Τρίτη 21 Απριλίου 2015

αγιος σιλουανός ο αθωνίτης το αδιάλειπτον της προσευχής


Το αδιάλειπτον της προσευχής 
του Αγίου Σιλουανού του Αθωνίτου

Συνέβη ποτέ το εξής: Μεταξύ των αδελφών του Μοναστηρίου ήτο είς πολύ καλός ασκητής, ο μοναχός Σπυρίδων, διαβιώσας εν τω κοινοβίω ήμισυν αιώνα. Εκ φύσεως ήτο άνθρωπος καρτερικός, δυνατός εις το σώμα και την ψυχήν, τα μάλα φιλόπονος, ανθεκτικός εις την άσκησιν, αληθής μοναχός.
Από της αρχής της μοναστηριακής αυτού ζωής ηγάπησε την προσευχήν του Ιησού και ενεκαρτέρησεν εις τούτο το «έργον», όπερ απαιτεί μεγάλην υπομονήν, προσοχήν και αυτοπεριορισμόν. Όπως και η πλειονότης των μοναχών του Αγίου Όρους, ο πατήρ Σπυρίδων ήτο απλούς, σχεδόν αγράμματος, αλλ’ ήτο άνθρωπος σοφός. Εκ της μακράς πείρας της νοεράς εργασίας απεκόμισε καθαράν αντίληψιν περί των μέτρων της ανθρωπίνης φύσεως και των ιδιωμάτων της ψυχής. Κατενόει ότι η νοερά προσευχή απαιτεί ελευθερίαν του νοός από παντός είδους εντυπώσεων, και δια της σταθερότητος της βαθείας πίστεως έφερε ταύτην την δυσβάστακτον δια το πλείστον των ανθρώπων άσκησιν...

Ο πατήρ Σπυρίδων είχε δύσκολον διακόνημα· ήτο οικονόμος εις το μοναστηριακόν μετόχιον της Κρουμίτσης, εις τα ΒΔ της χερσονήσου του Άθω. Οι κύριοι τομείς της οικονομίας εκεί ήσαν οι ελαιώνες και αι άμπελοι. Τα τελευταία τρία-τέσσερα έτη της ζωής αυτού διήλθεν εν τω μοναστηριακώ νοσοκομείω, επειδή έπασχεν εκ χρονίων ρευματισμών, οίτινες εστέρησαν αυτόν πάσης ικανότητος προς εργασίαν.

Άγιος Σιλουανός:περί ειρήνης και θυμού.


ΑΓΙΟΣ ΣΙΛΟΥΑΝΟΣ
Ὅλοι ἐπιθυμοῦν τὴν εἰρήνη, μὰ δὲν ξέρουν πῶς νὰ τὴν ἀποκτήσουν

Ὁ Μέγας Παΐσιος κυριεύθηκε ἀπὸ θυμὸ καὶ παρακάλεσε τὸν Κύριο νὰ τὸν ἐλευθερώσει ἀπὸ αὐτὸ τὸ πάθος. Ὁ Κύριος ἐμφανίστηκε σ᾿ αὐτὸν καὶ τοῦ εἶπε: «Παΐσιε, ἂν θέλεις νὰ μὴν ὀργίζεσαι, μὴν ἐπιθυμεῖς τίποτε, μὴ κρίνεις καὶ μὴ μισήσεις κανένα καὶ θὰ ἔχεις τὴν εἰρήνη». Ἔτσι κάθε ἄνθρωπος ποὺ κάνει τὸ θέλημά του νὰ ὑποχωρεῖ ἔναντι τοῦ Θεοῦ καὶ τῶν ἀνθρώπων, θὰ εἶναι πάντα εἰρηνικὸς στὴν ψυχή. Ὅποιος ὅμως ἀγαπᾶ νὰ κάνει τὸ θέλημά του, αὐτὸς δὲν θἄχει εἰρήνη. Ψυχὴ ποὺ παραδόθηκε στὸ θέλημα τοῦ Θεοῦ ὑποφέρει εὔκολα κάθε θλίψη καὶ κάθε ἀσθένεια· γιατὶ τὸν καιρὸ τῆς ἀσθένειας παραμένει στὴ θέα τοῦ Θεοῦ καὶ προσεύχεται: «Κύριε, Σὺ βλέπεις τὴν ἀσθένειά μου. Ἐσὺ ξέρεις πόσο ἁμαρτωλὸς καὶ ἀδύνατος εἶμαι· βοήθησε μὲ νὰ ὑπομένω καὶ νὰ εὐχαριστῶ τὴν ἀγαθότητά Σου». Καὶ ὁ Κύριος ἀνακουφίζει τὸν πόνο καὶ ἡ ψυχὴ αἰσθάνεται τὴν ἐγγύτητα τοῦ Θεοῦ καὶ μένει κοντὰ στὸν Θεὸ γεμάτη χαρὰ καὶ εὐγνωμοσύνη.

Ἂν ὑποστεῖς καμιὰν ἀποτυχία, σκέψου: «Ὁ Κύριος βλέπει τὴν καρδιά μου καὶ ἂν εἶναι θέλημά Του, ὅλα θὰ εἶναι γιὰ τὸ καλὸ τὸ δικό μου καὶ τῶν ἄλλων». Ἔτσι ἡ ψυχή σου θὰ ἔχει πάντα εἰρήνη. Ἀλλ᾿ ἂν ἀρχίζει κανεὶς νὰ παραπονεῖται: αὐτὸ δὲν εἶναι καλό, ἐκεῖνο δὲν εἶναι ὅπως πρέπει, τότε ποτὲ στὴν ψυχή του δὲν θὰ ὑπάρχει εἰρήνη, ἔστω κι ἂν νηστεύει καὶ προσεύχεται πολύ…

… Ὁ Κύριος μᾶς ἀγαπᾶ κι ἔτσι μποροῦμε νὰ μὴ φοβόμαστε τίποτε, ἐκτὸς ἀπὸ τὴν ἁμαρτία· γιατὶ ἐξαιτίας τῆς ἁμαρτίας χάνεται ἡ χάρη καὶ χωρὶς τὴν χάρη τοῦ Θεοῦ ὁ ἐχθρὸς παρασύρει τὴν ψυχή, ὅπως παρασύρει ὁ ἄνεμος τὰ ξερὰ φύλλα ἢ τὸν καπνό. … 

Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: Ο φωτισμένος ασκητής των νεώτερων χρόνων


Άγιος Νικόδημος ο Αγιορείτης: 
Ο φωτισμένος ασκητής των νεώτερων χρόνων

ΛΑΜΠΡΟΥ Κ. ΣΚΟΝΤΖΟΥ Θεολόγου - Καθηγητού

Στις 14 Ιουλίου η Εκκλησία μας εορτάζει τη μνήμη του αγίου Νικοδήμου του Αγιορείτη. Πρόκειται για μια σπουδαία εκκλησιαστική προσωπικότητα του 18ου αιώνα, η οποία έβαλε τη δική της σφραγίδα στην Εκκλησία και το Γένος μας την κρίσιμη εκείνη περίοδο, όπου η Οθωμανική αυτοκρατορία βρισκόταν στο απόγειο της δύναμής της. Συνετέλεσε επίσης στην αποσόβηση του κινδύνου της αλλοιώσεως του ορθοδόξου φρονήματος, από την επέλαση πολυαρίθμων παπικών και προτεσταντικών «ιεραποστόλων», οι οποίοι ασκούσαν ασφυκτικό προσηλυτισμό εις βάρος των υποδούλων Ορθοδόξων Ελλήνων. Ο άγιος Νικόδημος, με τον πολύπλευρο αγώνα του βοήθησε τα μέγιστα για τη σωτηρία της Ορθοδοξίας και του Ελληνισμού.

