Τρίτη 9 Δεκεμβρίου 2014

Η «ελευθερία της βούλησης - θέλησης του προσώπου» κατά την φιλοσοφία και την πατερική θεολογίαΓράφει ο Μητροπολίτης Ναυπάκτου Ιερόθεος


Η «ελευθερία της βούλησης - θέλησης του προσώπου» κατά την φιλοσοφία και την πατερική θεολογία
Το θέμα της ελευθερίας της βούλησης ή της ελευθερίας του προσώπου, όπως παρουσιάζεται στις ημέρες μας, δεν στηρίζεται στην πατερική-ορθόδοξη θεολογία, αλλά είναι κυρίως υπόθεση της σύγχρονης φιλοσοφίας και μετα­φέρεται από μερικούς στην θεολογία.
Θα εντοπισθούν μερικά σημεία γύρω από το σοβαρό αυτό θέμα, για να φανή το πρόβλημα που παρουσιάζεται από της πλευράς της πατερικής θεολογίας και οι συνέπειες που έχει αυτή η θεωρία στην εκκλησιαστική ζωή.

1. Η θέληση-βούληση στην δυτική θεολογία και φιλοσοφία
Ο καθηγηγής Γεώργιος Παναγόπουλος, αναλύοντας τα σχετικά με την δυτική θεολογία, επισημαίνει ότι ο σχολαστικός θεολόγος Ιωάννης Δούνς Σκώτος, εκφραστής της Φραγκισκανικής θεολογίας, εισήγαγε τον βολονταρισμό (βουλησιοκρατία) σε αντίθεση με την οντολογία του Θωμά Ακινάτη.
Ο Δούνς Σκώτος έκανε λόγο για την «θεία παντοδυναμία», την «απόλυτη ελευθερία του Θεού και την απουσία κάθε εξαναγκασμού από το θείο είναι». Μέ αυτήν την άποψη άνοιξε «μιά καινούργια ατραπό σκέψης στην δυτική θεολογία», αφού «τό βουλητικό στοιχείο ανατιμάται σε σχέση με το οντολογικό» και προοιώνισε «ένα από τα κεντρικά αιτήματα της Μεταρρύθμισης, την απόλυτη ελευθερία και προτεραιότητα του Θεού στο ζήτημα της σωτηρίας του ανθρώπου».
Έτσι, ο βολονταρισμός-βουλησιοκρατία από την σχολαστική θεολογία πέρασε στην Μεταρρύθμιση και τον Προτεσταντικό κόσμο και από εκεί έφθασε και στην δυτική φιλοσοφία, στην οποία άλλοτε γίνεται λόγος για την προτεραιότητα της οντολογίας και άλλοτε για την προτεραιότητα της βουλησιοκρατίας.
Ο καθηγητής Θεοδόσης Πελεγρίνης κάνοντας λόγο για την βουλησιοκρατία (voluntarism) γράφει ότι πρόκειται για το φιλοσοφικό εκείνο σύστημα «στό οποίο πρωτεύοντα λόγο διαδραματίζει η βούληση, κατ' αντιδιαστολή προς το λόγο».
Επίσης, γράφει ότι ενώ οι αρχαίοι φιλόσοφοι αντιμετώπιζαν τα διάφορα ζητήματα που τους απασχολούσαν έχοντας ως γνώμονα τον λόγο, ο Αριστοτέλης έδωσε ιδιαίτερη σημασία στον ρόλο της βουλήσεως «στό πλαίσιο του πρακτικού συλλογισμού». Όμως, ιδιαίτερα στην νεώτερη εποχή διάφοροι φιλόσοφοι, όπως ο Ντεκάρτ, ο Κάντ, ο Σοπενχάουερ, ο Νίτσε και ο Γουίλιαμ Τζέϊμς, δίνουν μεγάλη σημασία στην βούληση και μάλιστα στην ελευθερία της βουλήσεως.
Κατά τον Σωκράτη Γκίκα η βουλησιοκρατία υποστηρίζει ότι «η βούληση αποτελεί την ουσία της ανθρώπινης προσωπικότητας, το πιο δυναμικό της στοιχείο, γιατί κατευθύνει την δράση του ατόμου.
Η νόηση και το συναίσθημα έρχονται σε δεύτερη μοίρα». Η ψυχολογική βουλησιοκρατία αναπτύχθηκε από τον Βούντ, σύμφωνα με την οποία η βούληση επιδιώκει να πραγματοποιήση τους σκοπούς που επιλέγει η νόηση, και το συναίσθημα ή παρωθεί την βούληση ή στέκεται εμπόδιο στην βουλητική προσπάθεια.
Επίσης, από τον Σοπενχάουερ υποστηρίχθηκε «ο μεταφυσικός βουλητισμός», σύμφωνα με τον οποίο υπάρχει «η παγκόσμια τυφλή βούληση», αφού «όλα στον κόσμο κατευθύνονται από την θεϊκή βούληση» και η οποία «βρίσκεται πίσω από τους φυσικούς και βιολογικούς νόμους».
Επίσης, η ελευθερία, κατά την σύγχρονη φιλοσοφία, είναι «η δυνατότητα του ανθρώπου ή μιας ομάδας να αυτοορίζεται, να μήν πιέζεται ή καταδυναστεύεται, να κινείται όπως θέλει, να αναπτύσσει δράση, να πραγματώνει τους σκοπούς που θέλει». Ο Κάντ έκανε λόγο για «τήν ηθική ελευθερία» ως δυνατότητα επιλογής.
Ο Φίχτε ομίλησε «γιά την απεριόριστη ελευθερία του ανθρώπου, τελικά όμως θεώρησε μια τέτοια ελευθερία ιδιότητα του Θεού».
Ο Σάρτρ υποστήριζε ότι «η ελευθερία αποτελεί την ουσία της ανθρώπινης ύπαρξης», είναι ασταμάτητη και «ο άνθρωπος είναι καταδικασμένος σε ελευθερία», αφού «μέ την ελευθερία του δημιουργεί τον εαυτό του από το μηδέν».
Ακόμη, η ελευθερία από την ψυχολογική άποψη «είναι η απουσία εσωτερικών συγκρούσεων, συμπλεγμάτων, έμμονων ιδεών και συνηθειών, καταναγκαστικών πράξεων και ψυχαναγκαστικών τάσεων».
Είναι φανερό ότι για την ελευθερία και την βούληση του ατόμου ή του προσώπου έγινε ιδιαίτερος λόγος τα τελευταία χρόνια από πλευράς φιλοσοφίας, υπαρξισμού και ψυχολογίας, γιατί παραβιάζονταν τα ατομικά δικαιώματα από ποικιλώνυμες εξουσίες.
Κανείς δεν αρνείται την αξία της κοινωνικής ελευθερίας και των ατομικών δικαιωμάτων, σε συνδυασμό με τα καθήκοντα, και μάλιστα σε περιόδους που καταπιέζονται οι πολίτες.
Το πρόβλημα όμως είναι όταν σύγχρονοι θεολόγοι επηρεάζονται από τα ρεύματα αυτά και προσπαθούν να δουν το πρόσωπο του ανθρώπου μέσα από την προοπτική της ελεύθερης βούλησης και κατ' αυτόν τον τρόπο αλλοιώνεται ή υπονομεύεται η ορθόδοξη διδασκαλία περί του Τριαδικού Θεού, του Χριστού και του ανθρώπου.
2. Η θέληση στην ορθόδοξη θεολογία
Το θέμα της βούλησης-θέλησης ετέθη επανειλημμένως στις θεολογικές συζητήσεις από τον 4ο αιώνα και μετά, όταν το ρεύμα της ελληνικής φιλοσοφίας εισήλθε μέσα στον χώρο της Εκκλησίας, οπότε οι Πατέρες προσπάθησαν να αντικρούσουν τους αιρετικούς που χρησιμοποιούσαν την ελληνική φιλοσοφία για να κατανοήσουν το δόγμα της Αγίας Τριάδος και το δόγμα της ενώσεως των δύο φύσεων στον Χριστό.
Κυρίως όμως δυό φορές έγινε σοβαρή συζήτηση και ελήφθησαν αποφάσεις.
Την πρώτη φορά ήταν κατά τον 4ο αιώνα καί, βεβαίως, απεφάνθη η Α' Οικουμενική Σύνοδος. Τότε συζητήθηκε το θέμα εάν ο Πατήρ εγέννησε τον Λόγο από την ουσία Του, οπότε είναι ομοούσιος και άκτιστος, ή εάν ο Λόγος δημιουργήθηκε από την βούληση του Πατρός, όπως όλη η κτίση, οπότε ήταν κτίσμα.
Ο όρος της Α' Οικουμενικής Συνόδου είναι σαφής: «Και εις έναν Κύριον Ιησούν Χριστόν, τον Υιόν του Θεού, γεννηθέντα εκ του Πατρός μονογενή, τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός». Αυτό στρεφόταν εναντίον των Αρειανών, που υποστήριζαν ότι ο Χριστός «ούκ εστιν ίδιος της ουσίας του Πατρός», αλλά είναι κτίσμα και δημιουργήθηκε εν χρόνω «αλλότριος δε της ουσίας του Πατρός και τρεπτός και αλλοιωτός την φύσιν».
Στις αποφάσεις της Β' Οικουμενικής Συνόδου, εκτός από τις προσθήκες στο Σύμβολο της Πίστεως, έγινε αλλαγή ορολογίας (επειδή διακρίθηκε η υπόσταση από την ουσία), δεν έγινε όμως αλλαγή θεολογίας.
Στο τελικό κείμενο δεν υπάρχει το «τουτέστιν εκ της ουσίας του Πατρός», αλλά σαφέστατα υπονοείται, άλλωστε υπάρχει η λέξη «ομοούσιος», και οπωσδήποτε οι Πατέρες διδάσκουν ότι ο Υιός γεννήθηκε από τον Πατέρα εκ της ουσίας Του και δεν είναι δημιούργημα της βουλήσεώς Του.
Ο Πατήρ είναι αίτιος της γεννήσεως του Υιού και της εκπορεύσεως του Αγίου Πνεύματος, αλλά κατά την εύστοχη φράση του π. Ιωάννου Ρωμανίδη: «ο Πατήρ κοινωνεί την ουσία Του στον Υιό δια της γεννήσεως και στο Άγιον Πνεύμα δια της εκπορεύσεως».
Την δεύτερη φορά που έγινε συζήτηση για την θέληση ήταν τον 7ο αιώνα και μάλιστα στην Χριστολογία.
Οι Μονοθελήτες έλεγαν ότι στον Χριστό υπάρχει μία θέληση. Ο άγιος Σωφρόνιος Πατριάρχης Ιεροσολύμων και ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής δίδασκαν ότι η θέληση και η ενέργεια είναι γνωρίσματα της φύσεως, και εφ' όσον ο Χριστός έχει δύο φύσεις, έχει και δύο θελήσεις, την θεία και την ανθρωπίνη.
