Δευτέρα 4 Νοεμβρίου 2013

AΝΑΝΤΑ ΜΑΡΓΚΑ

AΝΑΝΤΑ ΜΑΡΓΚΑ


 
Ανάντα Μάργκα
π. Αντωνίου Αλεβιζόπουλου

      «Ανάντα Μάργκα» σημαίνει δρόμος προς την μακαριότητα. Η κίνηση ιδρύθη­κε το 1955 από τον Ινδό υπάλληλο σιδηρο­δρόμωνPrabhat Ranjana Sarkarή Sakar. Οι οπαδοί του τον τιμούν σαν Shrii Shrii Anandamurtijii, που σημαίνει «ενσωματωμένη μακαριότητα». Σήμερα λατρεύεται σανεν­σάρκωσητου Brahma, ανώτατος γκουρού και ανώτατη αυθεντία στο σύμπαν, σανBaba, δηλαδή πατέρας, με την έννοια που οι χριστιανοί ονομάζουν τον Θεό Πατέρα.
Σκοπός της κίνησης είναι η κατασκευή του «νέου ανθρώπου» ή του «νέου ηθικιστού» (Sadvipra). Αυτή η «νέα φυλή» θα σώ­σει τον κόσμο από βέβαιη καταστροφή, φυσι­κά με τη βοήθεια της ιδεολογίας του Sarkar.
Για την επιτυχία αυτού του σκοπού ιδρύθηκαν πολλές δεκάδες οργανώσεις παρακλάδια, που προωθούν τη διάδοση της κίνησης. Μερικές από αυτές τις οργα­νώσεις είναι:
«Σχολεία των Λαών της Ανάντα Μάργκα» (Ananda Marga Peoples Schools AMPES).
«Ειδικό Ακαδημαϊκό Ίδρυμα της Ανάν­τα Μάργκα» (Ananda Marga Special Acade­mic Institution  AMSAI).
«Παγκόσμια Εταιρία Μόνιμης Βοή­θειας της Ανάντα Μάργκα» (Ananda Ma­rga Universal Permanent Relief Society AMUPRESO).
«Κίνημα εκπαίδευση για όλους» (Educa­tion for All  Movement  EFA).
 «Μία Παγκόσμια Κοινωνία» ή «Παγκοσμιοποιημένη Κοινωνία» (Ek Manay Samaj2  EMS).
«Αγροτικά προϊόντα» (Farm Products FAPRO).
«Κορίτσια Εθελόντριες» (Girls Volunteers GV).
«Φρουρά εναντίον εχθρικής ενέργειας» (Guard Against Enemy Action  GAEA).
«Επιθεώρηση, Σεμινάριο, Συμβούλιο Χρήσης της Κίνησης» (Inspection, Seminar, Movement Utilization Board  ISMUB).
«Φόρουμ της Νέας Εποχής» (New Age Forum).
«Νέα Ανθρωπιστική Ένωση» (New Humanistic Association  NHA).
«Πρόληψη της Βίας στα Ζώα και στα Φυτά και στη Φτηνή Λογοτεχνία» (Preven­tion of Cruelty to Animals and Plants and Cheap Literature PCAP & CL).
«Προοδευτική θεωρία Χρήσεως» (Progressive Utilization Theorie  PROUT).
«Κοινωνία της Νέας Εποχής» (New Age Society  NAS).
«Προοδευτικό WO και Πνευματική Ένω­ση» (Progressive WO, and Spiritual Asso­ciation PWSA).
«Ένωση Αναγεννησιακών Καλλιτεχνών και Συγγραφέων» (Renaissance Artists and Writers Association  RAWA).
«Παγκόσμιες Λέσχες Αναγέννησης» (Renaissance Universal Clubs).
«Κοινωνικό Οικοδομικό Συμβούλιο» (So­ciety Building Board  SBB).
«Εθελοντές μαθητές» (Student Volun­teers  STVOL).
«Πρόνοια περί των Φυλών και των Υπανάπτυκτων ανθρώπων» (Tribal and Back­ward Peoples Welfare  TBPW).
«Εθελοντική Υπηρεσία» (Volunteer Service  VS).
«Τμημα Προνοίας των Γυναικών» (Womens Welfare Department  WWD).
Η κίνηση PROUT δεν αποκλείει τη βία για την επιβολή του νέου κοινωνικού συ­στήματος. Έτσι σε έντυπο της οργάνωσης Proutist Universal3αναφέρεται:
«Η ανθρώπινη πρόοδος θα προχωρήσει επιταχυνόμενη με εσωτερικούς αγώνες και συνοχές. Συνεπώς η χρησιμοποίηση βίας είναι αναπόφευκτο φαινόμενο... Όσο δεν υπάρχει μία κοινωνία ελεύθερη από εκμετάλλευση, δίκαιη, με κοινωνική ασφά­λεια για κάθε άτομο, η κοινότητα που υπο­φέρει από καταπίεση, έχει κάθε δικαίωμα να ξεσηκωθεί με βίαιο τρόπο. Ειρηνική επανάσταση είναι σχέδιο που υπάρχει μό­νο στη φαντασία».
Η οργάνωση χρησιμοποίει διάφορες τε­χνικές αναγκαστικής επιβολής και φτάνει μέχρι την εκπαίδευση για αγώνες. Από το ένα μέρος η συναίσθηση υπεροχής (Elite), που καλλιεργεί η κίνηση στα μέλη της («νέ­οι άνθρωποι», «νέοι ηθικιστές», Sadvipra), τα οποία προορίζονται να σώσουν και να κυβερνήσουν τον κόσμο και από το άλλο η πίστη στην επιδίωξη του «ιερού σκοπού»,ακόμη και με τη βία, οδήγησε την ομάδα σε ακραίες ενέργειες, όπωςαυτοπυρπολήσεις,τρομοκρατικές και εγκληματικές ενέργειες, ακόμη και σεληστείεςκαι σεδιακίνηση ναρκωτικών.
Για τις αυτοπυρπολήσεις υπεύθυνη είναι η ιδεολογία του «μεσσία», σύμφωνα με την οποία, «αν ένας άνθρωπος πεθάνει στον αγώνα για την ιδεολογία, στη θυσία ή στο πεδίο της μάχης για την ιδεολογία, θα λά­βει απελευθέρωση... ο καθένας βρίσκεται εδώ για να εγκαταλείψει αυτή τη ζωή»4.




1. Από το ανέκδοτο έργο του: «Διαβρωτική Επίδραση των "Αιρέσεων". Αντιαιρετική ποιμαντική στη δεκαετία του 1990».
2. Σ. Ε. «One human society». Samaj: Σανσκριτική λέξη για την «κοινωνία». Το συλλογικό όργανο αυτών πού ασχολούνται με την κοινωνική πρόοδο. Η κοινή αρμονι­κή πορεία που εμπνέεται από την ίδια ιδεολογία, προς ένα κοινό στόχο.
3. Μοιράσθηκε στην περιοχή της ULM Γερμανίας το έτος 1978.
4. PremaBerlin Regional Newsletter 8/1978, σ. Π.

Από το περιοδικό ΔΙΑΛΟΓΟΣ τεύχος 56

ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗ ΕΠΕΞΕΡΓΑΣΙΑ
ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ   www.egolpion.com



Read more:http://www.egolpion.net/ananda_marga.el.aspx#ixzz2jfoMnZ3K

ΟΡΟΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΦΥΛΕΤΙΣΜΟΥ

ΟΡΟΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΦΥΛΕΤΙΣΜΟΥ


Σύνοδος Πατριαρχών - Προκαθημένων Ορθοδόξων Εκκλησιών
 (1872)

ΟΡΟΣ ΚΑΤΑΔΙΚΗΣ ΤΟΥ ΦΥΛΕΤΙΣΜΟΥ


Γράφει ο Όρος πού ψήφισε η Σύνοδος:

«Αποκηρύττομενκατακρίνοντες καικαταδικάζοντεςτον φυλετισμόν, τουτέστιν ταςφυλετικάς διακρίσεις και ταςεθνικάς έρεις καιζήλους καιδιχοστασίας εν τη του Χριστού Εκκλησία... Τους παραδεχομένους τον τοιούτον φυλετισμόν και επ' αυτώ τολμώντας παραπηγνύναι καινοφανείς φυλετικάς παρασυναγωγάς κηρύττομεν, συνωδά τοις Ιεροίς Κανόσιν,αλλοτρίους της μιας Αγίας, Καθολικής και Αποστολικής Εκκλησίας, και αυτό δη τούτοΣΧΙΣΜΑΤΙΚΟΥΣ».

[Από την Ιστορία τον Ελληνικού Έθνους (Εκδ. «Εκδοτικής Αθηνών»), τομ. ΙΓ (1977), Νεώτερος Ελληνισμός (από 1833 ως 1881), σελ. 305].

