είναι η δύναμη του Υιού τού Θεού πάνω στα πονηρά πνεύματα. Βοήθησον ημίν, είπε στο Χριστό ο πατέρας τού παιδιού. Δεν ανέφερε μόνο το παιδί, γιατί τα βάσανα του παιδιού ήταν και του πατέρα του βάσανα, όπως και όλης της οικογέ­νειας. Αν το παιδί θεραπευόταν, θα ελευθερώνονταν από το βάρος πολλές ανθρώπινες ψυχές. Κι ο Χριστός τού απάντησε: «ει δύνασαι πιστεύσαι, πάντα δυνατά τω πιστεύοντι» (Μάρκ. θ’ 23).
Όπως συνήθιζε να ενεργεί ο Κύριος, ήθελε να κάνει κι εδώ το μέγιστο δυνατό καλό με μια πράξη. Ένα καλό ήταν ν’ αποκαταστήσει την υγεία του παιδιού. Αλλά γιατί να μην ωφελήσει και τους άλλους; Γιατί να μην ενισχύσει και να σταθεροποιήσει την πίστη του πατέρα; Γιατί να μην κάνει ταυτόχρονα κι ένα τρίτο καλό, να δείξει δηλαδή τη δύναμή Του όσο πιο καθαρά γινόταν, ώστε να τον πιστέψουν οι άνθρω­ποι; Και γιατί να μην κάνει κι ένα τέταρτο καλόνα καταγγείλει την απιστία και τη διαφθορά, καθώς και τη χαμερπή τάση των ανθρώπων προς το κακό, προς τα πονηρά πνεύματα και την αμαρτία; Και γιατί να μην επιτύχει κι έναν πέμπτο καλό, κι ένα έκτο κι ένα έβδομο κι όλα τα καλά που μπορούν να προκύψουν από μια καλή πράξη; Μια καλή πράξη συνήθως σέρνει μαζί της πολλές άλλες, όπως το τρένο σέρνει πολλά βαγόνια.
Προσέξτε επίσης πως ο Κύριος συνδυάζει με πολλή σοφία την ακρίβεια με τη λεπτότητα. Όταν κατάγ­γειλε αυστηρά την απιστία, μίλησε γενικά, για να διεγείρει όλων την πίστη, χωρίς να ταπεινώσει κα­νέναν προσωπικά. Μετά, όταν στράφηκε σ’ εκείνον που τον ικέτευε, δε μίλησε αυστηρά, αλλά με μεγάλη προσοχή και ευγένεια: ει δύνασαι πιστεύσαι… Αυτή η προσεχτική διατύπωση κι η ευγένεια του Χριστού έφερε το επιθυμητό αποτέλεσμα. Ο πατέρας έκραξε με δάκρυα στα μάτια: «πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία» (Μάρκ. θ’ 24).
Δεν υπάρχει τίποτα που να λιώνει ευκολότερα τον πάγο της απιστίας όσο τα δάκρυα. Από τη στιγμή που ο άνθρωπος αυτός έκλαψε μπροστά στον Κύριο και μετανόησε για την προηγούμενη ζωή του, από μέσα του ξεπήδησε η πίστη όπως το νερό από την πηγή. Και τότε είπε τα λόγια που έμειναν ως ένα δυνατό μήνυμα σε όλες τις γενιές των ανθρώπωνπιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία.
Τα λόγια αυτά δείχνουν πως ο άνθρωπος δεν μπο­ρεί ούτε να πιστέψει χωρίς τη βοήθεια του ΘεούΑπό μόνος του μπορεί να φτάσει σε μια υποψία πίστης, να πιστεύει δηλαδή στο καλό και στο κακό ή, με άλλα λόγια, ν’ αμφιβάλλει για το καλό και το κακό. Ο δρόμος όμως από τη μερική πίστη στην αληθινή είναι πραγματικά μακρύς. Χωρίς το καθοδηγητικό χέρι του Θεού κανένας άνθρωπος δεν μπορεί ν’ ακολουθήσει το δρόμο αυτό. Το νόημα των λόγων του πατέρα του παιδιού, πιστεύω, κύριε· βοήθει μου τη απιστία, είναι: «Βοήθησέ με, Κύριε, να πιστέψω σε Σένα! Βοήθησε με να μην πιστέψω στο κακό! Βοήθησε με ν’ απαλλαγώ εντελώς από τον πονηρό και να ενωθώ μαζί Σου!»