Γεννήθηκε στη Νάξο το 1749. Το κοσμικό του όνομα ήταν Νικόλαος Καλλιβρούτσης. Οι γονείς του Αντώνιος και Αθανασία φρόντισαν να του δώσουν χριστιανική ανατροφή και να τον μορφώσουν με το υστέρημά τους. Φοίτησε αρχικά στη Σχολή του Αγίου Γεωργίου στη Νάξο, έχοντας διδάσκαλο τον αδελφό του αγίου Κοσμά του Αιτωλού, Χρύσανθο. Στη συνέχεια πήγε στη Σμύρνη για ανώτερες σπουδές, στην περίφημη Ευαγγελική Σχολή. Ήταν τέτοια η επίδοσή του ώστε ο μητροπολίτης Ιερόθεος τον προόριζε για μελλοντικό διευθυντή της Σχολής. Σπούδασε Θεολογία, Φιλολογία, Φιλοσοφία, Οικονομία, Ιατρική, Αστρονομία, ακόμα και Στρατιωτικά. Έμαθε άπταιστα γαλλικά, ιταλικά και λατινικά, έχοντας ισχυρότατη μνήμη.

Αναγκαιότερη από όλες τις αρετές Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου




Αναγκαιότερη από όλες τις αρετές Αγίου Νικοδήμου Αγιορείτου
Δεν υπάρχει άλλη αρετή υψηλότερη και αναγκαιότερη από την ιερή Προσευχή. Και είναι υψηλότερη απ’ όλες τις αρετές, διότι ενώ εκείνες, π.χ. το να νηστεύουμε, ν’ αγρυπνούμε, να κοιμόμαστε χάμω, να δινόμαστε στην ασκητική ζωή, να παρθενεύουμε, να κάνουμε ελεημοσύνες, και όλα τ’ άλλα καλά έργα που αποτελούν τη χρυσή γενιά, τον εναρμόνιο χορό και την ουρανόπλεχτη σειρά των θεοειδών αρετών, παρόλο ότι είναι θεϊκά γνωρίσματα, αναφαίρετο κτήμα και αθάνατο στόλισμα της κάθε ψυχής, ωστόσο δεν ενώνουν τον άνθρωπο με το Θεό. Όλ’ αυτά τον προετοιμάζουν και τον προωθούν γι’ αυτή την ένωση, μα δεν τον ενώνουν με το Θεό. Αυτό το κατορθώνει μονάχα η ιερή Προσευχή μόνο αυτή ενώνει τον άνθρωπο με το Θεό, και το Θεό με τον άνθρωπο, κάνοντας τους δύο ένα πνεύμα· γιατί με την προσευχή γίνεται μια ένωση άμεση κ’ ένα σφιχτό δέσιμο του Κτί­στου με τα λογικά κτίσματα. Αυτό βροντοφωνάζει και ο μέγας εκείνος διδάσκαλος και πολύπειρος εργάτης της ιεράς προσευχής, ο μεγάλος ποιμήν και ιεράρχης της Θεσσαλονίκης και όλης της Εκκλησίας του Χριστού, ο άγιος Γρηγόριος ο Παλαμάς: «Η επικοινωνία που αποκτούμε διά των αρετών, κάνει τους ενάρετους ικανούς, λόγω της ομοιότητας, και τους προετοιμάζει να υποδεχτούν το Θεό, άλλα δεν τους ενώνει μαζί Του· η δύναμη της προσευχής όμως
είν’ εκείνη που ιερουργεί και τελεσιουργεί την ανάταση του άνθρωπου προς τον Θεό και την ένωση μ’ Εκείνον, γιατί είναι ο σύνδεσμος των λογικών κτισμάτων με τον Κτίστη τους» (Λόγος περί Προσευχής, κεφ. α’). 

Και από τούτη την ένωση του άνθρωπου με τον Θεό, την οποία κατορθώνει η ιερή Προσευχή, πόσα μεγάλα χαρίσματα, ή μάλλον πόσες πηγές χαρισμάτων δεν πλημμυρίζουν τον άνθρωπο που είναι ενωμένος με τον Θεό; Από αυτή την ένωση αποκτούμε τη δύναμη να διακρίνουμε την αλήθεια απ’ το ψέμα· να βλέπουμε στο βάθος τα κρυμμένα μυστήρια της φύσεως· να προβλέπουμε και να προγινώσκουμε τα όσα θα συμβούν στο μέλλον ν’ αποχτούμε τη θεία έλλαμψη, δηλαδή εκείνο που ονομάζουν ενυπόστατο φωτισμό στην καρδιά. Έρχεται ο εξαίσιος έρως προς τον Θεό, που οδηγεί σ’ έκσταση όλες τις δυνάμεις της ψυχής μας στην αρπαγή μας άνω, προς τον Κύριο· εκεί όπου υπάρχει η αποκάλυψη των αλάλητων μυστηρίων του Θεού. Μ’ ένα λόγο, «από την ένωση αυτή γεννιέται η πολυθρύλητη θέωση του ανθρώπου, που όλοι την ζητούν και την ποθούν, αλλά ελάχιστοι και πολύ σπάνια την απολαμβάνουν -«μόλις ένας από κάθε γενιά», κατά τον άγιο Ισαάκ (Λόγ. λβ’)-γιατί «είναι πράγμα δυσεύρετο, δυσκολοπρόφερτο και δυσκολοαπόκτητο», κατά τον άγιο Γρηγόριο Θεσ­σαλονίκης (Λόγος εις τον άγιον Πέτρον τον Αθωνίτην). Αυτή η θέωση είναι το έσχατο τέλος και ο σκοπός για τον οποίο ζούμε, ο πρώτος και πιο υψηλός απ’ όλους τους σκοπούς που έβαλε ο Θεός, για τον όποιο υπάρχει από την αρχή των αιώνων έως τη συντέλεια, ο προαιώνιος Προορισμός και η Πρόγνωση, η έγχρονη δημιουργία της Κτίσεως, η δόση του φυσικού και του γραπτού Νόμου, η χάρη της Προφητείας, η ένσαρκος οικονομία του Λόγου του Θεού, η επιδημία του αγίου Πνεύματος.
Η θεία Προσευχή είναι αναγκαιότερη απ’ όλες τις άλλες αρετές, διότι:

1. Όσο αναγκαία και απαραίτητη είναι η βοήθεια του Θεού στον άνθρωπο, το ίδιο του είναι αναγκαία η προσευχή, η οποία μπορεί να φέρει τη βοήθεια του Θεού. Έτσι λοιπόν, αν χωρίς τη βοήθεια του Θεού δεν μπορεί ο άνθρωπος να κάμει κανένα καλό έργο, κατά το λόγο του Κυρίου «χωρίς έμου ου δύνασθε ποιείν ουδέν» (Ιω. ιε’ 5), άρα και χωρίς την Προσευχή, με την οποία έρχεται η βοήθεια του Θεού, δεν δύναται ο άνθρωπος να πράττει το αγαθό, Γι’ αυτό είναι ανάγκη να προσεύχεται κανείς, και να ζητάει πάντοτε τη θεια βοήθεια με την προσευχή: και όταν έχει να βάλει κάποια καλή και χρήσιμη σκέψη στο νου του· κι όταν χρειάζεται να πει κάποιο λόγο ψυχωφελή· κι όταν έχει οπωσδήποτε να κάμει κάποιο θεάρεστο έργο. Μ’ ένα λόγο, ο άνθρωπος έχει ανάγκη και πρέπει να κάνει την Προσευχή του, κι όταν αρχίζει, κι όταν φτάνει στη μέση, μα κι όταν τελειώνει την εργασία του όποιο έργο κ’ αν επιχειρήσει να κάνει, κατά τον λόγο του αγίου Γρηγορίου του Θεολόγου: «Η καλύτερη τάξη και σειρά, για τον κάθε άνθρωπο που αρχίζει ένα λόγο ή ένα έργο, είναι ν’ αρχίζει με το Θεό και στο Θεό να τελειώνει» (Απολογ. Λόγος). Διότι, όταν πριν από κάθε έργο μας προηγείται η Προσευχή, τότε όλα τα πράγματα θα είναι: πιο εύκολα, θα μας έρθουν δεξιά, και θα ’ναι ωφέλιμα, όπως μας το βεβαιώνει και ο ιερός Χρυσόστομος; «Ο άνθρωπος, είτε είναι εραστής της παρθενικής ζωής, είτε είναι πρόθυμος και συνεπής εφαρμοστής της σωφροσύνης μέσα στο γάμο, είτε θέλει να συγκρατεί την οργή και να ζει με πραότητα, είτε να μένει καθαρός από φθόνο, είτε οποιοδήποτε άλλο ενάρετο έργο που αρμόζει στον χριστιανό θέλει να πραγματοποιεί, όταν προηγείται η Προσευχή και προλειαίνει αυτόν τον δρόμο της ζωής, θα βρει εύκολο και ίσιο το δρόμο της ευσέβειας.