ΑΝΤΙΑΙΡΕΤΙΚΟΝ ΕΓΚΟΛΠΙΟΝ   www.egolpion.com


Read more:http://www.egolpion.net/katadiki_filetismou.el.aspx#ixzz2jfo04oaG

ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ, ΥΠΑΝΘΡΩΠΟΙ;

ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ, ΥΠΑΝΘΡΩΠΟΙ;


 ΕΙΝΑΙ ΟΙ ΜΑΥΡΟΙ, ΥΠΑΝΘΡΩΠΟΙ;
Απόσπασμα από το βιβλίο «ΕΝΑΣ ΑΣΚΗΤΗΣ ΕΠΙΣΚΟΠΟΣ» του Αρχιμ. Χριστοδούλου, πραγματικά επίκαιρο, αφιερωμένο εξαιρετικά σε όσους πιστεύουν ότι μπορούν να υπηρετούν δυο Κυρίους…

   Κάποτε που ήμουνα μαζί με το Γέροντα στο κελλί του, βρήκα την ευκαιρία να λύσω μία απορία μου σχετικά με τη μαύρη φυλή. Με απασχολούσε,αν έχη κανένα κακό αντίκτυπο στην ψυχή τους το χρώμα του σώματος. Μήπως ο Θεός τους αποστρέφεται; Γιατί, καθώς πίστευα, δεν υπήρχαν από τη φυλή τους άνθρωποι που ν' αγωνίσθηκαν και να σώθηκαν. Δεν είχα ακούσει ποτέ για μαύρο που να ευαρέστησε στον Θεό.
Θα σου απαντήσω, μου είπε ο άγιος. Οι Αιθίοπες γενεαλογικώς κατάγονταν από τον Σημ. Και έχουμε πολλούς που κάλεσε ο Θεός στη Βασιλεία Του από τη φυλή τους. Έλαμψε μάλιστα η αρετή τους και με θαύματα. Θα σου διηγηθώ τρία παραδείγματα.
Σε παλαιότερα χρόνια ζούσε ένας τέτοιος μαύρος ληστής. Ήταν πανύψηλος άνδρας με φοβερό παρουσιαστικό. Λήστευε στα μέρη της Παννέφου κι ήταν τόσο τρομερός, ώστε όταν μούγγριζε πέθαινες από τον φόβο σου. Μια νύχτα όμως είδε ένα τρομακτικό όνειρο. Ήταν, λέει, μια απέραντη πεδιάδα κι αυτός στεκόταν στη μέση. Σε μια στιγμή στρέφει το βλέμμα του και βλέπει ένα πύρινο ποταμό, που κυλούσε με πολύ θόρυβο, κι έτρωγε στο διάβα του ακόμη και το χώμα και τις πέτρες. Έκανε λίγα βήματα πιο κοντά για να δη. Μόλις όμως πλησίασε, βγήκαν τέσσερις φλόγες, τον άρπαξαν από τα μαλλιά και τον τραβούσαν να τον ρίξουν μέσα στο φλεγόμενο ποτάμι, για να τον κατακάψουν. Του φάνηκε τότε ότι την ώρα που τον έσερναν, ένα πνεύμα τού είπε: «Άθλιε, αν μετανοούσες και γινόσουν μοναχός δεν θα μπορούσαμε να σε καταποντίσουμε εδώ μέσα».
Ξύπνησε κατατρομαγμένος. Τον είχε καταλάβει ίλιγγος και φρίκη απ’ το φοβερό θέαμα. Τι να σημαίνη; αναρωτιόταν. Και καθώς δεν μπορούσε να δώση εξήγηση  αποφάσισε να πάη σ' ένα αναχωρητή μοναχό και να τον ρωτήση τι είναι αυτός ο πύρινος ποταμός, που ονειρεύτηκε. 
Παρευθύς πέταξε τα ληστρικά του σύνεργα και πήρε το δρόμο που οδηγούσε στην Πάννεφο. Βάδισε κάμποσο και σε λίγο ρίχνοντας γύρω του μια ματιά βλέπει ένα αναχωρητικό κελλί. Πλησίασε και χτύπησε την πόρτα. Ένας γέροντας τού άνοιξε αμέσως. «Καλώς ήρθες, λεβέ­ντη! Πως και μπήκες σ' αυτό τον κόπο; Μήπως σε θορύβησε ο πύρινος ποταμός και οι τέσσερις φλόγες που σε άρπαξαν να σε ρίξουν μέσα; Τι φοβερή που είναι, παιδάκι μου, η απειλή εκείνου τού ποταμού! θέλεις να γλυτώσης από τη φρίκη του; Μετανόησε για τα ληστρικά σου κακουργήματα και γίνε μοναχός. Τότε θα σωθής».
Ο ληστής άκουσε εμβρόντητος τα λόγια τού ασκητή. Πέφτει αμέσως στα πόδια του: «Λυπήσου με, τίμιε πάτερ, τον μαύρο στο σώμα και στην ψυχή, παρακάλεσε. Ελέη­σέ με τον άθλιο και κάνε με ό,τι σε προστάξη ο Θεός». Με δάκρυα εξακολουθούσε να τον ικετεύη ώσπουοάγιος εκείνος γέροντας τον έκειρε μοναχό. Και αφού τον δίδαξε όλα τα καθήκοντα της μοναχικής ζωής, του άφησε το κελλί του κι εκείνος αποσύρθηκε πιο βαθιά στην έρημο, για να ζήση ανάμεσα στα θηρία...
Εκείνος λοιπόν ο μαύρος με την πολλήν άσκησι έφτασε σε τέτοια μέτρα αρετής, ώστε την ώρα που προσευχόταν έμοιαζε ολόκληρος σαν πύρινος στύλος που λαμποκο­πούσε. Χιλιάδες, αμέτρητοι δαίμονες ρίχνονταν εναντίον του, αλλ' αυτός τους περιφρονούσε όλους. Η προσευχή του τους έκαιγε και τους αφάνιζε ολότελα. Η σοφία τού Θεού είχε καταυγάσει τον νου του. Έγραφε βιβλία κι έστελνε επιστολές στους πατέρες της σκήτης και σε πολ­λούς άλλους. Όλους τους ωφελούσε διδάσκοντάς τους ανόθευτη και ξάστερη την αλήθεια τού Χριστού.Και όταν ο μαύρος αυτός πέθανε, το άγιο λείψανό του ανά­βλυσε πολύ μύρο, που, καθώς βεβαιώνουν όλοι στα μέρη εκείνα, θεράπευε τους δαιμονισμένους και όλους τους αρρώστους.Άλλ' ας αρκεσθώ σ' αυτά γι’ αυτόν.
Ένας άλλος μαύρος— γέρος και φτωχός — ζούσε σε μια πόλη γυρίζοντας εδώ κι εκεί κι όλο κάτι μουρμουρίζο­ντας. Γι’ αυτό πολλοί έλεγαν ότι είναι τρελλός. Ήρθε κά­ποτε μεγάλη ανομβρία σ' εκείνη την πόλη. Η γη ήταν κατάξερη, τα ζώα ψοφούσαν, όλα τα φυτά κιτρίνισαν. Οι κά­τοικοι της πόλεως με τον επίσκοπό τους έκαναν συνεχώς λιτανείες και αγρυπνίες, αλλά τίποτε! Μια νύχτα, επί τέ­λους, βλέπει ο επίσκοπος στον ύπνο του έναν άγγελο να τού λέη: «Ο Θεός σε προστάζει να πάρης όλους τους κληρικούς σου και να πας στη νότια πύλη της πόλεως. Εκεί όποιον θα δης να έρχεται πρώτοςαπ' τους αγρούς προς τα μέσα, παρακάλεσέ τον πάρα πολύ, μέχρι να τον πείσης να προσευχηθή στον Θεό. για να σας στείλει βροχή».
Αυτά είπε ο άγγελος κι εξαφανίσθηκε. Την άλλη μέρα πρωί-πρωί, μετά την ακολουθία τού όρθρου, ο επίσκοπος με το ιερατείο του ξεκίνησαν για την πύλη που υπέδειξε ο άγγελος. Δεν πέρασε πολλή ώρα και είδαν να έρχεται απ' έξω ένας πολύγέρος μαύροςπου κουβαλούσε στους ώμους του ξύλα. «Γέροντα», τον παρακάλεσε αμέσως ο επίσκοπος, «προσευχήσου στον ελεήμονα Θεό να μας σπλαγχνισθή και να στείλη λίγη βροχή σε τούτη την κατάξερη γη».
Χωρίς δεύτερη κουβέντα ογερο-μαύροςύψωσε τα με­λανά γερασμένα χέρια του και προσευχήθηκε. Ξαφνικά άρχισε να βροντά και ν' αστράφτη δυνατά. Σηκώθηκε άνεμος, μαζεύθηκαν σύννεφα στον ουρανό,κι άρχισε ναβρέχη ραγδαία. Όλ’ αυτά έγιναν ώσπου ν' ανοιγοκλείσης τα μάτια σου με μόνη την προσευχή τού μαύρου.Τόσο πολύ έβρεξε, ώστε από το νερό κινδύνευαν να πλημμυρί­σουν τα σπίτια. Τότε ο επίσκοπος παρακάλεσε πάλι τον γέροντα να σταματήση την βροχή. Κι εκείνος ύψωσε για δεύτερη φορά τα χέρια του στον ουρανό. Αμέσως η νερο­ποντή σταμάτησε!...
Όταν όλα γαλήνεψαν, τον παρακάλεσε ο επίσκοπος να τού φανερώση ποιος ήταν και πως πολιτευόταν, ώστε να έχη τέτοια παρρησία στον Θεό. Και ο σεβάσμιος εκείνος γέροντας αποκρίθηκε ταπεινά: «Με βλέπεις πως είμαι ένας τιποτένιος μαύρος και ζητάς να βρης αρετή σε μένα;».«Για τ' όνομα τού Θεού», επέμεινε ο επίσκοπος, «φανέρωσέ μου όλη την αλήθεια προς δόξαν τού Κυρίου μας». «Δεν έχω κάνει τίποτε καλό, πάτερ. Να, μόνο από τότε που έγινα χριστιανός, δεν έφαγα δωρεάν ψωμί ανθρωπου. Κάθε μέρα πάω στο βουνό και μαζεύω ένα μικρό φόρτωμα ξύλα. Το βάζω στους ώμους μου και κατε­βαίνω στην πόλη να το πουλήσω. Από αυτά που κερδίζω κρατάω μόνο δυο οβολούς, ίσα για το φαγάκι της ημέρας. Τα υπόλοιπα τα δίνω στους ομοίους μου τους φτωχούς. Όταν χειμωνιάση και δεν μπορώ ν' ανέβω στο βουνό για ξύλα, νηστεύω μέχρι να βρω καμμιά καλή μέρα. Τότε ξανανεβαίνω στο βουνό κατά τη συνήθειά μου και κουβαλάω το μικρό μου φορτίο, για να το πουλήσω και να βολευθώ, όπως πάντα μαζί με τους φτωχούς μου».
Έβαλε πάλι το γεροντάκι τα ξύλα στους ώμους, χαιρέτισε τον επίσκοπο και τους ιερείς και μπήκε στην πόλη, για να τα πουλήση.
Αλλά ας σταματήσω και γι’ αυτόν. Θα σου διηγηθώ ενός ακόμη τη ζωή, παιδί μου, για να βεβαιωθής ότι και πλήθη μαύρων έχει καλέσει ο υπεράγαθος Θεός στη βα­σιλεία του.
Όταν ζούσε ακόμη ο φιλόχριστος βασιλεύς Κωνστα­ντίνος επισκέφθηκα το Βόιο, όπου υπήρχε ένα παραθαλάσσιο κοινόβιο. Καθώς συζητούσα με τους αδελφούς πνευματικά θέματα,ήρθε η κουβέντα και για τους μαύ­ρους, ότι πάρα πολλούς απ' αυτούς έχει τιμήσει ο Θεός. Τότε ένας αδελφός, ονόματι Χαρισήθης, είπε:
Εγώ γνώρισα μαύρο που αναδείχθηκε μεγάλος ασκητής.
Και επειδή όλοι ζητούσαν να μάθουν τις σκληραγωγίες του, άρχισε ο Χαρισήθης.
Ήμουνα σ' ένα κτήμα του κοινοβίου και δούλευα στο αμπέλι. Μια μέρα είδα να κάθεται κάτω από ένα κλήμα κάποιος μαύρος. Είχε μπροστά του ένα πλυμένο κολοκύθι γεμάτο νερό και μερικά αγριόχορτα που τα έτρωγε. Τον παρατηρούσα συνεχώς πολλές μέρες και θαύμασα τησκληραγωγίατου, γιατί επί ένα μήνα δεν άλλαξε το νερό απ’ το κολοκύθι. Τόσο πουγλύτσιασε το νερό και βρω­μούσε αφόρητα. Πολλές φορές τον παρακάλεσα να μ' αφήση να του αλλάξω το νερό ή να του φέρω λίγο ψωμί, αλλά στάθηκε αδύνατο. Έμενε συνεχώς στο ίδιο μέρος τηρώντας σιωπή και όλη τη νύχτα έψαλλε και προσευχό­ταν.
Όταν τις μέρες του καλοκαιριού έπιανε πολλή ζέστη, πήγαινε στην παραλία, καθόταν πάνω σ' ένα βράχο, και ψηνόταν όλη την μέρα. Πολλές φορές, όταν πήγαινε κα­νένας να τον δη, έκανε τον τρελλό κι έλεγε: «Ναι! ναι! σε ξέρω που ήρθες να με σκοτώσης, αλλά ο Θεός από πάνω σε βλέπει!», κι έδειχνε με το δάχτυλό του τον ουρανό.
Αυτά είναι, παιδάκι μου, τα κατορθώματα των μαύ­ρων, είπε τελειώνοντας ο Νήφων.Γι’ αυτό μη νομίζης ότι είναι απόβλητοι από τον Θεό.Αλλά όπως το αμπέλι κάνει και μαύρα και άσπρα σταφύλια, κατά τον ίδιο τρόπο δημιούργησε και τους ανθρώπους ο Θεός. Άλλοι είναι μαύροι, άλλοι κίτρινοι, άλλοι λευκοί. Ανάλογα, ας πούμε, και με τη γη, γιατί κι αυτή είναι πολύμορφη.
Αυτά μου είπε ο δούλος τού Θεού και σηκώθηκε να προσευχηθή. Ύψωσε τα χέρια στον ουρανό και άρχισε να δέεται.