Έτσι, κάθε φύση στον Χριστό ήθελε και ενεργούσε τα δικά της, αλλά σε κοινωνία με την άλλη, ενωμένες στο ένα πρόσωπο του Θεού και Λόγου.
Ο άγιος Μάξιμος Ομολογητής αναπτύσσοντας το θέμα των δύο θελήσεων στον Χριστό θα πή ότι το θέλημα θα είναι ή φυσικό ή υποστατικό ή παρά φύσιν. Άν το θέλημα χαρακτηριστή υποστατικό, τότε ο Χριστός θα παρουσιασθή «ετερό­βουλος» από τον Πατέρα, αφού το υποστατικό θέλημα θα είναι γνώρισμα μόνον της υπόστασης.
Άν το θέλημα το χαρακτηρίσουν παρά φύσιν, τότε δογματίζουν την έκπτωση των ουσιών, αφού τα παρά φύση είναι φθαρτικά των κατά φύση. Επομένως, το θέλημα είναι φυσικό, δηλαδή είναι χαρακτηριστικό της φύσεως, και όχι υποστατικό, δηλαδή δεν είναι χαρακτηριστικό γνώρισμα της υπόστασης.
Πάνω στο θέμα αυτό αποφάνθηκε η ΣΤ' Οικουμενική Σύνοδος, η οποία μεταξύ των άλλων, δογμάτισε:
«Και δύο φυσικάς θελήσεις, ήτοι θελήματα εν αυτώ, και δύο φυσικάς ενεργείας αδιαιρέτως, ατρέπτως, αμερίστως, ασυγχύτως κατά την των αγίων Πατέρων διδασκαλίαν ωσαύτως κηρύττομεν.
Και δύο μεν φυσικά θελήματα ουχ υπεναντία, μη γένοιτο, καθώς οι ασεβείς έφησαν αιρετικοί, αλλ' επόμενον το ανθρώπινον αυτού θέλημα, και μη αντιπίπτον, ή αντιπαλαίον, μάλλον μεν ούν και υποτασσόμενον τώ θείω αυτού και πανσθενεί θελήματι...».
Ο Χριστός έχει δύο φυσικά θελήματα στο ένα πρόσωπό Του, τα οποία φυσικά θελήματα δεν αντιπαλαίουν μεταξύ τους. Αυτό σημαίνει ότι το θέλημα δεν είναι γνώρισμα του προσώπου, γιατί τότε ο Χριστός θα είχε ένα θέλημα, αλλά είναι ιδιότητα της φύσεως.
Οι Πατέρες της Εκκλησίας αποδέχονται πλήρως τις αποφάσεις των Οικου­μενικών Συνόδων και γι' αυτό κάνουν την διάκριση μεταξύ θελήσεως-βουλήσεως που συνδέεται με την φύση, και της προαιρέσεως, που κάνει την επιλογή στους ανθρώπους. Δηλαδή, στους Πατέρες η θέληση-βούληση δεν είναι η ελευθερία, όπως την ορίζουν οι σύγχρονοι φιλόσοφοι και φιλοσοφούντες θεολόγοι.
Για να μη γίνη καμμία σύγχυση και παρεξήγηση στα όσα θα λεχθούν στην συνέχεια, πρέπει να σημειωθή ότι, σύμφωνα με την θεολογία της Εκκλησίας μας, δεν υπάρχει υπόσταση χωρίς ουσία, ούτε ουσία χωρίς υπόσταση, αλλά η υπόσταση-πρόσωπο ορίζεται ως ουσία με τα ιδιώματα.
Έτσι, η ενέργεια είναι ουσιώδης κίνηση της φύσης, αλλά ο ενεργών είναι το πρόσωπο.
Ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός αποφαίνεται: «άλλο εστίν ενέργεια και άλλο ενεργητικόν και άλλο ενέργημα και άλλο ενεργών». Ενέργεια είναι «η δραστική και ουσιώδης της φύσεως κίνησις». Ενεργητικό είναι «η φύσις εξ ής η ενέργεια πρόεισιν». Ενέργημα είναι «τό της ενεργείας αποτέλεσμα». Και ενεργών είναι «ο κεχρημένος τη ενεργεία ήτοι η υπόστασις».
Επίσης, ο άγιος Ιωάννης ο Δαμασκηνός δίνει τους ορισμούς για την θέληση, την βούληση, το θελητό, το θελητικό και τον θέλοντα. Θέληση είναι «η απλή δύναμις του θέλειν».
Βούληση είναι «η περί τι θέλησις», δηλαδή η θέληση για κάτι. Θελητό είναι «τό υποκείμενον τη θελήσει πράγμα». Χρησιμοποιεί ένα παράδειγμα για να δείξη την διαφορά.
Η απλή όρεξη για βρώση είναι η θέληση, η όρεξη προς βρώση είναι η βούληση, η τροφή είναι το θελητό. Ακόμη, θελητικό είναι αυτό που έχει την θελητική δύναμη, όπως ο άνθρωπος. Και θέλων είναι «ο κεχρημένος τη θελήσει».
Έχοντας υπ' όψιν τις βασικές θεολογικές αυτές αρχές, γνωρίζουμε ότι η θέληση είναι όρεξη της μιας ενιαίας φύσεως και κοινή στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, αλλά θέλων είναι και τα τρία πρόσωπα της Αγίας Τριάδος.
Έτσι, ο θέλων είναι ο Τριαδικός Θεός, η θέληση ανάγεται στην φύση, όμως η θεία φύση είναι αδιανόητη χωρίς τις υποστάσεις και το αντίστροφο.
Αυτό σημαίνει ότι η αιτιότητα του Πατρός, ότι αυτός είναι αίτιος της υπάρξεως του Υιού και του Αγίου Πνεύματος, δεν ταυτίζεται με την θέληση, η οποία είναι κοινή στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, αφού κοινή είναι η φύση και η ενέργεια.
Επίσης, στον άνθρωπο υπάρχει η βούληση της φύσης και η προαίρεση «ήγουν επιλογή» ανάμεσα σε δύο διαφορετικά πράγματα.
Έτσι, υφίσταται διαφορά μεταξύ βούλησης και προαίρεσης στον άνθρωπο. Όμως, στον Θεό «βούλησιν μεν λέγομεν, προαίρεσιν δε κυρίως ου λέγομεν ου γάρ βουλεύεται ο Θεός».
Ούτε ακόμη μπορούμε να πούμε ότι η ψυχή του Χριστού είχε βουλή ή προαίρεση, γιατί δεν είχε άγνοια και γνωμικό θέλημα, λόγω της ενώσεως της ανθρώπινης με την θεία φύση στην υπόσταση του Λόγου.
Έτσι, η αγία ψυχή του Χριστού δεν ήταν εναντίον του θείου θελήματος ούτε παρά το θείον θέλημα.
3. Η διδασκαλία του Αγίου Μαξίμου του Ομολογητού για την ελευθερία, την θέληση και την προαίρεση
Αναλύοντας το θέμα της ελευθερίας της θέλησης και της προαίρεσης, θα περιορισθώ στον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, ο οποίος ιδιαιτέρως κωδικοποίησε την θεολογία του σοβαρού αυτού θέματος.
Κατ' αρχάς ο άγιος Μάξιμος δεν κάνει ιδιαίτερο λόγο για την ελευ­θερία με την έννοια που την εκλαμβάνουν οι φιλοσοφούντες θεολόγοι. Στά σχόλιά του στο έργο του αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου «περί θείων ονομάτων» κάνει λόγο για τον σκοπό της ενανθρωπήσεως του Χριστού και γράφει: «αμαρτίαν γάρ πάντη αγνοήσας, κατηξίωσεν υπέρ ημών, μη εκστάς των οικείων, αναμαρτήτως αμαρτία δια της δι' εαυτού ημών υιοθεσίας εις την αρχαίαν επαναγάγη ελευθερίαν».
Είναι προφανές ότι οι Πατέρες δεν αναφέρονται στην «ελευθερία του Θεού από την θεότητά Του», με την «δυνατότητά Του να ενανθρωπίζει», αφού ο Χριστός, γενόμενος άνθρωπος, δεν εξίσταται της θείας φύσεώς Του, «τών οικείων». Δηλαδή οι άγιοι Πατέρες δεν προσδιορίζουν την ελευθερία ως δυνατότητα εκστάσεως από την θεία φύση, αλλά κάνουν λόγο για την επάνοδο του ανθρώπου στην αρχαία ελευθερία, που είναι η κοινωνία του ανθρώπου με τον Θεό.
Και σε άλλα σημεία της διδασκαλίας του ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής κάνει λόγο για την ελευθερία όχι ως δικαίωμα ή δυνατότητα επιλογής, αλλά ως αναμαρτησία, ως ελευθερία από τα πάθη.
Αναφερόμενος στην γέννηση του Χριστού γράφει: «τή μεν γενέσει φυσικώς εις ταυτόν τώ ανθρώπω κατά την ζωτικήν αγόμενος έμπνευσιν, εξ ής το κατ' εικόνα λαβών ως άνθρωπος άπρακτον διέμεινεν έχων της ελευθερίας της αναμαρτησίας και άχραντον». Η γέννηση του Χριστού ως ανθρώπου ήταν ελεύθερη, απαθής, αυτοπροαίρετη και αγνή. Ακόμη, συνδέει την ελευθερία του ανθρώπου με το «ανείδεον κάλλος».
Όμως, σε άλλο σημείο ομιλεί για το ότι δούλος είναι αυτός που επιλέγει τα πάθη, ενώ αντίθετα ο αγώνας για την αρετή είναι «ψυχής ελευθερία».
Έπειτα, ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, ενώ δεν κάνει λόγο για ελευθερία, αλλά ομιλεί για προαίρεση, όμως θεωρεί ότι η προαίρεση δεν είναι θέληση-βούληση, η οποία είναι όρεξη της φύσεως, αλλά είναι όρεξη διασκεπτική για όσα εξαρτώνται από μάς, δηλαδή η προαίρεση είναι ένα κράμα, από όρεξη, βουλή και κρίση.
Γράφει: «τήν προαίρεσιν όρεξιν βουλευτικήν των εφ' ημίν. Ουκ έστι ούν προαίρεσις η θέλησις», «η προαίρεσις ορέξεως και βουλής και κρίσεως σύνοδος» «ουκ έστιν ούν θέλησις η προαίρεσις». Επίσης, κάνει λόγο για το ότι ο Χριστός με την θέωση της ανθρωπίνης φύσεως, αμέσως με την πρόσληψή της, οδήγησε την προαίρεση σε ατρεψία, πράγμα το οποίο το ζουν εν Χριστώ και οι άγιοι.