2. Ο άνθρωπος έχει τόσην ανάγκη από την Προσευχή, έστω και μονάχη της, όση ανάγκη έχει απ’ όλες τις άλλες τις αρετές μαζί. Διότι, πράγματι, είναι αδύνατο, όχι να κατορθώσει, μα ούτε καν ν’ αρχίσει την εργασία μιας αρετής, δίχως να προσπέσει πρώτα στο Θεό με την Προσευχή, κι’ έτσι να ζητάει βοήθεια από Εκείνον, που είναι ο δοτήρας και ο χορηγός όλων των αρετών. Και τούτο μας το βεβαιώνει πάλι η πέννα του ιερού Χρυσοστόμου, όταν γράφει: «Το ότι είναι πέρα για πέρ’ αδύνατο να ζήσει κανείς ενάρετο βίο δίχως την Προσευχή και χωρίς τη συντροφιά της σ’ όλη του τη ζωή, νομίζω πως είναι σε όλους φανερός. Διότι, πώς θα μπορούσε κανείς να ζήσει και ν’ ασκήσει την αρετή, όταν δεν προστρέχει και δεν γονατίζει συνεχώς στον αιώνιο χορηγό και δοτήρα της;» Και, για να το πούμε αυτό μ’ έναν απλό και σύντομο λόγο, όση ανάγκη έχουν από το νερό τα φυτά για να καρποφορήσουν, τόση ανάγκη έχει κι ο άνθρωπος από την Ιερή Προσευχή, για ν’ αποδώσει κάποιον καρπό στην αρετή και στην ευσέβεια, κατά τον λόγο του ιερού πάλι Χρυσοστόμου, που λέει: «Όλοι οι άνθρωποι δεν χρειαζόμαστε την προσευχή λιγότερο απ’ ό,τι χρειάζονται το νερό τα δέντρα· διότι, όπως εκείνα δεν μπορούν να δώσουν καρπούς δίχως να παίρνουν νερό από τη γη με τις ρίζες τους, έτσι κ’ εμείς δεν μπορούμε να δώσουμε τους πολυτίμητους καρπούς της ευσέβειας, όταν δεν ποτιζόμαστε με τις προσευχές». Και,

3. Η ιερή Προσευχή είναι όντως αναγκαιότατη, σχεδόν σε κάθε αναπνοή του άνθρωπου. Διότι, με το να είναι, ως ασώματος, αεικίνητος ο νους του ανθρώπου, σε κάθε στιγμή και σε κάθε αναπνοή του, μπορούν να του έλθουν οι προσβολές των πονηρών λογισμών, και μ’ αυτές τις προσβολές να του κάνει πόλεμο και να τον πληγώνει ο παντοτινός εχθρός του ανθρώπινου γένους, ο διάβολος, Γι’ αυτό, λοιπόν, έχει ανάγκη ο άνθρωπος, στην κάθε του αναπνοή σχεδόν, να βαστάει το όπλο της θείας Προσευχής, για να μπορεί μ’ αυτό να πολεμεί τον εχθρό και να εκμηδενίζει τις προσβολές και τις επιθέσεις του. Και να έχει ο άνθρωπος διαρκώς τον φόβο, μήπως τον εύρει άοπλο ο εχθρός και τον πληγώσει με τους διαφόρους συνδυασμούς και τις συγκαταθέσεις των λογισμών, κ’ έτσι τον οδηγήσει στο θάνατο.

Αυτός είναι ο λόγος, για τον όποιο και ο Απόστολος Παύλος παραγγέλλει σε όλους γενικά τους χριστιανούς (κληρικούς, μοναχούς και λαϊκούς), να προσεύχονται παντοτινά και αδιάκοπα: «αδιαλείπτως προσεύχεσθε» (Α’ Θεσ. ιε’ 17). Ενώ ο άγιος Γρηγόριος ο Θεολόγος λέγει: «Καλύτερα να προσεύχεται ο άνθρωπος και να συνομιλεί με το Θεό, παρά ν’ αναπνέει· και αν μπορεί κανείς να πει και τούτο, πως πρέπει κανείς να μην κάνει τίποτε άλλο παρά τούτο μονάχα το έργο, δηλαδή να προσεύχεται. Είμαι κ’ εγώ από κείνους που επαινούν το θείο νόμο, που μας παραγγέλλει μέρα και νύχτα να μελετούμε, και βράδυ, πρωί και μεσημέρι να ψάλλουμε και να ευλογούμε τον Κύριο, κάθε στιγμή και ώρα. Ακόμη, μπορούμε να πούμε το λόγο του Μωυσέως: κι όταν κοιμόμαστε, κι όταν ξυπνούμε, κι όταν οδοιπορούμε ή κάνουμε οποιοδήποτε άλλο έργο, η μνήμη μας να βρίσκεται στον Καθαρό, με την προσευχή» (Κατά Ευνομιανών). Και ο Μ. Βασίλειος γράφει: «Καλή προσευχή είν’ εκείνη, που τυπώνει μ’ ενάργεια την έννοια του Θεού στην ψυχή· κι αυτό σημαίνει την ένοίκηση του Θεού μέσα μας, δηλαδή με τη μνήμη να έχει κανείς εγκατεστημένο μέσα του τον Θεό· και τότε γινόμαστε ναός του Θεού, όταν η συνέχεια της μνήμης μας δεν διακόπτεται από φροντίδες γήινες, και ούτε ταράζεται ο νους με τ’ απροσδόκητα πάθη, αλλά όταν ο φιλόθεος, αποφεύγοντας τα πάντα, αναχωρεί προς τον Θεό» (Επιστολή α’). Εξ άλλου, ο άγιος Ισαάκ γράφει: «χωρίς την αδιάλειπτη προσευχή δεν μπορείς να προσεγγίσεις το Θεό».