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
7 ΙΟΥΝΙΟΥ  2012


Read more:http://www.egolpion.net/mavroi.el.aspx#ixzz2jfnZVoBn

Κανόνες Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου


Κανόνες Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου


Κανόνες Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου
Τη Σύνοδο αυτή συνεκάλεσε το αυτοκρατορικό ζεύγος του Μαρκιανού και της Αυγούστας Πουλχερίας το 451 μ.Χ. στη Χαλκηδόνα. Η Σύνοδος καταδίκασε τόσο το κίνημα του Μονοφυσιτισμού, που υποστηριζόταν από τον Αρχιμανδρίτη Ευτυχή, όσο και το Νεστοριανισμό για μία ακόμη φορά. Η Σύνοδος εξέδωσε 30 κανόνες, ανάμεσα στους οποίους και εκείνος που αναγνωρίζει τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως ισότιμο με τον Πάπα της Ρώμης.


Κανών Α'
Τούς παρά των αγίων Πατέρων καθ' εκάστην σύνοδον άχρι του νυν εκτεθέντας κανόνας κρατείν εδικαιώσαμεν.

Κανών Β'
Ει τις επίσκοπος, επί χρήμασι χειροτονίαν ποιήσαιτο, και εις πράσιν καταγάγοι την άπρατον χάριν, και χειροτονήσοι επί χρήμασιν επίσκοπον, ή χωρεπίσκοπον, ή πρεσβυτέρους, ή διακόνους, ή έτερόν τινα των εν τω κλήρω κατηριθμημένων, ή προβάλλοιτο επί χρήμασιν οικονόμον, ή έκδικον, ή παραμονάριον, ή όλως τινά του κανόνος, δι' αισχροκέρδειαν οικείαν, ο τούτο επιχειρήσας, ελεγχθείς, κινδυνευέτω περί τον οικείον βαθμόν• και ο χειροτονούμενος, μηδέν εκ της κατ' εμπορίαν ωφελείσθω χειροτονίας, ή προβολής• αλλ' έστω αλλότριος της αξίας, ή του φροντίσματος, ούπερ επί χρήμασιν έτυχεν. Ει δε τις και μεσιτεύων φανείη τοις ούτως αισχροίς και αθεμίτοις λήμμασι, και ούτος, ει μεν κληρικός είη, του οικείου εκπιπτέτω βαθμού ει δε λαϊκός, ή μονάζων, αναθεματιζέσθω.
Κανών Γ'
Ήλθεν εις την αγίαν σύνοδον, ότι των εν τω κλήρω κατειλεγμένων τινές, δι' αισχροκέρδειαν, αλλοτρίων κτημάτων γίνονται μισθωτοί, και πράγματα κοσμικά εργολαβούσι, της μεν του Θεού λειτουργίας καταα θυμούντες, τους δε των κοσμικών υποτρέχοντες οίκους, και ουσιών χειρισμούς αναδεχόμενοι δια φιλαργυρίαν. Ώρισε τοίνυν η αγία και μεγάλη σύνοδος, μηδένα του λοιπού, μη επίσκοπον, μη κληρικόν, μη μονάζοντα, ή μισθούσθαι κτήματα, ή πραγμάτων επεισάγειν εαυτόν κοσμικαίς διοικήσεσι• πλήν ει μήπου εκ νόμων καλοίτο εις αφηλίκων απαραίτητον επιτροπήν• ή ο της πόλεως επίσκοπος εκκλησιαστικών επιτρέψοι φροντίζειν πραγμάτων, ή ορφανών, ή χηρών απρονοήτων, και των προσώπων των μάλιστα της εκκλησιαστικής δεομένων βοηθείας, δια τον φόβον του Θεού. Ει δε τις παραβαίνων τα ωρισμένα του λοιπού επιχειρήσοι, ο τοιούτος εκκλησιαστικοίς υποκείσθω επιτιμίοις.