Επομένως, στην πατερική διδασκαλία, απ' ό,τι γνωρίζω, δεν ανευρίσκεται η έκφραση «ελευθερία της βούλησης» ή «ελεύθερη βούληση του προσώπου», αφού η βούληση είναι όρεξη της φύσεως, ενώ η προαίρεση συνδέεται με το πρόσωπο-υπόσταση, και αυτό εξηγείται με διαφορετικό τρόπο από ό,τι στην σύγχρονη φιλοσοφία. Και οπωσδήποτε η πατερική διδασκαλία περί ελευθερίας και προαιρέσεως δεν μπορεί να συνδυασθή με την ελευθερία, όπως την χαρακτηρίζει η σύγχρονη φιλοσοφία και η σύγχρονη φιλοσοφούσα θεολογία.
Θα πρέπει να δούμε με συντομία όλα αυτά στην Τριαδολογία, την Χριστολογία και την ανθρωπολογία, κατά τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή, που έκανε μεγάλο αγώνα για τα θέματα αυτά.
Εισαγωγικά πρέπει να σημειωθή ότι υπάρχουν πολλά χωρία του αγίου Μαξίμου του Ομολογητού, τα οποία αναφέρονται στις σχέσεις μεταξύ υποστάσεως, φύσεως και ενεργείας, όμως εδώ θα γίνη απλώς μια νύξη.
Ο Θεοδόσιος, Επίσκοπος Καισαρείας της Βιθυνίας, μεταξύ άλλων, υποστήριζε ότι πρέπει να λέμε «μίαν ενέργειαν του Χριστού υποστατικήν», δηλαδή συνέδεε την ενέργεια με την υπόσταση. Όμως, ο άγιος Μάξιμος απάντησε ότι μια τέτοια άποψη «μόνων γάρ αιρετικών πολυθεούντων εστιν». Η ενέργεια είναι φυσική και όχι υποστατική.
Όταν κανείς απονέμη υποστατικές ενέργειες στα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος, τότε η μακαρία θεότητα θα έχη τέσσερεις ενέργειες, δηλαδή τρεις ενέργειες που χωρίζουν τα πρόσωπα της Αγίας Τριάδος και μία φυσική ενέργεια που δηλώνει την κατά φύση κοινότητα των τριών υποστάσεων. Όποιος υποστηρίζει μια τέτοια άποψη νοσεί την νόσο της τετραθεΐας.
Όμως, κατά τον άγιο Μάξιμο οι Πατέρες διδάσκουν: «φυσικήν γάρ, αλλ' ουχ υποστατικήν πάσαν είναι ενέργειαν». Εννοείται ότι κατά τον ίδιο τρόπο αναφερόμαστε στην φυσική και όχι υποστατική θέληση.
Ύστερα από αυτήν την εισαγωγική παρατήρηση θα δούμε το θέμα της θελήσεως στην Τριαδολογία.
Τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν έχουν προσωπική ελευθερία ή υποστατική ελευθερία, γιατί αν συνέβαινε αυτό, τότε κάθε Πρόσωπο θα είχε το δικό του θέλημα, την δική του ελευθερία, πράγμα που θα διασπούσε την ενότητα των Προσώπων της Αγίας Τριάδος.
Η απόδοση της θέλησης στο πρόσωπο προκειμένου να εξασφαλισθή η «ελευθερία του προσώπου» δημιουργεί πρόβλημα τριθεΐας στην Αγία Τριάδα. Ο άγιος Μάξιμος, αναφερόμενος στην Αγία Τριάδα, αποδίδει με σαφήνεια την θέληση στην φύση και όχι στο πρόσωπο.
Γράφει ότι θα ρωτούσε ευχαρίστως τους μονοθελήτες αν ο Θεός και Πατήρ όλων θέλη επειδή είναι Πατήρ ή επειδή είναι Θεός, δηλαδή αν το θέλημά Του συνδέεται με το πρόσωπο του Πατρός ή με την θεότητά Του.
Εάν θέλη επειδή είναι Πατήρ, τότε θα είναι άλλο το θέλημα του Πατρός και άλλο το θέλημα του Υιού, γιατί είναι διαφορετικά πρόσωπα. Άν όμως θέλη επειδή είναι Θεός, τότε επειδή και ο Υιός και το Άγιον Πνεύμα είναι Θεοί, αυτό σημαίνει ότι το θέλημα είναι της φύσεως, δηλαδή είναι θέλημα φυσικό.
Ο Θεός είναι Τριαδικός, είναι τρία Πρόσωπα, Πατήρ, Υιός και Άγιον Πνεύμα, τα οποία έχουν μία φύση, μία ενέργεια, μία θέληση, μία δόξα, μία βασιλεία.
Η περσοναλιστική φιλοσοφία και θεολογία εγκλωβίζεται στην ταύτιση φύσεως και αναγκαιότητας και γι' αυτό είναι αναπόφευκτη η απόδοση της θέλησης στο πρόσωπο και η εξ αυτής υποτιθέμενη «εν ελευθερία» βουλητική γέννηση του Υιού και βουλητική εκπόρευση του Αγίου Πνεύματος από τον Θεό Πατέρα, η οποία συνεπάγεται Αρειανισμό.
Ο άγιος Μάξιμος, όμως, και πάλι αποβαίνει σαφέστατος. Γράφει ότι η γέννηση του Υιού από τον Πατέρα είναι «υπέρ την θέλησιν», δηλαδή δεν μεσολαβεί η θέληση μεταξύ του Πατρός και του Υιού, ούτε η θέληση του Πατρός προεπινοείται του Υιού, επειδή ούτε προϋπήρχε ο Πατήρ του Υιού.
Επειδή ο Πατήρ και ο Υιός είχαν «άμα το είναι», γι' αυτό έχουν και μία θέληση, «απλήν τε και αδιαίρετον», όπως έχουν και μία ουσία και μία φύση.
Το ότι ο Πατήρ γεννά τον Υιό εκ της ουσίας Του δεν συνεπάγεται αναγκαιότητα ή ανελευθερία, διότι είναι αδιανόητη η απόδοση οποιασδήποτε αναγκαιότητας στην άκτιστη φύση.
Ο άγιος Μάξιμος παρατηρεί ότι εάν το φυσικό είναι και αναγκασμένο, και ο Θεός είναι κατά φύση Θεός, κατά φύση αγαθός και κατά φύση δημιουργός, τότε ο Θεός θα είναι και κατ' ανάγκη Θεός και αγαθός και δημιουργός, πράγμα που είναι βλάσφημο και να το σκεφθή κανείς.
Γιατί «τίς γάρ ο την ανάγκην επάγων;», δηλαδή, ποιός είναι εκείνος που επιβάλλει την ανάγκη; Παραπέμπει δε στο χωρίο του αγίου Κυρίλλου Αλεξανδρείας: «Μηδέν φυσικόν είναι εν τη νοερά φύσει ακούσιον».
Την ταύτιση φύσεως και αναγκαιότητας, εκτός από τους Αρειανούς, οι οποίοι την χρησιμοποιούσαν προκειμένου να αποδείξουν την κτιστότητα του Θεού Λόγου δια της εκ της βουλήσεως του Θεού Πατρός γέννησή Του, την χρησιμοποιούσαν και οι φιλονεστοριανοί Αντιοχειανοί, όπως για παράδειγμα ο Θεοδώρητος Κύρου, προκειμένου να αποδείξουν το αδύνατον της καθ' υπόστασιν ενώσεως θείας και ανθρωπίνης φύσεως στο πρόσωπο του Θεού Λόγου.
Η νεστοριανική αντιπρόταση για την ένωση θεότητας και ανθρωπότητας στον Χριστό ήταν η «συνάφεια», ένωση σχέσης δυό ξεχωριστών υποστάσεων, ανθρώπου και Θεού, η οποία έσωζε κατ' αυτούς την ελευθερία του Θεού Λόγου από μια αναγκαστική ένωση, με αποτέλεσμα ωστόσο την μη πραγματική ενανθρώπηση του Θεού Λόγου.
Όμως, η ορθόδοξη θεολογία δεν πέφτει σε τέτοιες πλάνες, γιατί διδάσκει ότι η βούληση είναι όρεξη της φύσεως και όχι του προσώπου.
Ας δούμε με συντομία το θέμα της βουλήσεως-θελήσεως στην ανθρωπο­λογία.
Ο άνθρωπος δημιουργήθηκε κατ' εικόνα και καθ' ομοίωση του Θεού. Πολλοί Πατέρες τον όρο κατ' εικόνα τον προσδιορίζουν ως το νοερό και το αυτεξούσιο, «η δε αυτεξουσιότης εστίν αυτοκρατής του θελήματος κίνησις». Πάντως, ο Αδάμ και η Εύα είχαν την δυνατότητα της επιλογής.
Όμως, το πρώτο ανδρόγυνο δεν είχε την τελειότητα, αλλά έπρεπε να φθάση σε αυτήν, ήταν νήπιοι και έπρεπε να ολοκληρωθούν, η φύση τους ήταν ατελής.
Η κακή χρήση της προαίρεσης τους οδήγησε στην πτώση. Έτσι, η δυνατότητα της επιλογής, της προαίρεσης ήταν έκφραση της ατέλειάς τους.
Επομένως, και στον άνθρωπο η θέληση είναι όρεξη της φύσεως, είναι φυσική θέληση και όχι υποστατική, η θέληση δεν κάνει επιλογή, την οποία επιλογή κάνει η προαίρεση. Το προοδευτικό σχήμα που διδάσκει ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, όπως το είδαμε και προηγουμένως, είναι: θέληση-βουλή-γνώμη-προαίρεση.
Το «θέλημα είναι φυσικόν ήγουν θέλησιν, δύναμιν του κατά φύσιν όντος ορεκτικήν». «Η προαίρεσις περί ταύτά εστι μετά την κρίσιν, περί ά η βουλή προ της κρίσεως».
Λέγοντας, όμως, ότι το θέλημα είναι της φύσεως, δεν αγνοούμε ότι ορίζουμε την υπόσταση ως ουσία μετά ιδιωμάτων, οπότε δεν μπορεί να κάνουμε λόγο για προτεραιότητα της φύσεως έναντι του προσώπου ούτε για προτεραιότητα του προσώπου έναντι της φύσεως.
Οι Πατέρες διακρίνουν το «θέλειν» από το «πώς θέλειν», γι' αυτό και δεν πρέπει να γίνεται σύγχυση μεταξύ της θελήσεως, που είναι της φύσεως, και του πώς εκφράζεται η θέληση, που είναι του προσώπου.
Ο άγιος Μάξιμος γράφει ότι «ου ταυτόν το θέλειν και το πώς θέλειν», όπως δεν είναι το ίδιο «τό οράν και το πώς οράν».