Και ότι τούτο το χρέος, της παντοτινής προσευχής, δεν είναι μόνο για τους Μοναχούς, αλλά και για όλους τους λαϊκούς που ζουν μέσα στον κόσμο, μας το βεβαίωσε και ο Άγγελος Κυρίου, όταν κατέβηκε από τον ουρανό και φανέρωσε τούτο το πράγμα στον όσιο και δίκαιο εκείνον Ιώβ, που είχε αντιρρήσεις και αμφιβολίες γι’ αυτό, όπως μπορεί κανείς να το ιδεί στο βίο του αγίου Γρηγορίου Θεσσαλονίκης. Το βεβαιώνει, ακόμη, πιο περίτρανα και ο ιερός Χρυσόστομος, όταν παραγγείλει σε όλους τους κοσμικούς τεχνίτες, αντί να λένε τραγούδια, άσκοπες κουβέντες και φλυαρίες που δεν ωφελούν, να προσεύχονται εκεί οπού εργάζονται, άλλοτε νοερά και σιωπηλά και άλλοτε ψάλλοντας με το στόμα θειες ωδές και πνευματικά τροπάρια. Τούτα τα λόγια λέγει και η χαριτωμένη και γλυκόλαλη εκείνη γλώσσα: «Είσαι τεχνίτης που δουλεύει με τα χέρια; ψάλλε την ώρα που κάθεσαι κ’ εργάζεσαι· δεν θέλεις ή δεν μπορείς να ψάλλεις με το στόμα; μπορείς να το κάνεις με το νου σου. Μεγάλος σύντροφος ο ψαλμός! Τίποτε το κακό δεν θα σου συμβεί από τούτο, διότι θα αισθάνεσαι σαν να μπορείς να ζεις σε μοναστήρι. Διότι δεν είναι τόσο η καταλληλότητα των τόπων που βρισκόμαστε, όσο η ακριβής τήρηση των τρόπων της ζωής μας που θα μας δώσει την ησυχία την οποία χρειαζόμαστε γι’ αυτό» (Περί Ανδριάντων, κα’). Και σ’ άλλο σημείο πάλι, μας λέει ο ίδιος: «Γι’ αυτόν ακριβώς το λόγο πρέπει, και όταν σηκωνόμαστε απ’ το κρεβάτι μας να υποδεχόμαστε τον ήλιο με προσευχή στο Θεό· κι όταν καθόμαστε στο τραπέζι ή ετοιμαζόμαστε να πλαγιάσουμε, και μάλλον την κάθε ώρα και στιγμή, να προσφέρουμε ικεσία και προσευχή στον Θεό, για να τρέχουμε το δρόμο της ημέρας μας δίχως εμπόδια και δυσκολίες» 

Αγίου Ιγνατίου Μπριαντσανίνωφ: Σκέψεις στην ακροθαλασσιά


Σκέψεις στην ακροθαλασσιά. 
ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ

ΜΕ ΠΟΙΟΝ μοιάζει o χριστιανός, πού σηκώνει τις θλίψεις της επίγειας ζωής με αληθινή πνευματική σύνεση; Μ' έναν οδοιπόρο, πού στέκεται στην ακροθαλασσιά σε ώρα τρικυμίας.

Τα αγριεμένα άσπρα κύματα πλησιάζουν τον οδοιπόρο και, αφού σπάσουν στην άμμο, διαλύονται πάνω στα πόδια του σε αναρίθμητες μικρές σταγόνες. Ή θάλασσα, φιλονικώντας με τον άνεμο, βρυχιέται, υψώνει κύματα σαν βουνά, βράζει, παφλάζει. Το ένα κύμα γεννά και στη συνέχεια καταβροχθίζει το άλλο. Οι κορυφές τους είναι στεφανωμένες με κάτασπρο αφρό. Όλη ή θάλασσα είναι καλυμμένη απ' αυτά τα κύματα, πού μοιάζουν με τερά­στιο λάρυγγα φοβερού τέρατος δίχως δόντια.


Ό οδοιπόρος παρατηρεί το φοβερό θέαμα με ήρεμο λογισμό. Τα μάτια του είναι στη θάλασσα. Πού είναι, όμως, ή σκέψη του; Και πού ή καρδιά του; Ή σκέψη του είναι στις πύλες του θανάτου. Και ή καρδιά του στην κρί­ση του θεού. Εκεί είναι ήδη με τον νου του· εκεί είναι με το αίσθημα του- εκεί είναι οι φροντίδες του· εκεί είναι ό φόβος του.

Από τον φόβο τούτο φεύγει μακριά ό φόβος των επίγειων πειρασμών, θα κοπάσουν οι άνεμοι, θα γαληνέψει ή θάλασσα. Εκεί πού πρώτα μάνιαζαν τα τεράστια οργισμένα κύματα, δεν θα βλέπει κανείς παρά μιαν επίπεδη επιφάνεια από νερά ακίνητα, νερά κουρασμένα από τη θύελλα. Μετά τη μεγάλη θαλασσοταραχή, τα νερά θα καταπέσουν σε μια νεκρική ακινησία. Στον διάφανο καθρέφτη τους θα αντανακλά ό βραδινός ήλιος, όταν θα σταθεί πάνω από την Κρονστάνδη, θα σκορπίσει τις ακτίνες του σ' όλον τον Φιννικό Κόλπο και θα συναντήσει τον ποταμό Νιεβα προς την Πετρούπολη. Θέαμα σαν ζω-γράφημα, γνωστό στους κατοίκους της ερήμου του Άγιου Σεργίου. Αυτόν τον ουρανό, αυτή την ακροθαλασσιά, αυτά τα κτίρια πόσοι τα είδαν; Πόσοι είδαν τα άφροστεφανωμένα, τα περήφανα, τα άγρια κύματα; Πάρα πολλοί. Και όλοι αυτοί έφυγαν, Όλοι βρίσκονται τώρα στην ησυχία του τάφου. Εκεί θα βρεθούν και όσοι σήμερα τα αντικρίζουν. Πόσο άστατα, πόσο φευγαλέα είναι τα επίγεια -όσο των κυμάτων τα άφροστέφανα!

Κοιτάζοντας από τον ήσυχο αρσανά τη θάλασσα του βί­ου να φουσκώνει από τα κύματα των παθών, Σε ευγνω­μονώ, Βασιλιά και Θεέ μου! Μ' έφερες σ' ετούτη την άγια μονή. Μ' έκρυψες «στο απόκρυφο καταφύγιο της θείας Σου παρουσίας από τις άδικες επιθέσεις των ανθρώπων» και με φύλαξες «από συκοφαντικές γλώσσες»1. Για τούτο μόνο πονάει ή ψυχή μου, για τούτο συνταράζεται το άγνω­στο: Θα περάσω, άραγε, από δω, από την ακροθαλασσιά του άστατου και ψεύτικου βίου, «στον τόπο της σκηνής της θαυμαστής, στον οίκο του Θεού, με φωνές χαράς και δοξολογίας, μέσα σε ήχους γιορτινούς»2; Θα κατοικήσω, άραγε, εκεί αιώνια; Τί κι αν έχω θλίψεις στον κόσμο; «Εγώ στήριξα τις ελπίδες μου στον Θεό, κι έτσι δεν έχω να φοβηθώ ότι κι αν μου κάνει άνθρωπος»3.

Έρημος Άγιου Σεργίου, 1843

1. Ψαλμ. 30:21. 2. Ψαλμ. 41:5. 3. Ψαλμ. 55:12.