Κανών Δ'
Οι αληθώς και ειλικρινώς τον μονήρη μετιόντες βίον, της προσηκούσης αξιούσθωσαν τιμής. Επειδή δε τινες τω μοναχικώ κεχρημένοι προσχήματι, τας τε εκκλησίας, και τα πολιτικά διαταράσσουσι πράγματα, περιϊόντες αδιαφόρως εν ταις πόλεσιν, ου μην αλλά και μοναστήρια εαυτοίς συνιστάν επιτηδεύοντες, έδοξε, μηδένα μεν μηδαμού οικοδομείν, μηδέ συνιστάν μοναστήριον, ή ευκτήριον οίκον, παρά γνώμην του της πόλεως επισκόπου• τους δε καθ' εκάστην πόλιν και χώραν, μονάζοντας, υποτετάχθαι τω επισκόπω, και την ησυχίαν ασπάζεσθαι, και προσέχειν μόνη τη νηστεία, και τη προσευχή, εν οίς τόποις απετάξαντο, προσκαρτερούντες• μήτε δε εκκλησιαστικοίς, μήτε βιωτικοίς παρενοχλείν πράγμασιν, ή επικοινωνείν, καταλιμπάνοντας τα ίδια μοναστήρια, ει μήποτε άρα επιτραπείεν δια χρείαν αναγκαίαν υπό του της πόλεως επισκόπου μηδένα δε προσδέχεσθαι εν τοις μοναστηρίοις δούλον επί τω μονάσαι, παρά γνώμην του ιδίου δεσπότου• τον δε παραβαίνοντα τούτον ημών τον όρον, ωρίσαμεν ακοινώνητον είναι, ίνα μη το όνομα του Θεού βλασφημήται. Τον μεν τοι επίσκοπον της πόλεως, χρή την δέουσαν πρόνοιαν ποιείσθαι των μοναστηρίων.

Κανών Ε'
Περί των μεταβαινόντων από πόλεως εις πόλιν επισκόπων, ή κληρικών, έδοξε τους περί τούτων τεθέντας κανόνας παρά των αγίων Πατέρων έχειν την ισχύν.

Κανών ΣΤ'
Μηδένα απολελυμένως χειροτονείσθαι, μήτε πρεσβύτερον, μήτε διάκονον, μήτε όλως τινά των εν τω εκκλησιαστικώ τάγματι• ει μη ειδικώς εν εκκλησία πόλεως, ή κώμης, ή μαρτυρίω, ή μοναστηρίω, ο χειροτονούμενος επικηρύττοιτο. Τούς δε απολύτως χειροτονουμένους, ώρισεν η αγία σύνοδος, άκυρον έχειν την τοιαύτην χειροθεσίαν, και μηδαμού δύνασθαι ενεργείν, εφ' ύβρει του χειροτονήσαντος.

Κανών Ζ'
Τούς άπαξ εν κλήρω τεταγμένους, ή και μοναστάς, ωρίσαμεν μήτε επί στρατείαν, μήτε επί αξίαν κοσμικήν έρχεσθαι• ή, τούτο τολμώντας, και μη μεταμελομένους, ώστε επιστρέψαι επί τούτο, ό δια Θεόν πρότερον είλοντο, αναθεματίζεσθαι.

Κανών Η'
Οι κληρικοί των πτωχείων, και μοναστηρίων, και μαρτυρίων, υπό την εξουσίαν των εν εκάστη πόλει επισκόπων, κατά την των αγίων Πατέρων παράδοσιν, διαμενέτωσαν• και μη κατά αυθάδειαν αφηνιάτωοαν του ιδίου επισκόπου. Οι δε τολμώντες ανατρέπειν την τοιαύτην διατύπωσιν, καθ' οιονδήποτε τρόπον, και μη υποταττόμενοι τω ιδίω επισκόπω, ει μεν είεν κληρικοί, τοις των κανόνων υποκείσθωσαν επιτιμίοις• ει δε μονάζοντες, ή λαϊκοί, έστωσαν ακοινώνητοι.

Κανών Θ'
Ει τις κληρικός προς κληρικόν πράγμα έχει, μη εγκαταλιμπανέτω τον οικείον επίσκοπον, και επί κοσμικά δικαστήρια μη κατατρεχέτω, αλλά πρότερον την υπόθεσιν γυμναζέτω παρά τω ιδίω επισκόπω, ή γούν, γνώμη αυτού του επισκόπου, παρ' οίς αν αμφότερα τα μέρη βούλωνται, τα της δίκης συγκροτείσθω• ει δε τις παρά ταύτα ποιήσοι, κανονικοίς επιτιμίοις υποκείσθω. Ει δε κληρικός πράγμα έχει προς τον ίδιον, ή και προς έτερον επίσκοπον, παρά τη συνόδω της επαρχίας δικαζέσθω. Ει δε προς τον της αυτής επαρχίας μητροπολίτην, επίσκοπος, ή κληρικός αμφισβητοίη, καταλαμβανέτω τον έξαρχον της διοικήσεως, ή τον της βασιλευούσης Κωνσταντινουπόλεως θρόνον, και επ' αυτώ δικαζέσθω.

Κανών Ι'
Μη εξείναι κληρικόν εν δύο πόλεων κατά ταυτόν καταλέγεσθαι εκκλησίαις, εν ή τε την αρχήν εχειροτονήθη, και εν ή προσέφυγεν, ως μείζονι δήθεν, δια δόξης κενής επιθυμίαν. Τούς δε γε τούτο ποιούντας αποκαθίστασθαι τη ιδία εκκλησία, εν ή εξ αρχής εχειροτονήθησαν, και εκεί μόνον λειτουργείν. Ει μεν τοι ήδη τις μετετέθη εξ άλλης εις άλλην εκκλησίαν, μηδέν τοις της προτέρας εκκλησίας, ήτοι των υπ' αυτήν μαρτυρίων, ή πτώχειων, ή ξενοδοχείων επικοινωνείν πράγμασι. Τούς δε γε τολμώντας, μετά τον ορόν της μεγάλης και οικουμενικής ταύτης συνόδου, πράττειν τι των νυν απηγορευμένων, ώρισεν η αγία σύνοδος εκπίπτειν του ιδίου βαθμού.

Κανών ΙΑ'
Πάντας τους πένητας και δεομένους επικουρίας, μετά δοκιμασίας επιστολίοις, είτουν ειρηνικοίς εκκλησιαστικοίς μόνοις, οδεύειν ωρίσαμεν, και μη συστατικοίς δια το τας συστατικάς επιστολάς προσήκειν τοις ούσιν εν υπολήψει μόνοις παρέχεσθαι προσώποις.

Κανών ΙΒ'
Ήλθεν εις ημάς, ως τινες παρά τους εκκλησιαστικούς θεσμούς προσδραμόντες δυναστείαις, δια πραγματικών την μίαν επαρχίαν εις δύο κατένεμον, ως εκ τούτου δύο μητροπολίτας είναι εν τη αυτή επαρχία. Ώρισεν τοίνυν η αγία σύνοδος, του λοιπού μηδέν τοιούτον τολμάσθαι παρά επισκόπου• επεί, τον τοιούτο επιχειρούντα εκπίπτειν του ιδίου βαθμού. Όσαι δε ήδη πόλεις δια γραμμάτων βασιλικών τω της μητροπόλεως ετιμήθησαν ονόματι, μόνης απολαυέτωσαν της τιμής, και ο την εκκλησίαν ταύτην διοικών επίσκοπος, δηλονότι σωζομένων τη κατ' αλήθειαν μητροπόλει των οικείων δικαίων.

Κανών ΙΓ'
Ξένους κληρικούς και αγνώστους, εν ετέρα πόλει, δίχα συστατικών γραμμάτων του ιδίου επισκόπου, μηδόλως μηδαμού λειτουργείν.

Κανών ΙΔ'
Επειδή εν τισιν επαρχίαις συγκεχώρηται τοις αναγνώσταις, και ψάλταις, γαμείν, ώρισεν η αγία σύνοδος, μη εξείναί τινι αυτών ετερόδοξον γυναίκα λαμβάνειν. Τούς δε ήδη εκ τοιούτου γάμου παιδοποιήσαντας, ει μεν έφθασαν βαπτίσαι τα εξ αυτών τεχθέντα παρά τοις αιρετικοίς, προσάγειν αυτά τη κοινωνία της καθολικής εκκλησίας• μη βαπτίσαντας δε, μη δύνασθαι έτι βαπτίζειν αυτά παρά τοις αιρετικοίς, μήτε μην συνάπτειν προς γάμον αιρετικώ, ή Ιουδαίω, ή Έλληνι, ει μη άρα επαγγέλλοιτο μετατίθεσθαι εις την ορθόδοξον πίστιν το συναπτόμενον πρόσωπον τω ορθοδόξω. Ει δε τις τούτον τον όρον παραβαίη της αγίας συνόδου, κανονικώ υποκείσθω επιτιμίω.

Κανών ΙΕ'
Διάκονον μη χειροτονείσθαι γυναίκα προ ετών τεσσαράκοντα, και ταύτην μετ' ακριβούς δοκιμασίας. Ει δε γε δεξαμένη την χειροθεσίαν, και χρόνον τινά παραμείνασα τη λειτουργία, εαυτήν επιδώ γάμω, υβρίσασα την του Θεού χάριν, η τοιαύτη αναθεματιζέσθω μετά του αυτή συναφθέντος.

Κανών ΙΣΤ'
Παρθένον αναθείσαν εαυτήν τω δεσπότη Θεώ, ωσαύτως δε και μονάζοντας, μη εξείναι γάμω προσομιλείν. Ει δε γε ευρεθείεν τούτο ποιούντες, έστωσαν ακοινώνητοι. Ωρίσαμεν δε έχειν την αυθεντίαν της επ' αυτοίς φιλανθρωπίας τον κατά τόπον επίσκοπον.