Το να θέλη και να βλέπη κανείς είναι της φύσεως και υπάρχει σε όλα τα ομοφυή και ομογενή, αλλά «τό πώς θέλειν», όπως και «τό πώς οράν», δηλαδή το να θέλη να περπατήση ή να μη θέλη, το να βλέπη σε κάθε κατεύθυνση «τρόπος εστιν της του θέλειν και οράν χρήσεως». Αυτό δηλαδή το «πώς θέλειν» είναι «τώ κεχρημένω προσόν» που τον χωρίζει από τους άλλους, κατά την λεγομένη κοινώς διαφορά.
Επομένως, δεν μπορεί να γίνεται σύγχυση μεταξύ του «θέλειν», που είναι της φύσεως, και του «πώς θέλειν» που είναι προσόν αυτού που χρησιμοποιεί την θέληση. Αυτή είναι η χρυσή τομή μεταξύ της ουσιοκρατίας και του περσοναλισμού και δείχνει ότι η Πατερική διδασκαλία αποφεύγει τόσο την σχολαστική ουσιοκρατία όσο και τον φιλοσοφικό περσοναλισμό.
Ας δούμε το θέμα της θελήσεως στην Χριστολογία.
Ο Χριστός με την ενανθρώπησή Του προσέλαβε ολόκληρη την ανθρώπινη φύση, την ένωσε με την θεία φύση στην υπόστασή Του, την θέωσε. Άν και έγινε προς Χάρη μας άνθρωπος, Αυτός που είναι «ο ποιητής των ανθρώπων», όμως, «ημίν δηλονότι και την ατρεψίαν κατώρθωσε της προαιρέσεως, ως ατρεψίας δημιουργός».
Έτσι, «τό ανθρώπινον του Θεού» (τού Χριστού) «κατά προαίρεσιν ως ημείς ου κεκίνηται», κάνοντας με την εξέταση και την κρίση τον διαχωρισμό των αντιθέτων, «ίνα μη φύσει κατά προαίρεσιν νομισθείη τρεπτόν».
Αλλά, αφού έλαβε το είναι, αμέσως μετά την ένωσή του με τον Θεόν Λόγον «αδίστακτον, μάλλον δε στάσιμον την κατ' όρεξιν φυσικήν, ήτοι θέλησιν, κίνησιν έσχεν».
Οπότε, η προαίρεση στον Χριστό δεν κινήθηκε.
Οι άνθρωποι ως ατελείς, με την γέννησή τους, έχουν την προαίρεση, αφού έχουν την δυνατότητα να κινηθούν προς τα δύο, «τά καλά τε λέγω και τα κακά». Αυτή, όμως, η δυνατότητα της επιλογής –τής προαίρεσης– παύει να υφίσταται στους αγίους, που ενώνονται με τον Χριστό και γίνονται μέλη του Σώματός Του, αφού και αυτοί αποκτούν την ατρεψία της προαίρεσης, κατά τον λόγο του Αποστόλου Παύλου «η αγάπη ουδέποτε εκπίπτει» (Α' Κορ. ιγ', 8). Στην Βασιλεία του Θεού δεν θα υπάρχη δυνα­τότητα επιλογής, οι άγιοι θα έχουν εν Χριστώ ατρεψία της προαίρεσης, αφού δεν θα υπάρχουν αντίθετες καταστάσεις.
Επομένως, τα Πρόσωπα της Αγίας Τριάδος δεν έχουν ελευθερία, όπως την εννοούν οι φιλοσοφούντες θεολόγοι.
Ο Θεάνθρωπος Χριστός δεν έχει δυνατότητα επιλογής, ήτοι γνωμικό θέλημα, αφού έχει ατρεψία προαίρεσης. Και ο άνθρωπος στην πτωτική κατάσταση έχει μεν δυνατότητα προαίρεσης, αλλά όταν φθάνη στην θέωση αποκτά εν Χριστώ την ατρεψία της προαίρεσης και οδηγείται με την εν Χριστώ άσκηση και την μυστηριακή ζωή από το γνωμικό θέλημα στο φυσικό θέλημα.
Έτσι, η ελευθερία της βουλήσεως και η ελευθερία του προσώπου, την οποία οι θεολόγοι σήμερα επαινούν υπερβαλλόντως, ως στοιχείο του Θεού και του ανθρώπου, ως έκφραση και καθοριστικό γνώρισμα του ανθρώπου που συνιστά την τελειότητά του, είναι απαράδεκτη από θεολογικής πλευράς.
Η ελευθερία δεν είναι υποστατική, αλλά φυσική. Αυτό έχει μεγάλη σημασία, διότι έτσι διατρανώνεται η καλή λίαν δημιουργία του Θεού.
Αντιθέτως, το πρόσωπο είναι εκείνο που κάνοντας παράχρηση της θεόσδοτης ελευθερίας της φύσεως καταλήγει στην αμαρτία. Επομένως, δεν «υπερβαίνει το πρόσωπο δια της ελευθερίας την αναγκαιότητα της φύσεως», αλλά αντίστροφα, κάθε άνθρωπος με την ενέργεια της θείας Χάριτος και την δική του συνέργεια δια της φυσικής θελήσεως, μπορεί να αχθή πέραν των ορίων της φύσεώς του και να φθάση στην θέωση. Αντίθετα, το πρόσωπο είναι εκείνο που αν δεν κάνη καλή χρήση του αυτεξουσίου, καταλήγει δέσμιο της αμαρτίας και υποδουλώνει την φύση στα πάθη. Συνεπώς, η απόδοση αναγκαιότητας στην φύση δείχνει είτε άγνοια των πατερικών κειμένων είτε ερμηνευτικό εκβιασμό τους με σκοπό την εξαγωγή των ποθουμένων περσοναλιστικών συμπερασμάτων.
4. Οι συνέπειες του περσοναλισμού στην εκκλησιαστική ζωή
Πρέπει να επισημανθή κάτι πολύ σημαντικό και αξιοπρόσεκτο, που έχει σχέση με την λεγομένη μεταπατερική θεολογία της ελευθερίας του προσώπου.
Η μεταφορά της συγκεκριμένης περσοναλιστικής τριαδολογικής απόψεως στην σημερινή χριστιανική ανθρωπολογία με την θρυλούμενη «ελευθερία του προσώπου», η οποία μάλιστα προβάλλεται και ως ουσιώδες χαρακτηριστικό της ορθόδοξης Ανατολής σε σχέση με την ουσιοκρατία της χριστιανικής Δύσης. έχει συγκεκριμένες προεκτάσεις, όπως την συχνή κριτική που ασκείται στην ορθόδοξη ασκητική ως αντιστρατευόμενη την «ελευθερία του προσώπου».
Όπως πάντοτε, έτσι και στην περίπτωση αυτή, η εσφαλμένη δογματική άποψη οδηγεί σε ποικίλες ερμηνευτικές παρεκτροπές που έχουν συνέπεια στην εκκλησιαστική ζωή και τον τρόπο με τον οποίο ζή ο Χριστιανός ως μέλος της Εκκλησίας.
Θα τονισθούν μερικές συγκεκριμένες παραχαράξεις της εκκλησιαστικής ζωής από αυτούς που ομιλούν για την λεγόμενη ελευθερία της βούλησης ή της θέλησης και της ελευθερίας του προσώπου.
Πρώτον, η εκκλησιαστική τάξη των πραγμάτων, ερμηνεύεται και εκλαμβάνεται μέσα από την θεωρία της ελευθερίας του προσώπου και της αγάπης, όπως ερμηνεύθηκαν από τον Αλέξη Χομιακώφ και τον Αφανάσιεφ. Σύμφωνα με τις θεωρίες αυτές στην εκκλησιαστική ζωή έχει μεγάλη σημασία η βίωση της ελευθερίας και της αγάπης, ανεξάρτητα από τις κανονικές προϋποθέσεις που έχουν θεσπίσει οι Πατέρες των Τοπικών και Οικουμενικών Συνόδων.
Έτσι, η εκκλησιαστική ζωή κρίνεται στην πράξη με όρους «αστικής δημοκρατίας», προκειμένου να στοχοποιηθούν ιεραρχικές δομές της Εκκλησίας και να κριθούν ως καταπιεστικές και απάδουσες της πρώτης «δημοκρατικώς φερομένης» αρχαίας Εκκλησίας.
Στην συνέχεια χρησιμοποιείται η εσφαλμένη αυτή δογματική θέση στο επίπεδο της θεολογίας, ώστε να εισαχθούν διάφορες ουμανιστικές και προτεσταντικές απόψεις για την μετοχή στα χαρίσματα του Αγίου Πνεύματος, ανεξάρτητα από τις θεολογικές και κανονικές προϋποθέσεις, ωσάν η πνευματική ζωή να είναι μια «δημοκρατία αστικού τύπου», στην οποία όλοι απολαμβάνουν τα δώρα του Αγίου Πνεύματος απροϋποθέτως.
Είναι βέβαιο ότι με τέτοιες προϋποθέσεις στοχοποιούνται και υπονομεύονται Πατερικά έργα, όπως τα Αρεοπαγητικά συγγράμματα, τα οποία ερμηνεύτηκαν από τον άγιο Μάξιμο τον Ομολογητή και τον άγιο Γρηγόριο τον Παλαμά, ότι δήθεν κατοπτρίζουν άκαμπτες εκκλησιαστικές δομές που έγιναν αντικείμενο εκμεταλλεύσεως από τον Κλήρο.
Δεύτερον, η ασκητική του ησυχασμού κρίνεται ότι κατοπτρίζει την λογική της ατομιστικής σωτηρίας, η οποία δεν έχει άμεση αναφορά στην «οντολογία του προσώπου», δηλαδή στο «υπάρχειν ελευθέρως εν σχέσει», αλλά στην προοπτική μιας ατομιστικής καθάρσεως των παθών χωρίς αναφορά στον Άλλο άνθρωπο, ο οποίος αποτελεί την προϋποθετική συνθήκη του «υπάρχειν προσωπικώς».
Έτσι, διασπάται η ενότητα μεταξύ Μυστηρίων και ασκητικής ζωής, η οποία στην πράξη είναι η ευαγγελική ζωή, δηλαδή η τήρηση των εντολών του Χριστού, αμφισβητείται άμεσα ή έμμεσα η ασκητική θεολογία των Καππαδοκών Πατέρων ως ωριγενική και νεοπλατωνική, αλλά υπονομεύεται ύπουλα και η διδασκαλία του αγίου Συμεών του Νέου Θεολόγου και του αγίου Γρηγορίου του Παλαμά ως «πνευματοκρατική».
Τρίτον, η εκκλησιαστική και ασκητική ευλάβεια, που επαινείται από τους ασκητικούς Πατέρες, επικρίνεται από τους εκφραστές της θεωρίας «τής ελευθερίας του προσώπου», ως ανελεύθερος δυτικός ευσεβισμός και ηθικισμός, αλλά και ως «θρησκειοποίηση του εκκλησιαστικού βιώματος».