ΒΙΒΛ. ΑΣΚΗΤΙΚΕΣ ΕΜΠΕΙΡΙΕΣ

ΑΓΙΟΥ ΙΓΝΑΤΙΟΥ ΜΠΡΙΑΝΤΣΑΝΙΝΩΦ. 
Ι.Μ. ΠΑΡΑΚΛΗΤΟΥ.
http://apantaortodoxias.blogspot.gr 

Πέμπτη 29 Ιανουαρίου 2015

Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος – Ο Βίος και το έργον του: Χρίστος Βασιλειάδης


efraim-suros
Ο άγιος Εφραίμ ο Σύρος
Ο Βίος και το έργον του

   Ο άγιος Εφραίμ, επονομαζόμενος «ο Σύρος», γεννήθηκε στις αρχές τού δ’ αιώνος, πιθανώς το 306 μ.Χ. εις την πόλη της Μεσοποταμίας Νίσιβιν.
Μολονότι η γενέτειρά του μόλις την εποχή του εμφανίζεται στην ιστορία σαν πόλις χριστιανική, όμως ο ευαγγελισμός της πρέπει να είναι κατά πολύ προγενέστερος. Έτσι, ήδη από τα έτη 79 μ.Χ. και 116 μ.Χ. μαρτυρείται στην περιοχήν η παρουσία τού αποστόλου της Εδέσσης της Μεσοποταμίας Mari, μαθητή τού Addai και πιο συγκεκριμένα νοτιότερα, στην Κτησιφώντα. Εν τούτοις, η πρώτη σαφής και αδιαμφισβήτητη ιστορική μαρτυρία για Χριστιανισμό στη Νίσιβιν είναι εκείνη της επιταφίου επιγραφής του Αβερκίου Ιεραπόλεως. Εξ άλλου, και τα απομνημονεύματα των μαρτύρων της Νισίβεως στην αρχαία Συριακή Σύνοψη μαρτυρούν, απ’ την πλευράν τους την αρχαιότητα του ευαγγελισμού της Νισίβεως.
Πάντως, πρώτος επίσκοπος της πόλεως υπήρξε ο Ιάκωβος Νισίβεως, με τον οποίον συνδέθηκε στενότατα ο άγιος Εφραίμ, τον ετίμησε δε στα ποιήματά του ο άγιός μας και η αρχιερατεία του διήρκεσε μίαν τριακονταετία (308/309-338 περίπου). Μερικά ουσιώδη σημεία της δραστηριότητος του επισκόπου αυτού ήλθαν στο φως μετά από έρευνες τού Peeters: Έτσι, γνωρίζομε ότι μόλις δια διατάγματος τού Μ. Κωνσταντίνου κατέστη εφικτή η ανέγερσις ναού, ο επίσκοπος έκτισε την πρώτη εκκλησία στη Νίσιβιν. Από δε τα συγγράμματα τού Μ. Αθανασίου πληροφορούμεθα ότι ο πρώτος επίσκοπος Νισίβεως ήταν από τους πιο δραστήριους αντίπαλους τού Αρείου. Τέλος, πέθανε κατά τη διάρκεια πολιορκίας της Νισίβεως από τον Πέρση Σαπώρ Β‘ και οι κάτοικοι θεώρησαν ότι η τελική σωτηρία της πόλεώς τους ωφείλετο στον Ιάκωβο. Ο επίσκοπος αυτός που ήταν και ο πνευματικός πατέρας τού αγίου Εφραίμ, υπήρξε αξιολογότατος ποιμήν, εμψυχωτής τού ποιμνίου του, δομήτωρ εκκλησιών, βαθύς γνώστης των ανθρώπων, σπουδαίος θεολόγος και διδάσκαλος της πίστεως και αμύντωρ της πόλεώς του.2
Ως προς δε τις βιογραφικές πήγες για τον άγιο Εφραίμ, θα πρέπη να σημειώσουμε ότι σώζονται μεν πολλές βιογραφίες του3, στις οποίες όμως είναι πολύ δύσκολο να διακρίνουμε τι αποτελεί ιστορία και τι απλώς θρύλο. Επομένως, διαθέτομε λίγες σίγουρες ιστορικές πληροφορίες γι’ αυτόν.
Στο κατωτέρω σύντομο βιογραφικό σημείωμα ακολουθούμε εν πολλοίς τα συμπεράσματα των εργασιών τού R.Murray επί τού βίου τού αγίου Εφραίμ:
   Ημητέρα λοιπόν τού αγίου Εφραίμ κατήγετο από το Amid της Μεσοποταμίας, ενώ ο πατέρας του ήταν από τη Νίσιβιν και πιθανώς υπήρξε ιερεύς ενός ειδώλου ονομαζόμενου Abnil (ή Abizal). Επομένως, ο Εφραίμ προερχόταν ίσως από ειδωλολατρική4οικογένεια, βαπτίσθηκε δε από τον επίσκοπο της πόλεως, τον ήδη γνωστό μας Ιάκωβο, υπό την προστασία τού οποίου μεγάλωσε και, στην συνέχεια, εχειροτονήθη διάκονος. Πάντως τον πρώτον αυτό βαθμό της ιερωσύνης διετήρησε μέχρι θανάτου. Κατά μία δε παράδοσιν συνώδευσε τον επίσκοπο Ιάκωβο εις τηνσύνοδο της Νικαίας, όπου και παρευρέθη ο Εφραίμ. Κατ’ άλλη παράδοση μετά την σύνοδο αυτήν, οι συνοδικοί επιστρέψαντες εις τας επισκοπάς των ίδρυσαν και από μίαν τοπική θεολογική σχολή ο καθένας τους. Ο επίσκοπος Ιάκωβος ίδρυσε βοηθούμενος υπό τού Εφραίμ, θεολογική σχολή εις Νίσιβιν, επί κεφαλής της οποίας τοποθέτησε τον Εφραίμ, τον οποίον επεφόρτωσε και με τη διδασκαλία τού μαθήματος της εξηγητικής της Αγίας Γραφής. Ο Εφραίμ ανέλαβε καθήκοντα στην σχολή, της οποίας υπήρξε ο κύριος εμψυχωτής και μετά το θάνατον τού επισκόπου Ιακώβου, επί των διαδόχων τουBabu(από το 338),VologesΒ’(346-349) καιAbraham(361). Ήταν τόση δε η αίγλη, που προσέδωσεστη σχολή ο Εφραίμ, ώστε οι ανατολικοί Σύροι, οι λεγόμενοι νεστοριανοί θα ονομάσουν αργότερα τη Νίσιβιν «η πόλις των διανοουμένων». Σ’ αυτό βέβαια, ως προείπομεν, συνετέλεσεν η από τα μέσα τού δ’ αιώνος παρουσία σ’ αυτό το φημισμένο κέντρο θεολογικών σπουδών, μεταξύ των άλλων σπουδαίων καθηγητών, τού μεγάλου ποιητή τού και μεγαλύτερου θεολόγου της συριακής Εκκλησίας, τού αγίου Εφραίμ.
Αλλά η ζωή και δράσις, τού αγίου μας, επειδή συνδέθηκε στενά με την ιστορία και τις τύχες της γενέτειράς του, και τις επηρέασε και επηρεάσθηκε βαθύτατα απ’ αυτές. Η Νίσιβις, την οποίαν ο άγιος Εφραίμ ονομάζει «πρωτεύουσα της Μεσοποταμίας» ενώ ο Θεοδώρητος θα την αποκαλέση «μεγάλην πόλιν», είχε κατά καιρούς πολιτικο-στρατιωτικές ταλαιπωρίες, στις οποίες ο άγιος ανεμίχθη ενεργά, όπως τουλάχιστον φαίνεται από τα ποιήματά του. Οικονομικοί λόγοι εκ της γεωφυσικής και γεωπολιτικής θέσεώς της την καθιστούσαν το μήλο της έριδος μεταξύΠερσώνκαιΡωμαίων. Αλλά και ο πολιτισμός της Νισίβεως, όπως άλλωστε και της γύρω περιοχής υφίστατο τις πιο ποικίλες και ετερόκλητες πολιτιστικές επιδράσεις:σημιτικές, ιρανικές, ελληνικές, ακόμη καιαραβικές.5
  ΗΝίσιβις επί της εποχής τού αγίου Εφραίμ υπέστη από τους Πέρσες (Σαπώρ Β’) τρεις πολιορκίες, κατά τα έτη 338, 346 και 350. Αφ’ ότου όμως η πόλις ωχυρώθηκε, ουδέποτε πλέον κατελήφθη. Ο άγιος Εφραίμ μπορούσε να είναι, και ήταν στα ποιήματά του, εθνικά υπερήφανοςγια την άπαρτη πατρίδα του. Οι δε αναφερθείσες και αποτυχούσες τρεις πολιορκίες έγιναν ξακουστές κυρίως διότι τραγουδήθηκαν απ’ τον ίδιον τον άγιο με τα ποιήματα-ύμνους του (CarminaNisibena=τραγούδια της Νισίβεως), όμως το 363 ο αυτοκράτορας Ιοβιανός αποφάσισε και παρά τις θερμές παρακλήσεις των κατοίκων για να τους επιτρέψη να υπερασπισθούν τη Νίσιβιν με δικές τους δυνάμεις, όμως δεν εκάμφθη και παρέδωσε την πόλη στους Πέρσες υπό τον όρο να μη κάνουν αυτοί διωγμούς κατά των χριστιανών. (Ammiani Marcellini XXV,7,11). Ο S. Verosta(InternationalLawinEuropeandWesternAsiabetween100and650A.D.:ReceuildesCours,Academiededroitinternational, τόμ. 113,Leyden, 1966, σελ. 551 και εξής)βλέπει στους όρους της συνθήκης τού 363 για πρώτη φοράν στην ιστορία τού διεθνούς δίκαιου, το δικαίωμα πολιτών λόγω παραχώρησης τμήματος» τού κράτους τους, όπου οι ίδιοι κατοικούν, σε άλλο κράτος, να επιλέξουν αν θα παραμείνουν εκεί ή αν θα το εγκαταλείψουν (Πρβλ. Ζώσιμος, Γ, 31,1 «… εγίνοντο μεν τριακοντούτεις σπονδαί, συνεδόκει δε … Νίσιβιν … παραδούναι δίχα των ενοικούντων εδόκει γαρ τούτους, ένθα αν δόξειε Ρωμαίοις, μετοικισθήναι»). Για το πως αντιμετώπισαν οι τότε σύγχρονοι συγγραφείς την εγκατάλειψη της Νισίβεως, εκφράζοντες και την κοινή γνώμη, ιδέ R. Turcan, L’ abandon de Nisibe et Γ opinion publique, Melanges d’  archeologie et d’ histoire offertes a Andre» Piganiol, Paris 1966, σελ. 875-890.
Ο άγιος Εφραίμ, λόγω της κρίσιμης θέσεως της πατρίδος του, θα είχε ασφαλώς ισχυρό αντιπερσικό και φιλοβυζαντινό φρόνημα. Έδειξε δε αυτόν τον αντιπερσισμό του με το ότι τελικά έφυγε από τη Νίσιβιν. Δεν έμεινε να συμβιβασθή σ’ ένα τρόπον ζωής υπό την περσική κυριαρχία.
Μετά, λοιπόν, την άφιξη και εγκατάσταση των Περσών στη Νίσιβιν, καταφεύγει ο άγιος στη γειτονική Έδεσσα, όπου συνέχισε το έργο του, διδάσκων στην σχολή της Εδέσσης, που πιθανώς ίδρυσε ο ίδιος, μέχρι το θάνατό του, που συνέβη στις 9 Ιουνίου τού 373, κατά το χρονικό της Εδέσσης. Τη μνήμη του εορτάζει η ρωμαιοκαθολική Εκκλησία στις 18 Ιουνίου, ενώ η Ορθόδοξη στις 28 Ιανουαρίου.
Συγγράμματα:
Σημειώνουμε μόνον τα μη αμφισβητηθέντα έργα τού αγίου Εφραίμ
:

Πέμπτη 15 Ιανουαρίου 2015

Παράκληση στον πατέρα Παΐσιο



Κύριε εισάκουσον της προσευχής μου, ενώτισαι την δέησίν μου εν τη αληθεία σου, εισάκουσον μου εν τη δικαιοσύνη σου. Και μη εισέλθεις εις κρίσιν μετά του δούλου σου, ότι ου δικαιοθήσεται ενώπιόν σου πάς ζών. ΄Ότι κατεδίωξεν ο εχθρός την ψυχήν μου. Εταπείνωσε εις γήν την ζωήν μου. Εκάθισέ με εν σκοτεινοίς ως νεκρούς αιώνος, και ηκηδίασεν επ΄ εμέ το πνεύμα μου, εν εμοί εταράχθη η καρδία μου. Εμνήσθην ημερών αρχαίων, εμελέτησα εν πάσι τοις έργοις σου, εν ποιήμασι των χειρών σου εμελέτων. Διεπέτασα προς σε τας χείρας μου, η ψυχή μου ως γη άνυδρός σοι. Ταχύ εισάκουσόν μου, Κύριε, εξέλιπε το πνεύμα μου. Μην αποστρέψης το πρόσωπόν σου απ΄ εμού και ομοιωθήσομαι τοις καταβαίνουσιν εις λάκκον. Ακουστόν ποίησόν μοι το πρωί το έλεός σου, ότι πρός σε ήρα την ψυχήν μου. Εξελού με εκ των εχθρών μου, Κύριε, προς σε κατέφυγον, δίδαξόν με του ποιείν το θέλημά σου, ότι συ ει ο Θεός μου. Το πνεύμα σου το αγαθόν οδηγήσει με εν γη ευθεία, ένεκεν του ονόματός σου, Κύριε, ζήσεις με. Εν τη δικαιοσύνη σου εξάξεις εκ θλίψεως την ψυχήν μου, και εν τω ελέει σου εξολοθρεύσεις τους εχθρούς μου, και απολείς πάντας τους θλίβοντας την ψυχήν μου, ότι εγώ δούλος σου ειμί. Θεός Κύριος και επέφανεν ημίν, ευλογημένος ο ερχόμενος εν ονόματι Κυρίου Τω Αγίω του Χριστού Παϊσίω, τω δοξασθέντι δωρεαίς ουρανίους, προσπέσωμεν εκ βάθους ψυχής, Άγιε Παϊσιε, Ορθοδόξων Προστάτα, πάσης ημάς λύτρωσε συμφοράς και ανάγκης και πειρασμών και νόσων χαλεπών, τους καταφεύγοντας Πάτερ, τη σκέπη σου. Δόξα…. Ως ειληφώς παρά Θεού εξουσίαν του θεραπεύειν τας δεινάς καχεξίας Πάτερ, ίασαι δεόμεθα τους δεινώς θλιβομένους, νόσοις και παθήμασι και πκραίς αλγηδόσι και εν ειρήνη φύλαττε ημάς, ταις σαις πρεσβείες Πάτερ Όσιε. Και νυν. Θεοτοκίον Ου σιωπήσομέν ποτε, Θεοτόκε, τας δυναστείας σου λαλείν οι ανάξιοι. Ει μη γαρ προΐστασο πρεσβεύουσα, τις ημάς ερρύσατο εκ τοσούτων κινδύνων; Τις δε διεφύλαξεν έως νυν ελευθέρους; Ουκ αποστώμεν, Δέσποινα, εκ σου· σους γαρ δούλους σώζεις αεί εκ παντοίων δεινών. Είτα τον Ν΄ Ψαλμόν Ελέησον με ο Θεός, κατά το μέγα έλεός σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών σου εξάλειψον το ανόμημά μου. Επί πλείον πλύνον με από της ανομίας μου και από της αμαρτίας μου καθάρισον με. Ότι την ανομίαν μου εγώ γινώσκω, και η αμαρτία μου ενώπιον μου εστί διά παντός. Σοι μόνω ήμαρτον και το πονηρόν ενώπιον σου εποίησα, όπως αν δικαιωθής εν τοις λόγοις σου, και νικήσης εν τω κρίνεσθαί σε. Ιδού γαρ εν ανομίαις συνελήφθην και εν αμαρτίαις εκίσσησε με η μήτηρ μου. Ιδού γαρ αλήθειαν ηγάπησας, τα άδηλα και τα κρύφια της σοφίας σου εδήλωσάς μοι. Ραντιείς με υσσώπω και καθαρισθήσομαι, πλυνείς με, και υπέρ χιόνα λευκανθήσομαι. Ακουτιείς μοι αγαλλίασιν και ευφροσύνην, αγαλλιάσονται οστέα τεταπεινωμένα. Απόστρεψον το πρόσωπον σου από των αμαρτιών μου, και πάσας τας ανομίας μου εξάλειψον. Καρδίαν καθαράν κτίσον εν εμοί ο Θεός, και πνεύμα ευθές εγκαίνισον εν τοις εγκάτοις μου. Μη απορρίψης με από του προσώπου σου, και το Πνεύμα σου το άγιον μη αντανέλης απ΄ εμού. Απόδος μοι την αγαλλίασιν του σωτηρίου σου και πνεύματι ηγεμονικώ στήριξόν με. Διδάξω ανόμους τας οδούς σου, και ασεβείς επί σε επιστρέψουσι. Ρύσαι με εξ αιμάτων ο Θεός, ο Θεός της σωτηρίας μου, αγαλλιάσεται η γλώσσα μου την δικαιοσύνην σου. Κύριε τα χείλη μου ανοίξεις, και το στόμα μου αναγγελεί την αίνεσιν σου. Ότι ει ηθέλησας θυσίαν, έδωκα αν, ολοκαυτώματα ουκ ευδοκήσεις. Θυσία τω Θεώ πνεύμα συντετριμμένον, καρδίαν συντετριμμένην και τεταπεινωμένην ο Θεός ουκ εξουδενώσει. Αγάθυνον, Κύριε, εν τη ευδοκία σου την Σιών, και οικοδομηθήτω τα τείχη Ιερουσαλήμ. Τότε ευδοκήσεις θυσίαν δικαιοσύνης, αναφοράν και ολοκαυτώματα, τότε ανοίσουσιν επί το θυσιαστήριον σου μόσχους.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Πολλοίς συνεχόμενος πειρασμοίς, προς σε καταφεύγω, αναβοών ως μεσίτη προς τον Θεόν· ειρήνευσον, πάτερ, την ζωήν μου και την κατ΄άμφω υγείαν μοι δώρησαι