«Έτι δε προσερχομένου αυτού έρρηξεν αυτόν το δαιμόνιον και συνεσπάραξεν» (Λουκ. θ’ 42). Αυτό ήταν το τελευταίο πράγμα που επέτρεψε ο Θεός στο δαίμονα. Κι αυτό ώστε να δουν όλοι οι άνθρωποι το φόβο και τον τρόμο που μπορεί να προκαλέσει ο διάβολος στον άνθρωπο. Να καταλάβουν πόσο ανε­παρκής είναι η δύναμη των ανθρώπων, ακόμα και των καλλίτερων γιατρών του κόσμου, για να γλιτώσουν από το φόβο και τον τρόμο τη ζωή έστω και ενός μόνο άνθρωπου. Έτσι όταν οι άνθρωποι δουν τη δύναμη του διαβόλου και συνειδητοποιήσουν τη δική τους αδυ­ναμία, θα κατανοήσουν πόσο μεγαλειώδης και θεϊκή είναι η δύναμη του Χριστού. Ο ευαγγελιστής Μάρκος καταγράφει τα λόγια που είπε ο Κύριος στο πονηρό πνεύμα: «Το πνεύμα το άλαλον και κωφόν, εγώ σοι επιτάσσω, έξελθε εξ αυτού και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν» (Μάρκ. θ’ 25). Σοι επιτάσσω, είπε ο Κύριος. Είναι η πηγή της δύναμης και της εξουσίας. Δεν τη δανείζεται από κάποιον άλλο. «Πάντα όσα έχει ο πατήρ εμά εστι» (Ιωάν. ιστ’ 15), είχε πει σε άλλη περίπτωση ο Κύριος Ιησούς. Και τώρα βλέπουμε πως το επιβεβαιώνει αυτό στην πράξη. «Σου μιλάω Εγώ· σε διατάζω με την εξουσία που έχω και σε διώχνω από το παιδί με τη δύναμή μου». Ας το καταλάβουν καλά οι άνθρωποι πως ο Χριστός δεν είναι ένας από τους προφήτες, που έκαναν κάποια θαυμαστά πράγ­ματα με τη βοήθεια του Θεού, αλλά είναι ο Υιός του Θεού, Εκείνος που προανήγγειλαν οι προφήτες και ανέμενε ο κόσμος.
Θα πρέπει να προσέξουμε ιδιαίτερα και το δεύτερο σκέλος τής εντολής τού Χριστού προς το διάβολο: και μηκέτι εισέλθης εις αυτόν. Ο Κύριος του έδωσε την εντολή όχι μόνο να φύγει, μα και να μην ξαναγυρίσει στον άνθρωπο που είχε τόσο πολύ ταλαιπωρήσει. Αυτό σημαίνει πως ακόμα κι όταν καθαριστεί και θεραπευ­τεί ο άνθρωπος, μπορεί να προσβληθεί ξανά από τ’ ακάθαρτα πνεύματα. Ο διάβολος μπορεί να ξανάρθει στον άνθρωπο από τον οποίο διώχτηκε. Αυτό γίνεται όταν ο αμαρτωλός που μετάνιωσε και συχωρέθηκε από το Θεό, ξαναγυρίσει στην παλιά αμαρτία του. Τότε ο διάβολος βρίσκει ανοιχτή την είσοδο και ξαναμπαίνει στον άνθρωπο.
Ο Κύριος εδώ διατάζει το διάβολο όχι μόνο να ελευθερώσει το παιδί, μα και να μην ξαναγυρίσει ποτέ.
Κι αυτό για δυο λόγους: πρώτο, ώστε το θεϊκό δώρο που του έδωσε να είναι ολοκληρωμένο και τέλειο· και δεύτερο, για να διδαχτούμε πως, αφού λάβουμε την άφεση από το Θεό, δεν πρέπει να ξαναγυρίσουμε στην αμαρτία, «ώσπερ κύων επί το ίδιον εξέραμα» (Β’ Πέτρ. β’ 22), για να μην εκτεθούμε στον κίνδυνο κι ανοίξουμε πάλι την πόρτα στο πονηρό πνεύμα για να μπει μέσα μας και να μας κυριεύσει.
Μετά το μεγάλο αυτό θαύμα τού Χριστού, «εξεπλήσσοντο πάντες επί τη μεγαλειότητι του Θεού», γράφει ο ευαγγελιστής Λουκάς (θ’ 43). Πόσο καλό θα ήταν να έμενε ο θαυμασμός αυτός διαρκής κι ανεξά-λειπτος από τις ψυχές τών ανθρώπων! Να μην έσβηνε τόσο γρήγορα όσο οι σαπουνόφουσκες στο νερό! Ο Θεός όμως δε σπέρνει μάταια. Αν ο σπόρος που πέ­φτει στο δρόμο, στην πέτρα ή ανάμεσα στα ζιζάνια χάνεται, εκείνος που πέφτει σε καλή γη μένει ζωντανός και αποδίδει καρπούς εκατονταπλάσιους.