Κανών ΙΖ'
Τάς καθ' εκάστην επαρχίαν αγροικικάς παροικίας, ή εγχωρίους, μένειν απαρασαλεύτους παρά τοις κατέχουσιν αυτάς επισκόποις, και μάλιστα ει τριακονταετή χρόνον ταύτας αβιάστως διακατέχοντες ωκονόμησαν. Ει δε εντός των τριάκοντα ετών γεγένηταί τις, ή γένοιτο περί αυτών αμφισβήτησις, εξείναι τοις λέγουσιν ηδικείσθαι, περί τούτων κινείν παρά τη συνόδω της επαρχίας. Ει δε τις αδικοίτο παρά του ιδίου μητροπολίτου, παρά τω εξάρχω της διοικήσεως, ή τω Κωνσταντινουπόλεως θρόνω δικαζέσθω, καθά προείρηται. Ει δε και τις εκ βασιλικής εξουσίας εκαινίσθη πόλις, ή αύθις καινισθείη, τοις πολιτικοίς και δημοσίοις τύποις, και των εκκλησιαστικών παροικιών η τάξις ακολουθείτω.

Κανών ΙΗ'
Το της συνωμοσίας, ή φατρίας, έγκλημα και παρά των έξω νόμων πάντη κεκώλυται, πολλώ δη μάλλον εν τη του Θεού εκκλησία τούτο γίνεσθαι απαγορεύειν προσήκει. Ει τινες τοίνυν κληρικοί, ή μονάζοντες, ευρεθείεν συνομνύμενοι, ή φατριάζοντες, ή κατασκευάς τυρεύοντες επισκόποις, ή συγκληρικοίς, εκπιπτέτωσαν πάντη του οικείου βαθμού.

Κανών ΙΘ'
Ήλθεν εις τας ημετέρας ακοάς, ως εν ταις επαρχίαις αι κεκανονισμέναι σύνοδοι των επισκόπων ου γίνονται, και εκ τούτου πολλά παραμελείται των διορθώσεως δεομένων εκκλησιαστικών πραγμάτων. Ώρισε τοίνυν η αγία σύνοδος, κατά τους των αγίων Πατέρων κανόνας, δις του ενιαυτού επί το αυτό συντρέχιν καθ' εκάστην επαρχίαν τους επισκόπους, ένθα αν ο της μητροπόλεως επίσκοπος δοκιμάση, και διορθούν έκαστα τα ανακύπτοντα. Τούς δε μη συνιόντας επισκόπους, ενδημούντας ταις εαυτών πόλεσι, και ταύτα εν υγεία διάγοντας, και πάσης απαραιτήτου και αναγκαίας ασχολίας όντας ελευθέρους, αδελφικώς επιπλήττεσθαι.

Κανών Κ'
Κληρικούς εις εκκλησίαν τελούντας, καθώς ήδη ωρίσαμεν, μη εξείναι εις άλλης πόλεως τάττεσθαι εκκλησίαν• αλλά στέργειν εκείνην, εν ή λειτουργείν εξ αρχής ηξιώθησαν, εκτός εκείνων, οίτινες απολέσαντες τας οικείας πατρίδας από ανάγκης, εις άλλην εκκλησίαν μετήλθον. Ει δε τις επίσκοπος μετά τον όρον τούτον, άλλω επισκόπω προσήκοντα δέξοιτο κληρικόν, έδοξεν ακοινώνητον είναι και τον δεχθέντα, και τον δεξάμενον, έως αν ο μεταστάς κληρικός εις την ιδίαν επανέλθη εκκλησίαν.

Κανών ΚΑ'
Κληρικούς, ή λαϊκούς, κατηγορούντας επισκόπων, ή κληρικών, απλώς και αδοκιμάστως μη προσδέχεσθαι εις κατηγορίαν, ει μη πρότερον εξετασθείη αυτών η υπόληψις.

Κανών ΚΒ'
Μη εξείναι κληρικοίς μετά θάνατον του ιδίου επισκόπου, διαρπάζειν τα διαφέροντα αυτώ πράγματα, καθώς και τοις παραλαμβάνουσιν απηγόρευται• ή τους τούτο ποιούντας, κινδυνεύειν περί τους ιδίους βαθμούς.

Κανών ΚΓ'
Ήλθεν εις τας ακοάς της αγίας συνόδου, ως κληρικοί τινες και μονάζοντες, μηδέν εγκεχειρισμένοι υπό του ιδίου επισκόπου, έστι δ' ότε και ακοινώνητοι γενόμενοι παρ' αυτού, καταλαμβάνοντες την βασιλεύουσαν Κωνσταντινούπολιν, επί πολύ εν αυτή διατρίβουσι, ταραχάς εμποιούντες, και θορυβούντες την εκκλησιαστικήν κατάστασιν, ανατρέπουσί τε οίκους τινών. Ώρισε τοίνυν η αγία σύνοδος, τους τοιούτους υπομιμνήσκεσθαι μεν πρότερον δια του εκδίκου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιωτάτης εκκλησίας επί τω εξελθείν της βασιλευούσης πόλεως• ει δε τοις αυτοίς πράγμασιν επιμένοιεν αναισχυντούντες, και άκοντας αυτούς δια του αυτού εκδίκου εκβάλλεσθαι, και τους ιδίους καταλαμβάνειν τόπους.

Κανών ΚΔ'
Τα άπαξ καθιερωθέντα μοναστήρια, κατά γνώμην επισκόπου, μένειν εις το διηνεκές μοναστήρια, και τα ανήκοντα αυτοίς πράγματα φυλάττεσθαι, και μηκέτι γίνεσθαι ταύτα κοσμικά καταγώγια• τους δε συγχωρούντας τούτο γίνεσθαι, υποκείσθαι τοις εκ των κανόνων επιτιμίοις.

Κανών ΚΕ'
Επειδή περ τινές των μητροπολιτών, ως περιηχήθημεν, αμελούσι των εγκεχειρισμένων αυτοίς ποιμνίων, και αναβάλλονται τας χειτοτονίας των επισκόπων• έδοξε τη αγία συνόδω, εντός τριών μηνών γίνεσθαι τας χειροτονίας των επισκόπων, ει μήποτε άρα απαραίτητος ανάγκη παρασκευάσοι επιταθήναι τον της αναβολής χρόνον. Ει δε μη τούτο ποιήσοι, υποκείσθαι αυτόν εκκλησιαστικοίς επιτιμίοις. Τήν μεν τοι πρόσοδον της χηρευούσης εκκλησίας, σώαν παρά τω οικονόμω της αυτής εκκλησίας φυλάττεσθαι.

Κανών ΚΣΤ'
Επειδή εν τισιν εκκλησίαις, ως περιηχήθημεν, δίχα οικονόμων οι επίσκοποι και τα εκκλησιαστικά χειρίζουσι πράγματα, έδοξε πάσαν εκκλησίαν επίσκοπον έχουσαν, και οικονόμον έχειν εκ του ιδίου κλήρου, οικονομούντα τα εκκλησιαστικά κατά γνώμην του ιδίου επισκόπου• ώστε μη αμάρτυρον είναι την οικονομίαν της εκκλησίας, και εκ τούτου σκορπίζεσθαι τα αυτής πράγματα, και λοιδορίαν τη ιερωσύνη προστρίβεσθαι• ει δε μη τούτο ποιήσοι, υποκείσθαι αυτόν τοις θείοις κανόσιν.

Κανών ΚΖ'
Τούς αρπάζοντας γυναίκας επ' ονόματι συνοικεσίου, ή συμπράττοντας, ή συναιρομένους τοις αρπάζουσιν, ώρισεν η αγία σύνοδος, ει μεν κληρικοί είεν, εκπίπττειν του ιδίου βαθμούει δε λαϊκοί, αναθεματίζεσθαι.
Κανών ΚΗ'
Πανταχού τοις των αγίων Πατέρων όροις επόμενοι, και τον αρτίως αναγνωσθέντα κανόνα των εκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατων επισκόπων, των συναχθέντων επί του της ευσεβούς μνήμης Μεγάλου Θεοδοσίου, του γενομένου βασιλέως εν τη βασιλίδι Κωνσταντινουπόλεως Νέα ώμη, γνωρίζοντες, τα αυτά και ημείς ορίζομέν τε και ψηφιζόμεθα περί των πρεσβείων της αγιωτάτης εκκλησίας της αυτής Κωνσταντινουπόλεως Νέας ώμης• και γαρ τω θρόνω της πρεσβυτέρας ώμης, δια το βασιλεύειν την πόλιν εκείνην, οι Πατέρες εικότως αποδεδώκασι τα πρεσβεία. Και τω αυτώ σκοπώ κινούμενοι οι εκατόν πεντήκοντα θεοφιλέστατοι επίσκοποι, τα ίσα πρεσβεία απένειμαν τω της Νέας ώμης αγιωτάτω θρόνω, ευλόγως κρίναντες, την βασιλεία και συγκλήτω τιμηθείσαν πόλιν, και των ίσων απολαύουσαν πρεσβείων τη πρεσβυτέρα βασιλίδι ώμη, και εν τοις εκκλησιαστικοίς ως εκείνην μεγαλύνεσθαι πράγμασι, δευτέραν μετ' εκείνην υπάρχουσαν. Και ώστε τους της Ποντικής, και της Ασιανής, και της Θρακικής διοικήσεως μητροπολίτας μόνους, έτι δε και τους εν τοις βαρβαρικοίς επισκόπους των προειρημένων διοικήσεων χειροτονείσθαι υπό του προειρημένου αγιωτάτου θρόνου της κατά Κωνσταντινούπολιν αγιωτάτης εκκλησίας• δηλαδή εκάστου μητροπολίτου των προειρημένων διοικήσεων μετά των της επαρχίας επισκόπων χειροτονούντος τους της επαρχίας επισκόπους, καθώς τοις θείοις κανόσι διηγόρευται• χειροτονείσθαι δε, καθώς είρηται, τους μητροπολίτας των προειρημένων διοικήσεων παρά του Κωνσταντινουπόλεως αρχιεπισκόπου, ψηφισμάτων συμφώνων κατά το έθος γινομένων, και επ' αυτόν αναφερομένων.