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Οσίως ανύσας σου την ζωήν, αεί αγιάζεις και λυτρούσαι παντός κακού Παϊσιε Πάτερ Θεοφόρε τους προσιόντας τη σκέπη σου.

 Θεοτοκίον.

 Παναγούδας τον αθλητήν και την Θεοτόκον ανυμνήσωμεν εν ωδαίς, πρεσβεύειν αιτούντες προς Σωτήρακαι βοηθείν εν κινδύνοις και θλιψεσει 

Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Αγαλλόμενοι πάντες, ως εν χορώ, κράζομεν σου τους άθλους, πάτερ, αινούντεςκαι τους αγώνας σου κατά του άρχοντος των ακαθάρτων πνευμάτων, ου μανίας, όσιε, σώζε υμνούντας σε.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Απορρήτων τον μύστην, θαυματουργόν όσιον, πάσης Ελλάδος τον προστάτην πάντες δοξάσωμεν, ύμνοις εξαίροντες, των χαρισμάτων το πλήθος, διʼ ων ο Παράκλητος τούτον εκόσμησε.

 Θεοτοκίον

 Φυλακτήριον πάντων εκ των δεινών θλίψεων συ υπάρχεις μόνη, Παρθένε, φρούρει υμνούντας σε εν τω ελέει σου, πρεσβείαις του Παϊσίου, πανελλήνων Γέροντος, παντελεήμονος.

 Διάσωσον από κινδύνων τους δούλους σου, θείε Πάτερ, τους την σην εν δεινοίς αιτούντας βοήθειαν και δίωξον άγχος και ακηδίαν.

 Επίβλεψον εν ευμενεία, πανύμνητε Θεοτόκε, επί την εμήν χαλεπήν του σώματος κάκωσιν και ίασαι της ψυχής μου το άλγος.

 Φυλάξαι ημάς δεόμεθα εκ θλίψεων, τηρήσαι πιστούς τη πίστει του Χριστού ημών, Παϊσιε όσιε, του Άθω το νέον βλάστημα, της Εκκλησίας καύχημα σεπτόν και πάντων οσίων εγκαλλώπισμα.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Πληγείς τη κακία του δυσμενούς, τη ση αντιλήψει καταφεύγω αναβοών: Ειρήνευσον Πάτερ την ζωή μου και την κατ΄άμφω υγείαν μοι δώρησαι. Ω καινά και θαυμάσια τα τη χάριτί σου τερατουργούμενα! Ποίοις λόγοις ύμνους πλέξω σοι; Δειλιώ, ω πάτερ, και εξίσταμαι.

 Θεοτοκίον.

 Παναγία μου Δέσποινα, των αγγέλων θαύμα το ακατάληπτον, υμνωδείν σε καταξίωσον του Σωτήρος πάντων την γεννήτριαν.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Όλων ο πατήρ και προστάτης όντως γέγονας θλιβομένων εν ζωή η χαρμονή, ως παρέχων πάσι θείαν προστασίαν σου.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Ρώσιν εν δεινοίς σε, Παϊσιε, κεκτήμεθα, σοι προσφεύγοντες θερμαίς εν προσευχαίς, ως μεσίτην προς Θεόν τον πανοικτίρμονα.

Φύλαξον ημάς τους τιμώντας σε, Παϊσιε, χορηγών της μαρτυρίας του Χριστού την προαίρεσιν και ζέσιν θείας πίστεως.

 Θεοτοκίον. Ύμνον σοι, Αγνή, ευφροσύνως αναμέλπομεν, των αγγέλων ούσαν όντως γλυκασμόν, και πικρίαν Εύας λύσασαν τω τόκω σου.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

Ρωννύμεθα ταις ευχαίς σου, όσιε, και ψυχήν προς ουρανούς ανυψούμεν, υπομονήν και ανδρείαν πλουτούντες εν πειρασμοίς και δειναίς επιθέσεσι, Παϊσιε, πάτερ ημών· όθεν πάντες κοινή ανυμνούμεν σε.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Θαυμάτων δυνάμεις ως ενεργών, θεράπευσον Πάτερ ασθενείας οδυνηράς των την ση βοήθειαν ζητούντων θαυματουργέ Παϊσιε.

 Θεοτοκίον

 Υμνούντες σε, Θεοτόκε Άχραντε, τας ψυχάς προς ουρανούς ανυψούμεν, τη του Υιού σου αγάπη θαρρούντες και μητρικαίς σου πρεσβείαις ελπίζοντες, δεόμενοι επιτυχείν παραδείσου τερπνού απολαύσεως.

 Διάσωσον από κινδύνων, Παϊσιε, σους ικέτας και παράσχου τη ση μονή βοήθειαν, όσιε, ως έχων προς Κύριον παρρησίαν.

 Άχραντε η διά λόγου τον Λόγον ανερμηνεύτως επʼ εσχάτως των ημερών τεκούσα, δυσώπησον ως έχουσα μητρικήν παρρησίαν.

 «Προστασία των χριστιανών».

 Τίμιος εναντίον Κυρίου ο θάνατος του Οσίου αυτού.

Τοις αγίοις αυτού τοις εν τη γη εθαυμάστωσεν ο Κύριος.

 Ευαγγέλιον κατά Λουκάν.