Έτσι, παρατηρείται το φαινόμενο να κρίνεται και να υπονομεύεται το περιεχόμενο της «Φιλοκαλίας των ιερών Νηπτικών Πατέρων», ότι δήθεν συνιστά μια «θεραπευτική εκκλησιολογία», η οποία ανέτρεψε την «ευχαριστιακή εκκλησιολογία» της πρώτης Εκκλησίας!
Τέταρτον, η υπακοή σε Πνευματικό Πατέρα κρίνεται ως κολόβωση της «ελευθερίας του προσώπου» και απέκδυση της ευθύνης της ύπαρξης, «τού υπάρχειν ελευθέρως», από τον ίδιο τον εξομολογούμενο και μετάθεση αυτής της «προσωπικής ευθύνης» στον Γέροντα.
Βεβαίως, δεν παραβλέπουμε διάφορα λάθη τα οποία γίνονται στον τομέα αυτό, είτε από Πνευματικούς Πατέρες είτε από πνευματικά παιδιά, αλλά δεν είναι δυνατόν από τέτοια λάθη να υπονομεύεται η πορεία του ανθρώπου από την δουλεία στην ελευθερία των τέκνων του Θεού, όπως περιγράφεται στην πορεία του Ισραηλιτικού λαού από την Αίγυπτο στην Γή της Επαγγελίας με την θεοπτική καθοδήγηση του Μωϋσέως.
Επομένως, η λανθασμένη θεωρία περί της «ελευθερίας της βούλησης-θέλησης» και της «ελευθερίας του προσώπου» και περί συνδέσεως της θέλησης με το πρόσωπο, έχει σημαντικές προεκτάσεις στον εκκλησιαστικό χώρο.
Μέ τέτοιες θεωρίες υπονομεύεται η ζωή της Εκκλησίας και οι προϋποθέσεις του αγιασμού, και ουσιαστικά παρερμηνεύεται ο ίδιος ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, που κάνει λόγο για πρακτική φιλοσοφία, φυσική θεωρία και μυστική θεολογία, αλλά και όλοι οι άγιοι Πατέρες που ομιλούν για κάθαρση, φωτισμό και θέωση.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί να γίνεται λόγος για ελεύθερη βούληση του προσώπου από θεολογικής πλευράς, διότι η θέληση-βούληση είναι χαρακτηριστικό της φύσης και όχι του προσώπου, ενώ η επιλογή από τον άνθρωπο γίνεται με την προαίρεση, η οποία συνιστά μεν ατέλεια της φύσης, αλλά οι άγιοι αποκτούν εν Χριστώ και την ατρεψία της προαίρεσης.
Τα περί οντολογίας και ελευθερίας του προσώπου για να αποφευχθή δήθεν η αναγκαιότητα της φύσης είναι δυτικός περσοναλισμός, μια «ψευδομόρφωση» στην σύγχρονη θεολογία, είναι η πεμπτουσία της λεγόμενης «μεταπατερικής θεολογίας».
(Σημείωση: Οι παραπομπές του κειμένου αυτού θα δημοσιευθούν στο βιβλίο που θα κυκλοφορήση προσεχώς)

Περί της Οδού Γράφει ο Μητροπολίτη Ναυπάκτου Ιεροθεου


Περί της Οδού

Συχνά τίθεται τό ερώτημα άν ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ή Εκκλησία. Σέ αυτό τό ερώτημα δόθηκαν διάφορες απαντήσεις, οι περισσότερες τών οποίων κατατείνουν στό ότι ο Χριστιανισμός εκφράζεται περισσότερο ως Εκκλησία παρά ως θρησκεία. Σέ αυτό έχω καταλήξει στό βιβλίο μου «Θρησκεία καί Εκκλησία στήν κοινωνία».

Ο όρος θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Απόστολο Παύλο γιά νά χαρακτηρίση τήν αίρεση τού Ιουδαϊσμού (Πράξ. κστ', 4-5), καί τήν «θρησκεία τών αγγέλων», πού επαγγελλόταν ο γνωστικισμός (Κολ. β', 18-19). Κυρίως, όμως, η λέξη θρησκεία χρησιμοποιείται από τόν Αδελφόθεο Ιάκωβο πού κάνει λόγο γιά «θρήσκο», ο οποίος δέν χαλιναγωγεί τήν γλώσσα του, αλλά απατά τήν καρδία του καί γι’ αυτό η θρησκεία του είναι μάταιη. Καί στήν συνέχεια, κάνει λόγο γιά «θρησκεία καθαρά καί αμίαντον» από τόν Θεό καί Πατέρα πού σημαίνει «επισκέπτεσθαι ορφανούς καί χήρας εν τή θλίψει αυτών, άσπιλον εαυτόν τηρείν από τού κόσμου» (Ιακ. α', 26-27). Ο Απόστολος Παύλος, όπως είναι γνωστόν, επιμένει κυρίως στόν όρο Εκκλησία, πού είναι τό Σώμα τού Χριστού (Κολ. Α', Τιμ. γ', 15. Α’ Κορ. ιβ', 12-30. Εφ. δ', 11-16 καί ε', 29-30 καί αλλού).
Σέ σχετικό κείμενό μου ανέλυσα ότι στήν Καινή Διαθήκη χρησιμοποιούνται καί άλλοι όροι γιά νά δηλώσουν τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός, όπως Ευαγγέλιο, Βασιλεία καί στρατεία. Βέβαια, όλοι αυτοί οι όροι είναι κτιστά ρήματα καί νοήματα πού θέλουν νά εκφράσουν, όσο είναι δυνατόν, τήν άκτιστη πραγματικότητα, τήν εμπειρία τής ακτίστου δόξης τού Θεού. Έτσι, άλλο είναι η θεία αποκάλυψη πού είναι μέθεξη τής ακτίστου πραγματικότητος, πού γίνεται χωρίς κτιστά ρήματα καί νοήματα, καί άλλο είναι η μεταφορά αυτής τής ακτίστου πραγματικότητος μέ κτιστά ρήματα καί νοήματα.
Ειδικότερα σήμερα θά αναφερθώ σέ έναν καινοδιαθηκικό όρο πού χαρακτηρίζει τήν νέα πραγματικότητα στόν κόσμο, πού δημιουργήθηκε μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού καί τήν Πεντηκοστή. Καί αυτός ο όρος είναι η «οδός».
1. «Τά περί τής οδού»
Στό βιβλίο τών «Πράξεων τών Αποστόλων» ο Χριστιανισμός χαρακτηρίζεται ως οδός καί οι Χριστιανοί ως βαδίζοντες αυτήν τήν οδόν. Γράφοντας γιά τόν Απόστολο Παύλο, πού απεστάλη ως Σαούλ στήν Δαμασκό γιά νά συλλάβη τούς Χριστιανούς, σημειώνει: «Ητήσατο παρ’ αυτού (παρά τού αρχιερέως) επιστολάς εις Δαμασκόν πρός τάς συναγωγάς, όπως εάν τινας εύρη τής οδού όντας, άνδρας τε καί γυναίκας, δεδεμένους αγάγη εις Ιερουσαλήμ» (Πράξ. θ', 2). Δηλαδή, εδώ μέ τόν όρο «τής οδού όντας» εννοεί τούς Μαθητάς τού Χριστού, τούς Χριστιανούς. Σέ άλλο σημείο λέγεται: «Εγένετο δέ κατά τόν καιρόν εκείνον τάραχος ουκ ολίγος περί τής οδού» (Πράξ. ιθ', 23), δηλαδή περί τής νέας πίστεως. Στήν Έφεσο ο Απόστολος Παύλος, μετά τήν επιστροφή του στόν Χριστό, παρέμεινε τρείς μήνες καί πήγαινε στήν συναγωγή «διαλεγόμενος καί πείθων τά περί τής βασιλείας τού Θεού», αλλά μερικοί από τους Ιουδαίους «εσκληρύνοντο καί ηπείθουν κακολογούντες τήν οδόν ενώπιον τού πλήθους» (Πράξ. ιθ', 8-9), δηλαδή κακολογούσαν τήν οδό, τήν νέα πίστη πού έφερε ο Χριστός καί ζούσαν μέ αυτήν οι Μαθητές Του. Στήν απολογία του ο Απόστολος Παύλος πρός τούς Ιουδαίους, ενώπιον τού χιλιάρχου ονομάζει πάλι τόν Χριστιανισμό οδόν, όταν λέγη «ταύτην τήν οδόν εδίωξα μέχρι θανάτου, δεσμεύων καί παραδιδούς εις φυλακάς άνδρας τε καί γυναίκας» (Πράξ. κβ', 4). Ενώπιον τού Ρωμαίου ηγεμόνος Φήλικος, ο Απόστολος Παύλος απολογήθηκε γιά τήν νέα πίστη, τήν οποία οι Ιουδαίοι αποκαλούσαν αίρεση καί τήν χαρακτηρίζει οδόν. «Ομολογώ δέ τούτό σοι ότι κατά τήν οδόν ήν λέγουσιν αίρεσιν ούτω λατρεύω τώ πατρώω Θεώ» (Πράξ. κδ', 14). Μετά τήν απολογία του ο ηγεμόνας Φήλιξ ανέβαλε νά εκδώση απόφαση, γιατί γνώριζε καλύτερα τά τής νέας πίστεως-διδασκαλίας, γι’ αυτό γράφουν οι «Πράξεις τών Αποστόλων»: «Ακούσας δέ ταύτα ο Φήλιξ ανεβάλετο αυτούς, ακριβέστερον ειδώς τά περί τής οδού» (Πράξ. κδ', 22). Η νέα χριστιανική πίστη πολλές φορές ονομάσθηκε «οδός σωτηρίας» (Πράξ. ιστ', 17), «οδός τού Κυρίου» (Πράξ. ιη', 25), καί «οδός τού Θεού» (Πράξ. ιη', 26).
Υπάρχουν τρία χωρία στά οποία γίνεται λόγος γιά Χριστιανούς, (Πράξ. ια', 26. κστ', 28. Α’ Πετρ. δ', 16), αλλά δέν υπάρχει καμμία λέξη πού νά χαρακτηρίζη τήν νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός ως Χριστιανισμό. Αντίθετα, υπάρχουν άλλοι όροι, μεταξύ τών οποίων η οδός, όπως είδαμε προηγουμένως.