Αργότερα που ο Χριστός έμεινε μόνος με τους μα­θητές Του, εκείνοι τον ρώτησαν: «Τότε προσελθόντες οι μαθηταί τω Ιησού κατ’ ιδίαν είπον· διατί ημείς ουκ ηδυνήθημεν εκβαλείν αυτό; ο δε Ιησούς είπεν αυτοίς· δια την απιστίαν υμών. αμήν γαρ λέγω υμίν, εάν έχετε πίστιν ως κόκκον σινάπεως, ερείτε τω όρει τούτω μετάβηθι εντεύθεν εκεί, και μεταβήσεται, και ουδέν αδυνατίσει υμίν» (Ματθ. ιζ’ 19-20). Η ρίζα της αδυναμίας των αποστόλων επομένως ήταν η απιστία. Όσο μεγαλύτερη είναι η πίστη, τόσο μεγαλύτερη κι η δύναμη. Λιγότερη πίστη, λιγότερη δύναμη. Νωρίτερα ο Κύριος είχε δώσει στους αποστόλους «εξουσίαν πνευμάτων ακαθάρτων, ώστε εκβάλλειν αυτά και θεραπεύειν πάσαν νόσον και μαλακίαν» (Ματθ. ι’ 1). Οι μαθητές έκαναν για κάποιο διάστημα καλή χρήση αυτής της εξουσίας. Στο μέτρο όμως που εξασθένησε η πίστη τους, είτε από το φόβο των ανθρώπων είτε από υπερηφάνεια, εξασθένησε και η δύναμη που τους έδωσε. Στον Αδάμ είχε δοθεί εξουσία πάνω σ’ όλα τα πλάσματα. Με την παρακοή, την απληστία και την υπερηφάνειά του όμως, έχασε την εξουσία αυτή. Οι απόστολοι τώρα, από κάποιο δικό τους σφάλμα, είχαν χάσει τη δύναμη και την εξουσία που τους είχε δώσει ο Κύριος. Η χαμένη αυτή δύναμη τώρα μπορεί ν’ ανακτηθεί μόνο με πίστη, πίστη και περισσότερη πίστη.
Σ’ αυτήν την περίπτωση ο Κύριος έδωσε μεγάλη έμφαση στο θέμα της πίστης. Η πίστη μπορεί να με­τακινήσει και όρη. Δεν αδυνατεί τίποτα μπροστά της. Ο κόκκος του σιναπιού είναι πολύ μικρός, το άρωμά του όμως μπορεί να διαπεράσει ένα μπωλ ολόκληρο με φαγητό. Γράφει ο άγιος Κύριλλος Ιεροσολύμων στην Κατήχησή του αρ. 5: «Όπως ο κόκκος του σιναπιού, που είναι μικρός σε μέγεθος αλλά μεγάλος σε ενέργεια, όταν σπαρεί σ’ έναν τόπο βγάζει πολλούς κλάδους, ώστε σ’ αυτούς να κάθονται και πουλιά, έτσι είναι κι η πίστη. Σύντομα κάνει έργα μεγάλα. Γι’ αυτό έχετε πίστη σ’ Εκείνον, για να σας δώσει πίστη δυνατή, που ενεργεί πέρα από την ανθρώπινη δύναμη». Αν έχετε πίστη έστω όσο ο κόκκος του σιναπιού, τα βουνά θα υποχωρήσουν μπροστά σας και θα μετακινηθούν από το ένα μέρος σε άλλο.
Γιατί ο ίδιος ο Κύριος δε μετακίνησε βουνά; Επειδή δεν του ήταν απαραίτητο να το κάνει. Έκανε εκείνα μόνο τα θαύματα, που χρειάζονταν για να ωφελήσουν τους ανθρώπους, για τη σωτηρία τους. Είναι όμως μεγαλύτερο θαύμα να μετακινήσεις ένα βουνό ή να με­τατρέψεις το νερό σε κρασί, να πολλαπλασιάσεις τους άρτους, να εκβάλεις πονηρά πνεύματα, να θεραπεύσεις όλων των λογιών τις αρρώστιες, να περπατήσεις πάνω στο νερό ή να γαληνέψεις μ’ ένα λόγο – ή και μία σκέψη – τις καταιγίδες και τους ανέμους; Δεν απο­κλείεται πιστοί του Χριστού, που είχαν πολύ μεγάλη πίστη και σε ειδικές περιπτώσεις, νά ‘καναν και το θαύμα αυτό, να μετακίνησαν δηλαδή όρη. Είναι όμως τα ψηλά βουνά πιο φοβερά φορτία για τον άνθρωπο από τις εγκόσμιες μέριμνες, τους εγκόσμιους δεσμούς και τις αλυσίδες των παθών; Εκείνος που μπορεί να σηκώσει τα βάρη αυτά από την ψυχή του ανθρώπου και να τα ρίξει στη θάλασσα, σίγουρα έχει μετακινήσει το μεγαλύτερο βουνό του κόσμου.