 Είπεν ο Κύριος τοις εαυτού Μαθηταίς. προσέχετε από των ανθρώπων. επιβαλούσι γαρ εφ’ υμάς τας χείρας αυτών και διώξουσι, παραδιδόντες εις συναγωγάς και φυλακάς, αγομένους επί βασιλείς και ηγεμόνας ένεκεν του ονόματός μου. Αποβήσεται δε υμίν εις μαρτύριον. Θέσθε ούν εις τας καρδίας υμών μη προμελετάν απολογηθήναι. Εγώ γαρ δώσω ημίν στόμα και σοφίαν, η ου δυνήσονται αντειπείν ουδέ αντιστήναι πάντες οι αντικείμενοι υμίν. Παραδοθήσεσθε δε και υπό γονέων και συγγενών και φίλων και αδελφών, και θανατώσουσι εξ υμών, και έσεσθε μισούμενοι υπό πάντων δια το όνομά μου. Και θριξ εκ της κεφαλής υμών ου μη απόληται. εν τη υπομονή υμών κτήσασθε τας ψυχάς υμών.

 Δόξα Πατρί και Υιό και Αγίω Πνεύματι Ταις του σου Οσίου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

 Και νυν Ταις της Θεοτόκου πρεσβείαις, Ελεήμον, εξάλειψον τα πλήθη των εμών εγκλημάτων.

 Ελεήμον, ελέησόν με ο Θεός, κατά το μέγα έλεός Σου και κατά το πλήθος των οικτιρμών Σου εξάλειψον το ανόμημά μου.

Άθωνος μύστην, μοναχών το σέμνωμα, ιερέων πάντιμον εγκαλλώπισμα, ιατρόν άριστον, ορφανών πατέρα, των πιπτόντων σε ανόρθωσιν έγνωμεν, όσιε, και των δαιμονώντων την λύτρωσιν· γαλήνης ημίν πρόξενον και χαράς μεγάλης τον αίτιον. Όθεν σοι βοώμεν· μη παύση επισκέπτεσθαι ημάς, ιάσθαι, πάτερ Παϊσιε, και φυλάττειν δούλους σου.

 Σώσον ο Θεός τον λαόν σου...

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Εν απλότητι όλην την ζωήν σου διήλθες και υπηρέτησας Θεώ τε και ανθρώποις, νυκτός τε και ημέρα προσευχόμενος, όσιε, και φέρων πόνους ημών, Παϊσιε, παμμάκαρ.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Πατρικήν σου πρεσβείαν, εκζητούμεν, τρισμάκαρ, προς τον Θεόν ημών, ίνα διασωθώμεν κινδύνων και μανίας πονηρού πολεμήτορος, θαρρούντες, πάτερ, τη ση μεγάλη ευσπλαγχνία. Ηγαπήθης υφ` όλων, ως αγάπην πηγάζων και πλημμυρών ημάς, πληγάς τε θεραπεύων, δαιμόνια εκβάλλων και εκ πόνων λυτρούμενος, παρέχων χάριν δει αεί τοις αιτουμένοις πάσι.

 Θεοτοκίον

 Ευγνωμόνως υμνούμεν Σε, Παρθένε και μήτερ Θεοχαρίτωτε, ως τέξασαν τω κόσμω Σωτήρα απειράνδρως και Θεόν Πανοικτίρμονα, προς όν πρεσβεύεις αεί σωθήναι τους ανθρώπους.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Υπέρ υγείας και σωτηρίας του κόσμου τας ευχάς σου Χριστώ συ προσάγεις, όθεν σε υμνούμεν, Παϊσιε, τρισμάκαρ.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Αμαρτιών μου Συ την πληθύν άφες, Σώτερ, Παϊσίου θερμαίς ικεσίαις, και εν μετανοία τον βίον μου παράσχου. Γαλήνην δίδου τρικυμιζούση καρδία, των δεινών τας οδύνας πραΰνων χάριτί σου, πάτερ, καμνόντων ευγεργέτα.

 Θεοτοκίον

 Γέγονας μήτηρ εν παρθενία τελούσα,τον Θεόν και Σωτήρα τεκούσα, ον εκδυσωπούσα, κινδύνων σώζεις πάντας.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Νοσημάτων παντοίων και χαλεπών θλίψεων και επηρειών ολεθρίων και επιθέσεων του αρχεκάκου εχθρού, ως συμπαθής, ασθενείς διέσωζε τους σε γεραίροντας.

 Άγιε του Θεού, πρέσβευε υπέρ ημών.

 Εν οδύναις και πόνοις και φοβεραίς μάστιξι Πάτερ. Τη ζωή μου ανύων, προς σε κατέφυγον, μην ουν παρίδης με, αλλά τη ση επισκέψει, εκ των συνεχόντων με δεινών απάλλαξον.

 Θεοτοκίον.

Υμνούμεν σε Παρθένε, Κεχαριτωμένη, ως την ελπίδα τω κόσμω δωρήσασαν, τεκούσα πάσι Σωτήρα Θεόν και άνθρωπον.

 Το Άξιόν εστι και τα Μεγαλυνάρια ταύτα.

 Χαίροις των οσίων η καλλονή και των ασκουμένων οδηγός και υπογραμμός. Χαίροις μοναχών το στέφος και η δόξα, Παϊσιε τρισμάκαρ, Άθωνος καύχημα.

 Ρυσθήναι πειρατηρίων παντοίων και σκανδάλων του εχθρού ολεθρίων και αναγκών και στενώσεων πλείστων, τον Παντικτοίρμωνα Λόγον ικέτευε, Παίσιε θαυματουργέ, τους προστρέχοντας πίστει τη σκέπη σου.

 Tης Αποκαλύψεως θεωρός, της προς Ιωάννην, εν τη Πάτμω συ γεγονώς, ώφθης μύστης μέγας των θείων μυστηρίων, τα Χερουβίμ εγγίσας τη ταπεινώσει σου.

 Ναυαγών του βίου ώφθης λιμή και των θλιβομένων η παράκλησις η θερμή, των απολωλότων ποιμήν της Εκκλησίας, και κρήνην ιαμάτων της θείας χάριτος.

 Πάσαι των αγγέλων αι στρατιαί, Πρόδρομε Κυρίου, Αποστόλων η δωδεκάς, οι άγιοι πάντες μετά της Θεοτόκου, ποιήσατε πρεσβείαν εις το σωθήναι ημάς.

 Το Τρισάγιον...

 Απολυτίκιον.

 Καππαδοκίας τον γόνον, και Αγίου Όρους τον έφορον, τον εσχάτοις χρόνοις φανέντα αρέτης, φίλον γνήσιον, Παϊσιον τιμήσωμεν πιστοί, ως ένθεον θεράποντα Χριστού, αναβλύζει γαρ ιάσεις παντοδαπάς τοις ευλαβώς κραυγάζουσι, δόξα τω σε δοξάσαντι Χριστώ, δόξα τω σε θαυμαστώσαντι, δόξα τω ενεργούντι δια Σου πάσιν ιάματα,

 Πάσι τοις τιμώσιν ευλαβώς την σεπτήν σου μνήμην, τρισμάκαρ, και δεομένοις πιστώς δώρησαι την ίασιν παθών, Παϊσιε· και κινδύνων και θλίψεων και ζάλης του κόσμου λύτρωσαι πρεσβείαις σου τους σοι προστρέχοντας· έχεις γαρ πολλήν παρρησίαν, ως Χριστού θεράπων και φίλος, μεσιτεύειν, όσιε, προς Κύριον.

 Δέσποινα, πρόσδεξαι τας δεήσεις των δούλων σου και λύτρωσαι ημάς από πάσης ανάγκης και θλίψεως.

 Την πάσαν ελπίδα μου εις σε ανατίθημι, μήτερ του Θεού, φύλαξόν με υπό την σκέπην σου.

 Αστήρ φαεινός εδείχθεις τοις μονάζουσιν. Ως φέγγος νυκτί αυγάζεις εν τοις πέρασιν. Ούτω Πάτερ ελάμψας καθάπερ ήλιος, δια τούτο Παϊσιε μην παύσεις πρεσβεύων υπέρ πάντων ημών