Ο Απόστολος Παύλος, αναφερόμενος στήν εν Χριστώ ζωή του καί σέ όλες τίς αποκαλύψεις πού δέχθηκε καί τήν διδασκαλία του, κάνει λόγο γιά «τάς οδούς μου τάς εν Χριστώ» ( Α' Κορ. δ', 17). Στήν πρός Εβραίους επιστολή του, αναφερόμενος στήν «είσοδον τών αγίων εν τώ αίματι τού Ιησού», λέγει: «ήν ενεκαίνισεν ημίν οδόν πρόσφατον καί ζώσαν διά τού καταπετάσματος τουτ’ έστι τής σαρκός αυτού» (Εβρ. ι', 19-21).
Η νέα ζωή πού έφερε στόν κόσμο ο Χριστός χαρακτηρίσθηκε από τήν αρχή καί οδός, αφού πρόκειται γιά μιά πορεία μέθεξης τών αγαθών τής ενανθρωπήσεως τού Χριστού καί μυήσεως στήν Βασιλεία τού Θεού. Άλλωστε, ο Ίδιος ο Χριστός είπε: «εγώ ειμί η οδός, η αλήθεια καί η ζωή ουδείς έρχεται πρός τόν πατέρα ει μή δι’ εμού» (Ιω. ιδ', 6). Η κοινωνία μέ τόν Χριστό είναι πορεία στήν νέα οδό πού οδηγεί στόν Πατέρα. Ο ιερός Νικόλαος Καβάσιλας έχοντας υπ’ όψη του αυτόν τόν λόγο γράφει ότι «αυτός (ο Χριστός) μέν εστιν, ώ δυνάμεθα βαδίζειν, αυτός εστιν η οδός, καί πρός γε ότι τό κατάλυμα τής οδού καί τό πέρας».
Φαίνεται ότι στήν αρχαία Εκκλησία έκαναν πολύ λόγο γιά τήν οδό, τήν νέα πορεία πού έφερε ο Χριστός στούς ανθρώπους. Νά υπενθυμίσουμε τήν «Διδαχή τών Δώδεκα Αποστόλων» όπου γίνεται λόγος γιά τίς δύο οδούς. «Οδοί δύο εισί, μία τής ζωής καί μία τού θανάτου, διαφορά δέ μεταξύ τών δύο αυτών». Μέσα σέ αυτήν τήν προοπτική καί ο άγιος Ιγνάτιος ο Θεοφόρος χαρακτηρίζει τούς Χριστιανούς «συνόδους», δηλαδή συνοδοιπόρους, πού είναι ναοί τού Αγίου Πνεύματος. «Εστέ ούν καί σύνοδοι πάντες, θεοφόροι καί ναοφόροι, χριστοφόροι, αγιοφόροι». Ακόμη αποκαλεί τούς Χριστιανούς «θεοδρόμους», γιατί η όδός αυτή οδηγεί στόν Ουρανό.
Η οδός τήν οποία ακολουθούν οι Μαθητές τού Χριστού ξεκινά από τόν Προφήτη καί καταλήγει στόν Χριστό, δηλαδή από τήν Παλαιά Διαθήκη προχωρούν στήν Καινή Διαθήκη, από τήν ακρόαση τών Προφητών προχωρούν στήν μέθεξη τού σεσαρκωμένου Λόγου καί δι’ Αυτού ανέρχονται στόν ουρανό. Αυτή είναι η οδός πού οδηγεί στόν Χριστό, αφού από τήν ακρόαση τού Λόγου ή περί τού Λόγου, οδηγούμαστε στήν θεωρία τού Λόγου. Καί βέβαια, αυτό δέν σημαίνει τήν γνώση μόνον τού κατά σάρκα Χριστού, αλλά κυρίως τού κατά πνεύμα Χριστού, τού Χριστού τής αποκαλύψεως, τής φανερώσεως (πρβλ. Β', Κορ. ε', 16).
Χαρακτηριστικό παράδειγμα τής νέας οδού είναι η πρώτη κλήση τού Ανδρέου καί Ιωάννου στό αποστολικό αξίωμα, πού ήταν μαθητές τού Ιωάννου τού Προδρόμου καί εκλήθηκαν στό αποστολικό αξίωμα. Βρίσκονταν μαζί μέ τόν Τίμιο Πρόδρομο, όταν τόν άκουσαν νά τούς υποδεικνύη τόν Χριστό: «ίδε ο αμνός τού Θεού», καί αμέσως Τόν ακολούθησαν. Τότε εστράφη ο Χριστός «καί θεασάμενος αυτούς ακολουθούντας λέγει αυτοίς τί ζητείτε;» Καί όταν οι μαθητές ζήτησαν νά μάθουν πού μένει, Εκείνος τούς απάντησε: «έρχεσθε καί ίδετε». Καί ομολογεί ο Ευαγγελιστής Ιωάννης, πού ήταν ένας από αυτούς: «ήλθον ούν καί είδον πού μένει, καί παρ’ αυτώ έμειναν τήν ημέραν εκείνην» (Ιω. α’, 35-41).
Ερμηνεύοντας κανείς αυτό τό περιστατικό μπορεί νά δώση μιά εξωτερική ιστορική καί κοινωνική ερμηνεία, πού κάνει λόγο γιά μιά περιέργεια γιά τό πού μένει ο Χριστός, γιά τήν πρόσκληση καί τήν αποδοχή της, ως καί τήν διαμονή τους στήν οικία πού έμενε ο Χριστός. Όμως, στήν εκκλησιαστική παράδοση γίνεται λόγος γιά τό ότι πρόκειται γιά μιά οδό, από τήν κοινωνία μέ τόν Ιωάννη τόν Πρόδρομο στήν κοινωνία μέ τόν Χριστό, γιά τήν πορεία από τόν προφητικό λόγο στήν μέθεξη τού ακτίστου Λόγου, από τήν κάθαρση στήν θεωρία.
Ο ιερός Θεοφύλακτος Αρχιεπίσκοπος Βουλγαρίας προσφέρει αυτήν τήν πνευματική ερμηνεία. Σύμφωνα μέ αυτήν ο Ανδρέας καί ο Ιωάννης «τού ατρόφου ήσαν μαθηταί», δηλαδή τού Ιωάννου τού Προδρόμου, καί αφού τόν άκουσαν νά ομιλή περί τού Χριστού, τόν ακολούθησαν καί Εκείνος έδειξε τήν δόξα τού προσώπου Του. «Πρός τούς ακολουθούντας αυτώ στρέφεται ο Ιησούς, καί δεικνύει αυτοίς τό εαυτού πρόσωπον». Πρόκειται γιά αποκάλυψη τού προσώπου τού Χριστού, πού γίνεται από τόν Ίδιον τόν Χριστό σέ αυτούς πού τόν ακολουθούν. Τό νά ακολουθή κανείς τόν Χριστό σημαίνει νά τηρή τόν λόγο Του, διά τής πρακτικής ζωής καί τότε φθάνει στόν φωτισμό τής γνώσεως. «Ει μή γάρ διά τής αγαθής πράξεως ακολουθήσης τώ Ιησού, ουκ άν φθάσης εις θεωρίαν τού προσώπου Κυρίου, ουδέ απελεύση πρός τήν κατανομήν αυτού, τουτέστιν, ου φθάσεις εις τόν τής θείας γνώσεως φωτισμόν». Αυτό είναι σημαντικό γιατί «οικία τού Χριστού τό φώς."Φώς γάρ, φησίν, οικών απρόσιτον"». Καί συμπεραίνει ο ιερός Θεοφύλακτος: «Ο γάρ τοι μή καθάρας εαυτόν, καί διά τής καθάρσεως ακολουθήσας, πώς εν γνώσει φωτισθήσεται;».
Τό περιστατικό αυτό τής συναντήσεως τών δύο Μαθητών μέ τόν Χριστό δέν κινείται απλώς στήν επιφάνεια, δέν είναι ένα εξωτερικό-ιστορικό γεγονός, αλλά αποκάλυψη τού Ίδιου τού Χριστού στούς δύο Μαθητές. Πρόκειται γιά ένα περιστατικό μεταμορφώσεως τού Χριστού, μιά θαβώρεια εμπειρία.

Αυτή είναι η οδός πρός τήν ζωή. Πρώτα κανείς ακούει γιά τόν Χριστό από τούς Προφήτας, έπειτα ακολουθεί τόν Χριστό, δέχεται τήν φανέρωση τού προσώπου Του, καί οδηγείται στό Φώς, πού είναι η πραγματική οικία Του.
Τήν οδό ως τρόπο βιώσεως τής ζωής τού Χριστού μπορούμε νά τήν ερμηνεύσουμε μέ δύο επί μέρους έννοιες, ήτοι τήν «Βασιλεία τού Θεού» καί τήν «κοινωνία θεώσεως».


2. «Βασιλεία τού Θεού»
Πολλές φορές στήν Καινή Διαθήκη γίνεται λόγος γιά τήν Βασιλεία τού Θεού καί μέ αυτόν τόν όρο χαρακτηρίζεται η μέθεξη τής ζωής τού Θεού. Ο Χριστός, στίς Παραβολές Του, έκανε επανειλημμένως λόγο γιά τήν Βασιλεία τού Θεού, τήν Βασιλεία τών Ουρανών. Μάλιστα καί στήν Κυριακή προσευχή παρακαλούμε τόν Πατέρα λέγοντας: «ελθέτω η Βασιλεία σου» (Ματθ. στ', 10).
Τά περί τής Βασιλείας τού Θεού καί τά περί τής οδού πρός τήν Βασιλεία τού Θεού ερμηνεύονται από έναν σημαντικό λόγο τού Χριστού πρός τούς Μαθητάς Του. «Αμήν λέγω υμίν ότι εισί τινες τών ώδε εστηκότων, οίτινες ου μή γεύσωνται θανάτου έως άν ίδωσι τήν βασιλείαν τού Θεού εληλυθυίαν εν δυνάμει» (Μάρκ. θ', 1). Τό ερώτημα πού τίθεται είναι σέ ποιά Βασιλεία αναφέρεται ο Χριστός, ποιά είναι αυτή η Βασιλεία καί πώς έρχεται εν δυνάμει, πρίν τήν γεύση τού θανάτου. Από τά επόμενα, στά οποία γίνεται λόγος γιά τήν Μεταμόρφωσή Του στό όρος Θαβώρ, φαίνεται καθαρά ότι η Βασιλεία τού Θεού αναφέρεται στό γεγονός τής Μεταμορφώσεως τού Χριστού, στό οποίο παρευρέθηκαν τρείς Μαθητές, είναι η φανέρωση τού Χριστού στό Φώς, πού γίνεται μέ τό Άγιον Πνεύμα. Η όραση αυτού τού Φωτός είναι η μέθεξη τής Βασιλείας τού Θεού.