«Τούτο δε το γένος ουκ εκπορεύεται ει μη εν προσευχή και νηστεία» (Ματθ. ιζ’ 21). Η νηστεία κι η προσευχή είναι οι δύο πυλώνες της πίστης, δυο δυ­νατές φλόγες που κατακαίουν τα πονηρά πνεύματαΜε τη νηστεία καταπραΰνονται και νεκρώνονται όλα τα σωματικά πάθη, κυρίως τα σαρκικά. Με την προ­σευχή πολεμούνται κι αφανίζονται όλα τ’ άλλα πάθη της ψυχής, της καρδιάς και του νου, όπως πονηρές επιθυμίες, κακές πράξεις, φθόνος, εκδίκηση, μίσος, κα­κία, υπερηφάνεια, κενοδοξία και άλλα. Με τη νηστεία καθαρίζονται τα δοχεία τού σώματος και της ψυχής από το ακάθαρτο περιεχόμενο των εγκόσμιων παθών και της κακίας τους. Με την προσευχή έλκεται το Αγιο Πνεύμα στο άδειο και καθαρό δοχείο κι εγκαθίσταται στον άνθρωπο η πληρότητα της πίστης.
Η Ορθόδοξη Εκκλησία έχει από χρόνια αμνημό­νευτα τονίσει τη δοκιμασμένη συνταγή της νηστεί­ας για όλα τα σωματικά πάθη και σαν ένα δυνατό όπλο εναντίον των πονηρών πνευμάτων. Εκείνοι που υποβαθμίζουν ή απορρίπτουν τη νηστεία, στην ουσία υποβαθμίζουν κι απορρίπτουν μια θεμελιακή εντολή του Κυρίου Ιησού, που αφορά στη σωτηρία του ανθρώ­πουΗ προσευχή ενισχύεται με τη νηστεία, η πίστη εδραιώνεται κι από τη μια (την προσευχή) κι από την άλλη (τη νηστεία). Κι η πίστη μετακινεί όρη, εκβάλλει δαιμόνια και κάνει δυνατά τα αδύνατα.
Τα τελευταία λόγια του Χριστού στο σημερινό ευαγ­γέλιο δε φαίνεται να έχουν σχέση με το περιστατικό που προηγήθηκε. Μετά το μεγάλο θαύμα της θερα­πείας του δαιμονισμένου παιδιού κι ενώ οι άνθρω­ποι θαύμαζαν το γεγονός, ο Κύριος άρχισε να μιλάει στους μαθητές για το Πάθος Του. «Μέλλει ο υιός τού ανθρώπου παραδίδοσθαι εις χείρας ανθρώπων, και αποκτενούσιν αυτόν, και τη τρίτη ημέρα εγερθήσεται. και ελυπήθησαν σφόδρα» (Ματθ. ιζ’ 22, 23). Γιατί μετά το θαύμα, όπως και μετά από κάποια άλλα από τα θαύματά Του, ο Κύριος μιλούσε στους μαθητές για το Πάθος Του; Το έκανε αυτό ώστε, όταν ερχόταν το πλήρωμα του χρόνου, να μην αποκαρδιωθούν, να μην ολιγοπιστήσουν. Τά ‘λεγε αυτά στους μαθητές μετά από τα μεγάλα θαύματα Του, ώστε οι προρρήσεις αυτές, κοντά στα μεγάλα γεγονότα, τη δόξα και τα εγκώμια με τα οποία τον υποδέχονταν, να χαραχτούν καλύτερα στο νου τους. Τά ‘λεγε όμως και για να διδάξει, όχι μόνο τους αποστόλους αλλά και μας. Να κατανοήσουμε πως μετά από τόσο μεγάλα έργα δεν πρέπει να ζητούμε και να περιμένουμε ανταμοιβή από τους ανθρώπους, αλλά να είμαστε έτοιμοι για το χειρότερο, για τα σκληρότερα χτυπήματα και τις ταπεινώσεις, ακόμα κι απ’ αυτούς που βοηθήσαμε κι ευεργετήσαμε πολύ.