Είναι χαρακτηριστική στό σημείο αυτό η ερμηνεία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά. Ερμηνεύοντας τό χωρίο αυτό λέγει ότι «πανταχού εστιν ο τού παντός βασιλεύς καί πανταχού εστιν η βασιλεία αυτού». Οπότε, τό «έρχεσθαι τήν βασιλείαν τού Θεού» δέν σημαίνει ότι έρχεται «άλλοθεν αλλαχόσε», «αλλά τό φανερούσθαι ταύτην τή δυνάμει τού θείου Πνεύματος». Καί αυτή η δύναμη τού Αγίου Πνεύματος δέν έρχεται στούς τυχόντας, αλλά σέ εκείνους πού στέκονται μαζί μέ τόν Κύριο «τουτέστι τοίς εστηριγμένοις εν τή πίστει αυτού καί τοίς κατά Πέτρον καί Ιάκωβον καί Ιωάννην καί τούτους αναφερομένους υπό τού λόγου πρότερον εις όρος υψηλόν, δηλονότι τής φυσικής ημών ταπεινότητος υπεραναβιβαζομένοις». Σέ μιά τέτοια θεοπτία ο Θεός καταβαίνει «τής οικείας περιωπής» καί αυτός ανάγει ημάς «εκ τής κάτωθεν ταπεινώσεως, ίνα χωρισθή μετρίως γούν γεννητή φύσει καί όσον ασφαλές ο αχώρητος».
Είναι φανερό ότι η Βασιλεία τού Θεού δέν είναι μιά κτιστή πραγματικότητα, δέν είναι η σωματική παρουσία τού ανθρώπου σέ κάποιο μέρος, δέν είναι μιά τυπική καί μηχανική παρακολούθηση ενός γεγονότος, ακόμη καί η συμμετοχή μας στήν θεία Ευχαριστία, αλλά είναι η θέα τού ακτίστου Φωτός στήν υπόσταση τού Λόγου πού γίνεται από εκείνους πού βρίσκονται σέ μιά τέτοια πνευματική κατάσταση ώστε νά μεθέξουν τής ακτίστου Χάριτος τού Θεού ως Παραδείσου. Αυτό γίνεται καί στήν θεία Ευχαριστία, αλλά μόνον από εκείνους πού έλαβαν τό Άγιον Πνεύμα καί ανέβηκαν στό όρος τής θεοπτίας, μαζί μέ τούς τρείς Αποστόλους, τόν Πέτρο, τόν Ιάκωβο καί τόν Ιωάννη.


3. «Κοινωνία θεώσεως»
Τόν όρο «κοινωνία θεώσεως» γιά τήν Εκκλησία τού Χριστού τόν συναντούμε στήν διδασκαλία τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά καί αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία, γιατί δείχνει πώς εννοείται ότι ένας άνθρωπος είναι μέλος τής Εκκλησίας τού Χριστού.
Ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς αναφερόμενος σέ χωρίο τού αγίου Γρηγορίου τού Θεολόγου γιά τούς τρείς σεισμούς, αναλύει τό θέμα αυτό. Λέγει ότι πρώτος σεισμός έγινε όταν θαυματουργούσε ο Θεός διά τού Μωϋσέως καί μέ αυτόν οι Εβραίοι μετατέθηκαν «από τής τών ειδώλων προσκυνήσεως επί τήν αμυδράν μέν, αληθή δέ θεογνωσίαν». Ο δεύτερος σεισμός έγινε «επί τού Υιού καί τού αγίου Πνεύματος», κατά τόν οποίο οι Ιουδαίοι μεταρρυθμίζονταν από τόν νόμο στό Ευαγγέλιο καί κάθε έθνος εκαλείτο «πρός τήν ευαγγελιζομένην κοινωνίαν τής θεώσεως». Καί ο τρίτος σεισμός έγινε όταν ο Χριστός βάδιζε μόνος διά τού σταυρού στήν αληθινή έρημο, δηλαδή τόν θάνατο καί τόν άδην καί φανερωνόταν στό μέσον τού λαού τών Ιουδαίων καί η γή σείσθηκε αισθητώς διά τής θεοσημίας εκ τών ουρανών.
Από τό παράθεμα αυτό τού αγίου Γρηγορίου τού Παλαμά θά ήθελα νά κρατήσω τά τού δευτέρου σεισμού, όταν μέ τήν ενανθρώπηση τού Χριστού κάθε έθνος εκαλείτο «πρός τήν ευαγγελιζομένην κοινωνίαν τής θεώσεως». Αυτή η φράση δείχνει ότι η ζωή μέσα στήν Εκκλησία δέν είναι μιά τυπική καί μηχανική διδασκαλία, αλλά είναι «κοινωνία θεώσεως», πού σημαίνει ότι οι Χριστιανοί, τά μέλη τής Εκκλησίας, βρίσκονται σέ πορεία θεώσεως, είναι θεούμενοι, μετέχουν κατά διαφόρους βαθμούς τής θεοποιού ζωής. Τά μυστήρια τής Εκκλησίας, η μετάνοια τού ανθρώπου, ο αγώνας γιά τήν μεταμόρφωση τού εσωτερικού του κόσμου κλπ γίνονται μέ τήν ενέργεια τού Αγίου Πνεύματος. Στούς αναβαθμούς ψάλλουμε: «Αγίω Πνεύματι προσπηγάζει πάσα σοφία ένθεν χάρις Αποστόλοις καί τοίς άθλοις καταστέφονται Μάρτυρες καί Προφήται ορώσιν».
Κατά τήν διδασκαλία τών Πατέρων τής Εκκλησίας, στόν Τριαδικό Θεό ο ενεργών είναι τό Πρόσωπο-Υπόσταση, τό ενεργητικό είναι η φύση, η ενέργεια είναι η ουσιώδης κίνηση τής φύσεως, πού είναι ενυπόστατη, καί τό ενέργημα είναι τό αποτέλεσμα τής ακτίστου ενεργείας. Έτσι, όταν η ενέργεια δημιουργή τήν κτίση λέγεται ουσιοποιός, όταν τήν ζωοποιή λέγεται ζωοποιός, όταν τήν συντηρή χαρακτηρίζεται προνοητική, όταν δίδη σοφία καί γνώση λέγεται σοφοποιός καί όταν θεώνη τόν άνθρωπο ονομάζεται θεοποιός ενέργεια. Μεταξύ τών ενεργειών τού Θεού είναι η καθαρτική, πού καθαρίζει τόν άνθρωπο από τά πάθη του, η φωτιστική πού φωτίζει τόν νού του καί η θεοποιός πού τόν θεώνει.
Τό ότι η Εκκλησία λέγεται «κοινωνία θεώσεως» δηλώνει ότι τά μέλη της συμμετέχουν, κατά διαφόρους βαθμούς, στήν άκτιστη ενέργεια τού Θεού. Καί μέ αυτό δέν εννοείται η ουσιοποιός, ζωοποιός καί σοφοποιός ενέργεια στήν οποία μετέχει όλη η κτίση, αλλά κυρίως η θεοποιός, πού συντελεί στήν πορεία πρός τήν θέωση καί αυτό σημαίνει ότι προηγείται η καθαρτική καί φωτιστική ενέργεια.
Γίνεται φανερό ότι, όταν κανείς δέχεται τά περί προσώπου – υποστάσεως στόν Θεό, όταν αποδέχεται τήν διδασκαλία τής Εκκλησίας γιά τό μυστήριο τής αδιαιρέτου διαιρέσεως τής ακτίστου ουσίας καί ακτίστου ενεργείας στόν Θεό, καί ότι η ενέργεια τού Θεού είναι μεθεκτή, ενώ η ουσία Του είναι αμέθεκτη, αλλά συγχρόνως δέν αποδέχεται τά περί καθαρτικής, φωτιστικής καί θεοποιού ενεργείας τού Θεού, σημαίνει ότι έχει σοβαρή έλλειψη στήν θεολογία του καί κατ’ επέκταση στήν εκκλησιολογία του, δέν ανήκει στήν «κοινωνία τής θεώσεως».
Θά πρέπει νά αναφερθή ένα καταπληκτικό χωρίο τού Αποστόλου Παύλου, στό οποίο γίνεται λόγος γιά τό πώς οι Χριστιανοί αντιλαμβάνονται ότι έχουν τό Άγιον Πνεύμα καί κατά πόσον ανήκουν στόν Χριστό.
Στήν πρός Ρωμαίους επιστολή του γράφει ο Απόστολος Παύλος: «όσοι γάρ Πνεύματι Θεού άγονται, ούτοι εισίν υιοί Θεού. ου γάρ ελάβετε πνεύμα δουλείας πάλιν εις φόβον, αλλ’ ελάβετε πνεύμα υιοθεσίας» (Ρωμ. η', 14).
Αυτό σημαίνει ότι υιοί Θεού δέν είναι απλώς οι δημιουργημένοι από τόν Θεό, πού λέγονται κτίσματα, αλλά εκείνοι πού έλαβαν τήν δωρεά τού Αγίου Πνεύματος μέ τό Βάπτισμα καί τήν εν Χάριτι αναγέννησή τους καί όσοι άγονται, δηλαδή καθοδηγούνται από τό Άγιον Πνεύμα. Η μέθεξη τού Αγίου Πνεύματος δέν είναι μία στατική καί τυπική κατάσταση, αλλά μία δυναμική πορεία, μία οδός, πού ταυτίζεται μέ τό χάρισμα τής υιοθεσίας.
Στήν συνέχεια, γράφει ο Απόστολος: «εν ώ κράζομεν αββά ο πατήρ» (Ρωμ. η', 16). Η εν Πνεύματι υιοθεσία δέν είναι μία ιδεατή καί κληρονομική κατάσταση, αλλά πραγματική, πού αποδεικνύεται από τήν προσευχή στήν καρδιά καί μάλιστα τήν νοερή-καρδιακή προσευχή. Κράζομεν, λέγει ο Απόστολος Παύλος, καί αποκαλούμε τόν Θεό Πατέρα. Η αίσθηση τής πατρότητος αποδεικνύεται εμπειρικά, διά τής προσευχής. Οι αρχαίοι Χριστιανοί ένοιωθαν τόν Θεό ως Πατέρα καί προσεύχονταν σέ Αυτόν.
Αμέσως μετά ο Απόστολος Παύλος αναφέρεται στήν συνέργεια μεταξύ Θεού καί ανθρώπου, στό πώς μεταφράζεται καί βιώνεται αυτή η σχέση τού ανθρώπου μέ τόν Θεό, όταν γράφη: «Αυτό τό Πνεύμα συμμαρτυρεί τώ πνεύματι ημών ότι εσμέν τέκνα Θεού» (Ρωμ. η', 16). Πρόκειται γιά μιά συμμαρτυρία, αφού η ψυχή μας, τό πνεύμα μας, συμμαρτυρεί μέ τό Άγιον Πνεύμα ότι είμαστε τέκνα Θεού. Αυτή η συμμαρτυρία είναι η νοερά-καρδιακή προσευχή, όπως τήν συναντούμε στά μετέπειτα πατερικά κείμενα πού είναι ένδειξη καί φανέρωση τής θείας υιοθεσίας.
Τό σημαντικό είναι ότι, κατά τήν διδασκαλία τού Αποστόλου Παύλου, όσοι ζούν κατ’ αυτόν τόν πνευματικό τρόπο τήν υιοθεσία, αυτοί είναι πραγματικά μέλη τής Εκκλησίας τού Χριστού, γι’ αυτό γράφει: «υμείς δέ ουκ εστέ εν σαρκί, αλλά εν πνεύματι, είπερ Πνεύμα Θεού οικεί εν υμίν» (Ρωμ. η', 8). Ο άνθρωπος πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα μέσα στήν καρδιά του είναι σαρκικός καί γι’ αυτόν τόν λόγο «τό γάρ φρόνημα τής σαρκός θάνατος, τό δέ φρόνημα τού πνεύματος ζωή καί ειρήνη» (Ρωμ. η', 7). Ο σαρκικός άνθρωπος, πού δέν έχει τό Άγιον Πνεύμα, είναι νεκρός κατά Χάριν. Καί βεβαίως «ει δέ τις Πνεύμα Χριστού ουκ έχει, ούτος ουκ εστιν αυτού» (Ρωμ. η', 9), δηλαδή δέν ανήκει στόν Χριστό καί δέν είναι πραγματικό μέλος Του καί τής Εκκλησίας Του, πού είναι τό Σώμα Του.
Από αυτήν τήν μικρή ανάλυση εξάγεται τό συμπέρασμα ότι η υιοθεσία τού Χριστιανού από τόν Χριστό φανερώνεται μέ τήν μέθεξη τού Αγίου Πνεύματος καί αυτή επιβεβαιώνεται μέ τήν νοερά-καρδιακή προσευχή. Αυτή η προσευχή είναι οι ύμνοι καί οι ωδές οι πνευματικές πού άδει κανείς στήν καρδιά (Εφ. ε', 19). Όσοι έχουν αυτήν τήν προσευχή καί τό πνεύμα τους συμμαρτυρεί στό πνεύμα τού Θεού ότι είναι τέκνα Θεού, δέν είναι σαρκικοί, αλλά πνευματικοί, δέν είναι νεκροί πνευματικά, αλλά έχουν ζωή, καί αυτοί ανήκουν στόν Χριστό.
Ο άγιος Μάξιμος ο Ομολογητής, στήν «Μυσταγωγία» του, κάνει λόγο γιά τρείς κινήσεις. Η πρώτη κίνηση είναι η είσοδος στόν Ναό, πού σημαίνει τήν επιστροφή τών απίστων από τήν άγνοια καί τήν πλάνη τους στήν επίγνωση τού Θεού, καθώς επίσης καί τήν μετατόπιση τών πιστών από τήν κακία καί τήν αγνωσία στήν αρετή καί τήν γνώση. Η δεύτερη κίνηση είναι μετά τήν αποχώρηση τών κατηχουμένων, πού γίνεται μετά τήν ανάγνωση τού ιερού Ευαγγελίου, καί επομένως δηλώνει τήν απομάκρυνση τών υλικών καί τήν είσοδο τών αξίων «εις τόν νοητόν κόσμον, ήτοι τόν νυμφώνα τού Χριστού», δηλαδή τήν βίωση τής εσχατολογικής πραγματικότητας ως παρούσας κατάστασης. Καί η τρίτη κίνηση είναι τής ψυχής από τήν περιπλάνησή της στά σχήματα καί τίς μορφές πού προκαλεί η προσενατένιση στά αισθητά, στήν «εν πνεύματι φυσικήν θεωρίαν» καί στήν «επί τήν γνώσιν τής εκφανούς αυτήν άγοντα θεολογίας, μετά τών πάντων διάβασιν καί τήν ίσην τοίς αγγέλοις κατά τό εφικτόν αυτή παρεχόμενον νόησιν».
Είναι φανερό ότι η «Μυσταγωγία», δηλαδή η θεία Ευχαριστία, δέν ερμηνεύεται μόνον ιστορικά, ως μετάβασή μας στόν Ναό, αλλά συγχρόνως καί εσχατολογικά, ως βίωση τών εσχάτων, καί επί πλέον ασκητικά-νηπτικά-ησυχαστικά. Κατά τόν άγιο Μάξιμο τόν Ομολογητή, συνδέονται στενότατα τά μυστήρια μέ τήν βίωση τής πρακτικής φιλοσοφίας, τής φυσικής θεωρίας καί τής μυστικής θεολογίας, όπως φαίνεται σέ όλα τά έργα του. Η οδός τού Θεού είναι η κάθοδος τού νοός στήν καρδιά, διά τής Χάριτος τού Θεού, καί στήν συνέχεια η ανάβασή του στόν Θεό καί η μέθεξη όλων τών αιωνίων αγαθών. Όποιος απορρίπτει τόν ησυχασμό μειώνει τήν εσχατολογική θεώρηση τού μυστηρίου τής θείας Ευχαριστίας, αλλά καί τήν οδό πρός τήν Βασιλεία τού Θεού.
Στίς ημέρες μας γίνεται ευρύτατος λόγος γιά τό άν ο Χριστιανισμός είναι θρησκεία ή Εκκλησία. Βεβαίως, δέν είναι θρησκεία μέ τόν τρόπο πού αποδίδεται σέ άλλες θρησκείες, αφού είναι «θρησκεία καθαρά», αλλά είναι κυρίως καί πρό παντός Εκκλησία. Επειδή όμως είναι ενδεχόμενο καί ο όρος Εκκλησία νά ιδεολογοποιηθή καί νά εκκοσμικευθή, γι’ αυτό καί τήν Εκκλησία πρέπει νά τήν εννοούμε ως Σώμα Χριστού μέ τίς τρείς αυτές φράσεις πού ανέφερα προηγουμένως, ήτοι «οδός» πρός τήν ζωή, «Βασιλεία Θεού» καί «κοινωνία θεώσεως».
Πρόκειται γιά μιά διαρκή πορεία πρός τήν μέθεξη τής ακτίστου θεοποιού Χάριτος τού Θεού, μιά πορεία από τό κατ’ εικόνα στό καθ’ ομοίωση. Κατά τόν άγιο Μάξιμο αυτή η οδός είναι «αεικίνητος στάσις» καί «στάσιμος κίνησις». Δέν είναι μιά στατική κατάσταση καί ενέργεια, αλλά μιά διαρκής πορεία ανακαινίσεως καί αναγεννήσεως τού ανθρώπου. Τό άγιον Βάπτισμα καί τό άγιον Χρίσμα είναι αρχή τής οδού αυτής, η θεία Ευχαριστία είναι ο τόπος καί ο χώρος τής φανερώσεως τής Βασιλείας τού Θεού, αλλά χρειάζεται μιά διαρκής μετάνοια καί ανακαίνιση, πού γίνεται μέ τήν ενέργεια τού Θεού καί τήν δική μας συνέργεια, γιά τήν προσωπική μέθεξη τής Χάριτος τού Θεού, πού υπάρχει στήν Εκκλησία. Μέσα από αυτήν τήν προοπτική βλέπω καί τήν Εκκλησία τού Χριστού, καί τά μέλη της πού είναι μέλη τού Σώματος τού Χριστού. Οι Χριστιανοί είναι οι διαρκώς βαδίζοντες τήν οδό πρός τήν σωτηρία.
Αυτά είναι «τά περί τής οδού».
Μακάριοι οι οδοιπόροι πρός τήν ζωή.–
Αναγεννητική πορεία
Ο Απόστολος Παύλος ομιλεί γιά κάλυμμα στό πρόσωπο καί γιά ανακεκαλυμμένο πρόσωπο. Τό κάλυμμα στό πρόσωπο τών συγχρόνων ανθρώπων συνδέεται μέ τό κάλυμμα τής καρδίας, πράγμα πού σημαίνει ότι η άρση τού καλύμματος είναι η κάθαρση καί ο φωτισμός τής καρδίας, καί αυτό είναι η σφραγίδα τού αρραβώνα τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Εδώ δίνεται μιά ερμηνεία τού τί είναι τό προσωπείο=κάλυμμα=μάσκα καί τί είναι τό πρόσωπο κατά τόν Απόστολο Παύλο. Πρόκειται γιά τήν διαφορά μεταξύ πωρώσεως τής καρδίας καί σφραγίδας τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Τό πρόσωπο εδώ δέν ερμηνεύεται μέ φιλοσοφικούς όρους, μέ κοινωνικούς καί φιλοσοφικούς στοχασμούς, αλλά μέ τήν εμπειρία τού Αγίου Πνεύματος στήν καρδιά. Άν δέν υπάρχη τό Άγιον Πνεύμα στήν καρδιά, τότε υπάρχει τό κάλυμμα, τό προσωπείο.
Ο Απόστολος Παύλος μάς δίνει καί μιά άλλη εμπειρία τού ανακεκαλυμμένου προσώπου, αφού τό συνδέει μέ τόν κατοπτρισμό τής δόξης τού Θεού. Ο άνθρωπος είναι δημιουργημένος κατ' εικόνα Θεού, καί αυτό τό κατ' εικόνα είναι ο καθρέπτης διά τού οποίου βλέπει τό Φώς τού Θεού. Η όραση τού ακτίστου Φωτός γίνεται έσωθεν διά τής καρδίας. Αυτή η όραση είναι μεταμόρφωση τού ανθρώπου, πού δέν έχει τέλος, γιατί γίνεται «από δόξης εις δόξαν».
Σέ αυτήν τήν πνευματική κατάσταση λάμπει τό Φώς στήν καρδιά, ο άνθρωπος φθάνει στήν θέωση καί αποκτά τήν πραγματική θεολογία πού είναι η γνώση «τής δόξης τού Θεού εν προσώπω Ιησού Χριστού» (Β' Κορ. δ', 6). Έτσι ο άνθρωπος είναι πρόσωπο, όχι απλώς επειδή έχει ελευθερία καί λογική καί σκέπτεται ελεύθερα, αλλά γιατί ενεργοποιεί τήν λεγομένη υποστατική αρχή στήν καρδιά του. Τό πρόσωπο συνδέεται στενά μέ τήν χρίση καί σφραγίδα τού αρραβώνος τού Πνεύματος στήν καρδιά, μέ τήν αποβολή τού καλύμματος τών παθών από τήν καρδιά καί τήν διαρκή μεταμόρφωση από δόξης σέ δόξα, συνδέεται μέ τήν όραση τού Φωτός τού Θεού. Οπότε, πρόσωπο είναι η αναγεννητική πορεία από τόν αρραβώνα τού Πνεύματος στήν όραση τής δόξης τού Θεού.


Πηγή:«Εκκλησιαστική Παρέμβαση» Ιούλιος 2011