***
Ο Κύριος δεν προείπε μόνο το πάθος και το θά­νατό Του, αλλά και την ένδοξη Ανάστασή Του. Στο τέλος όλων υπάρχει η Ανάσταση, η νίκη κι η αιώνια δόξα. Ο Κύριος προείπε στους μαθητές Του κάτι που φαινόταν αδύνατο. Ήθελε να τονώσει την πίστη τους, για ν’ αντιμετωπίσουν όσα θ’ ακο­λουθούσαν, να τους διδάξει πως πρέπει να πιστέψουν όσα τους είπε. Πίστη όση ο κόκκος του σιναπιού ή ακόμα λιγότερη, πρέπει νά ‘χει κάθε άνθρωπος για νά ‘ναι προετοιμασμένος και να περιμένει κάθε είδος βασάνων σ’ αυτόν τον κόσμο. Νά ‘ναι σίγουρος όμως πως στο τέλος υπάρχει η ανάστασηΚάθε επίγεια δόξα και κάθε έπαινο πρέπει να τα λογαριάζουμε σαν μηδέν. Μετά απ’ όλους τους θριάμβους που μπορεί να προσφέρει ο κόσμος, πρέπει ν’ αναμένουμε τον πειρασμό. Όλα όσα μας στέλνει ο ουράνιος Πατέρας μας, πρέπει να τα δεχόμαστε με ταπείνωση και υπα­κοή. Δεν πρέπει ν’ απαριθμούμε τα καλά που έχουμε κάνει για το λαό, την πόλη ή το χωριό, για το έθνος ή για την πατρίδα μας. Δεν πρέπει να επαναστατούμε όταν μας πιέζουν προβλήματα. Αν κάναμε κάτι για τους πλησίον μας, αυτό έγινε με τη βοήθεια του Θεού. Έτσι είναι. Κάθε καλό γίνεται από το Θεό, εμείς είμαστε απλά όργανά Του. Επομένως δεν πρέπει να γογγύζουμε όταν μας στείλει ο Θεός βάσανα μετά την εγκόσμια δόξα, ταπείνωση μετά από επαίνους, φτώχεια μετά τον πλούτο, περιφρόνηση μετά από ματαιοδοξία, αρρώστια μετά την υγεία, μόνωση και εγκατάλειψη μετά από την απόλαυση πολλών φίλων.
Ο Θεός γνωρίζει γιατί μας τα στέλνει όλ’ αυτά. Γνωρίζει πως όλα είναι για το καλό μας. Πρώτο, για να μάθουμε να εκτιμούμε τις αιώνιες κι άφθαρτες άξι­ες και να μην οδηγηθούμε στο θάνατο παρασυρμένοι από την ψεύτικη και παροδική λαμπρότητα αυτού του κόσμου. Δεύτερο, πως δεν πρέπει να λάβουμε αντα­πόδοση από τους ανθρώπους για τα καλά που κάναμε σ’ αυτόν τον κόσμο, γιατί έτσι δε θα μείνει τίποτα να περιμένουμε για να λάβουμε στη μέλλουσα ζωή. Όταν φτάσουμε στην πύλη της ουράνιας βασιλείας, εύχομαι να μήν ακούσουμε: «Πορεύεσθε απ’ εμού, ότι ήδη απέχετε τον μισθόν υμών».
Ελπίζω να μη συμβεί αυτό σε μας. Για να μη χα­θούμε αιώνια όταν έρθει το σίγουρο τέλος αυτού του κόσμου, απ’ όπου λάβαμε δόξα και τιμή, ο Κύριος Ιησούς Χριστός, ο μοναδικός μας Φίλος, μας διδάσκει πως μετά τη μέγιστη δόξα, τον έπαινο και την τιμή που μπορεί να μας προσφέρει αυτός ο κόσμος, πρέπει να προετοιμαστούμε για ν’ αναλάβουμε το σταυρό μας. Γι’ αυτό πρέπει δόξα και ύμνος στον Κύριο Ιησού Χρι­στό, μαζί με τον άναρχο Πατέρα Του και το Πανάγιο Πνεύμα, την ομοούσια και αδιαίρετη Τριάδα, τώρα και πάντα και στους αιώνες των αιώνων. Αμήν.
(Αγίου Νικολάου Βελιμίροβιτς, Ομιλίες Δ’ – Κυριακοδρόμιο, Εκδ. Πέτρου Μπότση, 2012)