Κανών ΚΘ'
Επίσκοπον εις πρεσβυτέρου βαθμόν φέρειν, ιεροσυλία εστίν. Ει δε αιτία τις δικαία εκείνους από της πράξεως της επισκοπής αποκινεί, ουδέ πρεσβυτέρου τόπον κατέχειν οφείλουσιν. Ει δε εκτός τινος εγκλήματος απεκινήθησαν του αξιώματος, προς την της επισκοπής αξίαν επαναστρέψουσιν. Ανατόλιος ο ευλαβέστατος αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, είπεν• Ούτοι οι λεγόμενοι από της επισκοπικής αξίας εις την του πρεσβυτέρου τάξιν κατεληλυθέναι, ει μεν υπό ευλόγων τινών αιτιών καταδικάζονται, εικότως ουδέ της πρεσβυτέρου εντός άξιοι τυγχάνουσιν είναι τιμής• ει δε δίχα τινός αιτίας ευλόγου εις τον ήττονα κατεβιβάσθησαν βαθμόν, δίκαιοι τυγχάνουσιν, ει γε ανεύθυνοι φανείεν, την της επισκοπής επαναλαβείν αξίαν τε και ιερωσύνην.

Κανών Λ'
Επειδή οι ευλαβέστατοι επίσκοποι της Αιγύπτου, ουχ ως μαχόμενοι τη καθολική πίστει, υπογράψαι τη επιστολή του οσιωτάτου αρχιεπισκόπου Λέοντος επί του παρόντος ανεβάλοντο, αλλά φάσκοντες, έθος είναι εν τη Αιγυπτιακή διοικήσει, παρά γνώμην και διατύπωσιν του αρχιεπισκόπου μηδέν τοιούτο ποιείν• και αξιούσιν ενδοθήναι αυτοίς άχρι της χειροτονίας του εσομένου της των Αλεξανδρέων μεγαλουπόλεως επισκόπου• εύλογον ημίν εφάνη και φιλάνθρωπον, ώστε αυτοίς μένουσιν επί του οικείου σχήματος εν τη βασιλευούση πόλει, ένδοσιν παρασχεθήναι, άχρις αν χειροτονηθή ο αρχιεπίσκοπος της Αλεξανδρέων μεγαλοπόλεως. Όθεν μένοντες επί του οικείου σχήματος, ή εγγύας παρέξουσιν, ει τούτο αυτοίς δυνατόν, ή εξωμοσία καταπιστευθήσονται.


Read more:http://www.egolpion.net/72D01DBB.el.aspx#ixzz2jfn6Phib

ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ - Η σπουδαιότητα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου

ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ - Η σπουδαιότητα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου


ΑΛΗΘΕΙΑ ΚΑΙ ΑΙΡΕΣΗ
Η σπουδαιότητα της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου
 Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου


   Είναι συνείδηση της Εκκλησίας ότι η λάμψη των αγίων και Πατέρων της, ή διαφορετικά η αλήθεια του Θεού που δι’ αυτών, ως κατοικητήρια του Λόγου, εκφράστηκε μέσα στην ιστορία, ξεπερνά ασυγκρίτως την υλική λάμψη του έναστρου ουρανού. Ένεκεν της ευσεβούς και αγιοπνευματικής ζωής των φωτίστηκαν από το Θεό και ορθοτόμησαν την αλήθεια περί Θεού και ανθρώπου ώστε να γίνει κτήμα και θεολογία των επόμενων γενεών και έτσι, δια της σώζουσας πίστεως και της χαρισματικής ζωής, να μπορούν όλοι να βαδίσουν το δρόμο της λύτρωσης. Είναι ακόμη διδασκαλία της Εκκλησίας ότι η χριστιανική πίστη δεν είναι θεωρητική, ιδεολογική, καρπός της διάνοιας, αλλά πραγματοποιεί υπέρβαση της λογικής, την ξεπερνά χωρίς να την απορρίπτει. Δεχόμαστε τις αλήθειες του Θεού γιατί λειτουργούν άριστα στην καθημερινή ζωή μας. Ζούμε το Θεό ανά πάσα στιγμή, μέσω της Θείας Λειτουργίας, της αγάπης και της προσευχής, «μέσα σ’ αυτόν αναπνέουμε και υπάρχουμε», όπως ακριβώς το φαγητό και το πότο μετασχηματίζονται σε ψυχοσωματική ζωή, χωρίς διανοητική από εμάς προσπάθεια και μέριμνα.
Από τον ως άνω φυσικό και υγιή, και δια της Θείας Λατρείας πνευματικώς ανακαινισμένο τρόπο ζωής, αποκόπηκαν ένεκεν εγωισμού και επειδή αρκέστηκαν σε μια ορθολογική και διανοητική κυρίως επεξεργασία των αληθειών της πίστεως, οι ανά την ιστορία αιρεσιάρχες. Αίρεση σημαίνει απομόνωση μέρους μόνο της αληθείας και επιλογής του προς αντικατάσταση του Όλου. Σημαίνει προσπάθεια ένταξης ιουδαϊκών αρχικά και ειδωλολατρικών στη συνέχεια αντιλήψεων στη θεολογία, παραχάραξη της αλήθειας, αποκλειστική χρήση της φιλοσοφίας ή και ανατολικών θρησκειών προς ερμηνεία της πίστεως, ιδεολογικό κατασκεύασμα που λειτουργεί εις βάρος της αυθεντικής ζωής. Ο απόστολος Ιωάννης, στην Α΄ και Β΄ επιστολή του, γράφει για πολλούς ψευτοπροφήτες και πλάνους που ξεχύθηκαν στον κόσμο (4,1 & 1,7 αντίστοιχα), ο απ. Πέτρος μιλάει «για αιρέσεις απωλείας» (Β΄ Πέτρ. 2,1) και ο απόστολος Παύλος εφιστά την προσοχή μπροστά στον κίνδυνο των ψευτοδιδασκάλων που λαλούν «διεστραμμένα» με σκοπό να παρασύρουν χριστιανούς (Πράξ. 20,30). Ο Χριστός είχε φυσικά εξαρχής αποκαλύψει ότι όσο κι αν πασχίζουν οι κακοί και ύπουλοι εργάτες στον κόσμο (Φιλ. 3,2), «οι πύλες του άδη δεν θα μπορέσουν να εκμηδενίσουν το έργο της Εκκλησίας» (Ματθ. 16,18), αφού Εκείνος έδωσε τη ζωή Του γι’ αυτήν (Ιω. 3,16-17), τη στηρίζει ως το σώμα Του (Εφεσ. 5,30) και στον αιώνα θα είναι η κεφαλή της (Εφεσ. 1,22-23). Αντίπαλοι των αιρέσεων, και ορθοτόμοι της αληθείας, αναδείχτηκαν οι Απόστολοι και Προφήτες της πρώτης Εκκλησίας, οι μαθητές των μαθητών του Χριστού (αποστολικοί Πατέρες) και διαχρονικά στην μετά Χριστόν ιστορία της σωτηρίας οι Πατέρες της Εκκλησίας. Φωτεινές μορφές, σπουδαίοι ασκητές, επίσκοποι συνήθως και Λειτουργοί του Υψίστου, διαβασμένοι καλά στην Θεολογία, φιλοσοφία και επιστήμη ενίοτε της εποχής τους, προέβαλαν το ανάστημά τους και καταπολέμησαν το ψέμα, αποκάλυψαν την αλήθεια και συνέβαλαν στην ειρήνη και την ενότητα του λαού του Θεού, που είχαν δοκιμαστεί από τις αιρέσεις.
ΗΠατερική διδασκαλία εκφράστηκε μέσω των Οικουμενικών Συνόδων. Σύνοδος (συν+οδός) σημαίνει κοινή πορεία, εκκλησιαστική και σωτηριολογική. Μόνο η διαχρονικώς εκφρασθείσα Αποκάλυψη του Θεού είναι στην ιστορία η σωτήρια και η αληθινή. Τα δόγματα της Εκκλησίας -που είναι τρόποι κοινωνίας με το Θεό (αν γίνουν βιώματα των πιστών μέσω της Θείας Λατρείας) και όχι αφηρημένες μεταφυσικές κατασκευές- είναι οι αλήθειες εκείνες που παντού, πάντοτε και από όλους έγιναν πιστευτές. Έτσι, οι αναγνωρισμένες από την συνείδηση του πληρώματος της Εκκλησίας Σύνοδοι (γιατί ο λαός είναι πάντοτε στην Ορθόδοξη Εκκλησία ο φρουρός και υπερασπιστής της πίστεως), στις οποίες συμμετείχαν μεγάλες μορφές θεολογικές και εκκλησιαστικές (οι Πατέρες ονομάζονται «πάγχρυσα στόματα του Λόγου»), εξέφρασαν την αλήθεια στην ιστορία, ερμήνευσαν Ορθοδόξως λεπτότατα σημεία της Αγίας Γραφής και γνωμάτευσαν για επιτακτικά διοικητικά και λατρευτικά ζητήματα.
Οι Οικουμενικές Σύνοδοι -οι Όροι-αποφάσεις των οποίων σε δογματικά ζητήματα είναι στην Ορθόδοξη Εκκλησία ισόκυρες με την Αγία Γραφή, αφού αυτήν Ορθοδόξως υπομνηματίζουν- μνημονεύονται μάλιστα δια της εκκλησιαστικής Λατρείας καθ’ όλο το έτος, για να οικοδομούνται οι πιστοί και να ενστερνίζονται την ορθή διδασκαλία που οδηγεί στην αιώνια ζωή. Ιδιαιτέρως πρέπει να τονίσουμε εδώ πως οι Οικουμενικές Σύνοδοι δεν αποκαλύπτουν την αλήθεια, ωσάν να μην την γνώριζε η Εκκλησία, αλλά απλά την εκφράζουν όσον το δυνατόν καλύτερα και εμβαθύνουν σ’ αυτήν. Προηγείται η θεολογικά φωτισμένη διδασκαλία των αγίων εκκλησιαστικών μορφών και ακολουθούν οι Όροι και αποφάσεις των Συνόδων, μέσω των οποίων η Σύνοδος δεν ασκεί εξουσιαστική αυθεντία, αλλά εκφράζει την εσωτερική καθολικότητα της Εκκλησίας. Η Εκκλησία δηλαδή νομοθετεί θεολογικά για να σώσει ψυχές, προσφέρει πνευματικά φάρμακα θεραπείας, που είναι οι εντολές του Χριστού, και δεν είναι στη φύση της να επιβάλλεται στους πιστούς.
Ηαίρεση, από τη φύση της, προκαλεί μια εσωτερική πληγή στο σώμα της Εκκλησίας που απαιτεί θεραπεία. Οι αιρετικοί αλλοιώνουν και παραχαράσσουν το νόημα του Ευαγγελίου, διότι είναι παιδιά της υπερηφανείας και απατεώνες του πνεύματος, ενώ εξελίσσονται σε ψευτομάρτυρες της πίστεως για το ευρύ κοινό. Οι αιρέσεις είναι χειρότερες μάλιστα από τους διωγμούς που υπέστησαν (αλλά και υφίστανται, λ.χ. στην Αίγυπτο) οι χριστιανοί, διότι στους μεν διωγμούς δημιουργείται συσπείρωση των πιστών και ενότητα πίστεως, ενώ στις αιρέσεις ύπουλα, παραπλανητικά και έντεχνα μεθοδεύονται πλανεμένες ερμηνείες κατά των δογμάτων και της αλήθειας που εκπροσωπεί η Εκκλησία. Χειρότερες αιρέσεις ήσαν όσες αμφισβήτησαν το Θεανδρικό πρόσωπο του Ιησού Χριστού και το τρισυπόστατο και Ομοούσιο της Αγίας Τριάδος. Σε χρήση όπλα της Εκκλησίας, για να μην εξαπλωθεί η νόσος σε πνευματική γάγγραινα και για να προστατευθεί έτσι το σύνολο των πιστών, υπήρξαν πάντοτε: η προσπάθεια νουθεσίας του αιρεσιάρχη, ο αφορισμός (απομάκρυνση από τη Θεία Μετάληψη και τα υπόλοιπα Μυστήρια μέχρις ότου μετανοήσει) και σε βαριές περιπτώσεις, όπου υπάρχει πλήρης αμετανοησία και κίνδυνος για το σύνολο των πιστών, ο αναθεματισμός (το άτομο ή θρησκευτικές ομάδες θεωρούνται εκτός Εκκλησίας και ανατίθενται πλέον στην αποκλειστική μέριμνα του Θεού).  
ΗΕκκλησία απάντησε δια Συνοδικών αποφάσεων στην διαστρεβλωμένη διδασκαλία πολλών αιρέσεων, που ταλάνιζαν και παραπλανούσαν χιλιάδες πιστούς: Ο Άρειος, ένας λόγιος ιερέας στην Αλεξάνδρεια, δίδασκε ότι ο Ιησούς δεν είναι Θεός, αλλά το ανώτερο δημιούργημα του Θεού. Η Αρειανική κακοδοξία καταδικάστηκε από την Α΄ Οικουμενική το 325 μ.Χ., που διατύπωσε και τα επτά πρώτα άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως. Ο άγιος Αθανάσιος αναδείχτηκε τότε σε ψυχή της Συνόδου και οι Ορθόδοξες θέσεις του υπερίσχυσαν στην Σύνοδο. Στη συνέχεια, ο Μακεδόνιος (αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως) και η παράταξή του αρνήθηκαν την θεότητα του Αγίου Πνεύματος (Πνευματομάχοι). Καταδικάστηκαν από την Β΄ Οικουμενική Σύνοδο, το 381 μ.Χ., έπειτα από πρωτοβουλία του Μεγάλου Θεοδοσίου, η οποία και συνέταξε τα πέντε τελευταία άρθρα του Συμβόλου της Πίστεως. Στις Χριστολογικές αιρέσεις, που επιχείρησαν να εξηγήσουν εσφαλμένα το μυστήριο των δύο φύσεων του Χριστού, ανήκουν ο Νεστοριανισμός, ο Μονοφυσιτισμός και ο Μονοθελητισμός. Ο Νεστόριος, αρχιεπίσκοπος Κωνσταντινουπόλεως, δεν δίσταζε να διδάσκει πως ο Χριστός ήταν περισσότερο άνθρωπος και λιγότερο Θεός. Την Παναγία ονόμαζε μάλιστα Χριστοτόκο και όχι Θεοτόκο, θεωρώντας ότι γέννησε έναν απλό άνθρωπο, τον Ιησού, στον οποίον αργότερα κατοίκησε ο Θείος Λόγος. Καταδικάστηκε από την Γ΄ Οικουμενική Σύνοδο, το 431 στην Έφεσο, που διακήρυξε ότι σύμφωνα με την πίστη της Εκκλησίας, την Παράδοση και την Αγία Γραφή, ο Χριστός είναι ο Θεός που έγινε άνθρωπος, έχει δύο φύσεις (την θεία και την ανθρώπινη) ενωμένες στο πρόσωπό του, και όχι ένας άνθρωπος που πρόκοψε ηθικά. Νεστοριανικές Εκκλησίες υπάρχουν σήμερα κυρίως στο Ιράκ, Ιράν και Συρία. Ο αρχιμανδρίτης Ευτυχής, κυριότερος εκπρόσωπος του Μονοφυσιτισμού, υποστήριζε ότι η θεία φύση του Χριστού απορρόφησε την ανθρώπινη. Καταδικάστηκε από την Δ΄ Οικουμενική Σύνοδο, το 451 μ.Χ., στην Χαλκηδόνα. Οι Εκκλησίες των Μονοφυσιτών, που μέχρι σήμερα υπάρχουν στην Αίγυπτο και τη Συρία (Κόπτες και Ιακωβίτες), ονομάζονται ΠροΧαλκηδόνιες ή ΑντιΧαλκηδόνιες. Οι Ε΄ και ΣΤ΄ Οικουμενικές Σύνοδοι, που συγκλήθηκαν το 553 και 681 αντίστοιχα στην Κωνσταντινούπολη, καταδίκασαν τον Μονοθελητισμό, που υποστήριζε ότι ο Χριστός είχε μια μόνο θέληση και ενέργεια, τη θεϊκή. Διατύπωσαν την Ορθόδοξη διδασκαλία πως ο Χριστός είχε δύο θελήσεις και ενέργειες, αλλά η ανθρώπινη θέλησή Του υποτασσόταν στη θεϊκή. Η Εικονομαχία, ως γνωστόν, ταλαιπώρησε για 100 περίπου χρόνια την Εκκλησία και τέλος, δια της Ζ΄ Οικουμενικής που συνήλθε το 787 στη Νίκαια της Βιθυνίας, καταδικάστηκε ως αίρεση και έλαμψε η αλήθεια για την εκκλησιαστικώς παιδαγωγική σημασία των εικόνων και για το ότι η τιμή προς τις εικόνες απευθύνεται προς τους αγίους που βρίσκονται στον πνευματικό ουρανό (και δι’ αυτών βέβαια προς τον Θεό) και όχι φυσικά προς τα υλικά κατασκευής της.      
Από τις επτά αναγνωρισμένες Οικουμενικές Συνόδους στην Ορθόδοξη Εκκλησία (πολλοί Ορθόδοξοι μιλούν ακόμη και για όγδοη και ένατη Οικουμενική Σύνοδο, που εκφράζουν πλήρως την διδασκαλία της Εκκλησίας), το έργο της Δ΄ Οικουμενικής είναι ιδιαιτέρως σημαντικό. Η Σύνοδος αυτή ονομάστηκε «πρότυπο Συνόδου», αφού συμμετείχαν σ’ αυτήν επίσκοποι, διάκονοι, μοναχοί και λαϊκοί απ’ όλο τον χριστιανικό κόσμο, η όλη διαδικασία ήταν πραγματικά δημοκρατική, και η παρουσία των αυτοκρατόρων διακριτική. Ο Ιησούς Χριστός, που είναι το κλειδί κατανόησης της ιστορίας και των μυστηρίων του Θεού, προξένησε με τη ενσάρκωσή του, τη διδασκαλία, τα θαύματα και την ανάστασή του, κρίση υπαρξιακή και θεολογική στους ανθρώπους όλων των εποχών, προς τους οποίους απηύθυνε το διαχρονικό σωτήριο ερώτημα: «Τίνα με λέγουσιν οι άνθρωποι είναι;» (Μάρκ. 8,27), δηλαδή «Ποιος νομίζουν οι άνθρωποι ότι είμαι;» Ανάμεσα στις άστοχες θρησκευτικές και φιλοσοφικές απαντήσεις που δόθηκαν και συνεχώς δίδονται στο ερώτημα αυτό, η Εκκλησία προβάλλει εξ’ αρχής την λυτρωτική απάντηση, που βρίσκεται σε ακολουθία με την Αγία Γραφή και την ιερά Παράδοση, ερμηνεύοντας το πρόσωπό Του ως τον Υιόν του Θεού που έγινε άνθρωπος για να γίνουμε εμείς θεοί, σύμφωνα και με τον Μέγα Αθανάσιο και τη συνολική συνείδηση των Πατέρων και αγίων της Εκκλησίας (που ακριβώς αγίασαν γιατί έζησαν την αλήθεια αυτή).
Είναι γραμμένο ότι αφού οι απόστολοι απάντησαν πως πολλοί λαϊκοί άνθρωποι θεωρούν τον Ιησού μεγάλο προφήτη και άλλοι ως τον Ηλία, τον Ιερεμία ή τον Ιωάννη τον Βαπτιστή, ο Χριστός απηύθυνε το ερώτημα και προς τους ιδίους, δηλαδή προς την αμέσως μελλοντική Εκκλησία Του, ως εξής: «Εσείς ποιος νομίζετε ότι είμαι;» Και ο απόστολος Πέτρος εκπροσωπώντας και τους υπόλοιπους αποστόλους (την συνείδηση των πιστών όλων των αιώνων), του απάντησε: «Εσύ είσαι ο Χριστός, ο Υιός του ζωντανού Θεού» (Ματθ. 16,15-16). Την λυτρωτική αυτή πίστη διατύπωσε έξοχα η Δ΄ Οικουμενική Σύνοδος, απαντώντας εκκλησιαστικά στις αιρέσεις που ήθελαν τον Ιησού είτε «ψιλόν» άνθρωπο είτε απογυμνωμένο από την ανθρωπότητα Θεό. Αιρετικά ιδωμένος δηλαδή ο Χριστός δεν θα μπορούσε να σώσει το πλάσμα του, τον άνθρωπο, αλλά θα παρέμενε η σωτηρία μια ακόμη ηθική προσπάθεια στο επίπεδο της καλυτέρευσης της ζωής και των καλών τρόπων και όχι πορεία προς τον αγιασμό και τη θέωση.
Πολύ εύστοχα λοιπόν, ο Ορθοδόξως στον Μονοφυσιτισμό απαντώντας Όρος της εν Χαλκηδόνι του 451 μ.Χ. Συνόδου, απεφάνθη ότι ο Χριστός έχει δύο φύσεις, την θεία και την ανθρώπινη (είναι πραγματικά Θεάνθρωπος), που δεν συγχέονται μεταξύ τους, είναι αδιαίρετες και αχώριστες, και ενώνονται υποστατικά στο πρόσωπο του Λόγου του Θεού, του μονογενή Υιού Του. Ο Χριστός επομένως είναι αφενός πλήρης Θεός και έχει την ίδια ουσία με τον Πατέρα του: «Εγώ και ο Πατέρας είμαστε ένα», ο ίδιος διακηρύσσει (Ιω. 10,30), και  στον απόστολο Φίλιππο, που του ζήτησε κάποτε να τους αποκαλύψει τον Πατέρα Του, τού λέγει: «Τόσο καιρό είμαι μαζί σας Φίλιππε και δεν με γνώρισες;» (Ιω. 14, 8-10). Στον απόστολο Θωμά, που ρώτησε να μάθει τον δρόμο προς τον Θεό, απαντά: «Εγώ είμαι ο δρόμος, η αλήθεια και η ζωή». Η Λειτουργική (και όχι ιδιωτική-διανοητική) αυτή πίστη στη θεότητα του Χριστού εξαγιάζει την ύλη, δημιουργεί γνήσιες σχέσεις των ανθρώπων με το Θεό, λυτρώνει από το προπατορικό αμάρτημα, συμβάλλει στην αληθινή αυτογνωσία και στην τελειοποίηση των διαπροσωπικών σχέσεων. Αφετέρου δε ο Χριστός είναι και τέλειος άνθρωπος: Ο απ. Παύλος, που μαρτύρησε για τον Χριστό, ενώ αρχικά ήταν σκληρός διώκτης των χριστιανών, γράφει στους Γαλάτες: «Όταν ήρθε το πλήρωμα του χρόνου, έστειλε ο Θεός τον Υιό του, που γεννήθηκε από γυναίκα, υποτάχθηκε στο νόμο, για να εξαγοράσει τούς υπό τον νόμο, ώστε να απολαύσουμε την υιοθεσία» (4,5). Η διπλή αυτή φύση του Χριστού είναι που οδηγεί σε ενότητα με το Θεό και τους συνανθρώπους. Κάθε άλλη ατομική άποψη για τον Χριστό καθιστά αμφίβολη τη σωτηρία του ανθρώπου, διότι δεν δίνει λύση στο δραματικό χαρακτήρα της ύπαρξης. Αν ο Χριστός ήταν μόνο άνθρωπος, δηλαδή δεν ήταν Θεός, τότε δεν θα μπορούσε να ενωθεί ο κάθε πιστός κατά χάριν με το Θεό και να σωθεί στην αιωνιότητα, δεν θα υπήρχε δυνατότητα σωτηρίας. Αν πάλι ο Χριστός ήταν μόνο Θεός, θα υποβαθμιζόταν αφάνταστα η ανθρώπινη φύση και δεν θα υπήρχε τρόπος πραγματικού εξαγιασμού της.
Ηδογματική αυτή αλήθεια της Εκκλησίας, περί των δύο φύσεων του Ιησού Χριστού ως Θεανθρώπου, που εκφράστηκε άριστα από τους θεοφόρους Πατέρες της Δ΄ Οικουμενικής Συνόδου (630 άγιες μορφές), είναι και η σωτηρία του ανθρώπου. Εκτός από τον Χριστό, νοούμενον ως Θεόν, δεν υπάρχει άλλος σίγουρος δρόμος που να οδηγεί στον αγιασμό και τη θέωση (Πράξ. 4,12). Πέραν του Χριστού, η επικοινωνία, σχέση και ένωση ακτίστου Θεού και κτιστού ανθρώπου είναι αδύνατη και το μονοπάτι της θεογνωσίας κλειστό. Δι’ αυτής της εκκλησιαστικής πίστης και ζωής οι χριστιανοί εξαγιάζονται και η ανθρωπότητα έχει κάθε στιγμή δυνατότητα και ελπίδα σωτηρίας.     
ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
  • «Αιρέσεις στην Ελλάδα….», αρχιμ. Γερβ. Ραπτόπουλου, Αποστολική Διακονία, έκδ. 1994
  • «Βήματα Πίστης και Ζωής», Αν. Αργυρόπουλου-Δ. Τριανταφύλλου, εκδ. Πατάκη, Αθ. 2000
  • «Εκκλησία: Η Νέα Κοινωνία σε Πορεία», Αργυρόπουλου-Τριανταφύλλου, εκδ. Πατάκη, Αθ. 2003
  • «Θρησκευτικές Ποινές», από Βικιπαίδεια
  • «Μαθητές Εκείνου», αρχιμ. Δανιήλ Αεράκη, Αθ. 1984
  • «Ο Θεολόγος καθηγητής στην τάξη – σχέδια διδασκαλίας για το Γυμνάσιο», Ν. Νευράκη-Δ. Καλτσούλα, εκδ. Γρηγόρη, Αθ. 2000
  • «Ορθόδοξη Πίστη και Λατρεία», ΟΕΔΒ, 2005


Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον    www.egolpion.com
15  ΙΟΥΛΙΟΥ  2012


Read more:http://www.egolpion.net/spudaiotita_doikoumenikis.el.aspx#ixzz2jfmhVvmK

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΩΝ

ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ ΚΑΙ Ο ΧΟΡΤΑΣΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΝΤΕ ΧΙΛΙΑΔΩΝ


Η αποστολικότητα της Εκκλησίας
και ο χορτασμός των πέντε χιλιάδων
(Ματθ. 14,14-22)
Μιχαήλ Χούλη, Θεολόγου

   Κάποια στιγμή κάλεσε ο Ιησούς τους δώδεκα αποστόλους του και ΤΟΥΣ ΕΔΩΣΕ ΕΞΟΥΣΙΑ ΝΑ ΔΙΩΧΝΟΥΝ ΤΑ ΠΟΝΗΡΑ ΠΝΕΥΜΑΤΑ, καθώς και τη δύναμη ΝΑ ΘΕΡΑΠΕΥΟΥΝ ασθένειες (Μάρκ. 6,7-13 & Λουκ. 9,1). Αλλά και οι εβδομήκοντα μαθητές που έστειλε σε περιοδεία στις πόλεις του Ισραήλ (πριν εκείνος τις επισκεφθεί), όταν επέστρεψαν του είπαν γεμάτοι χαρά: «Κύριε, ακόμη και τα δαιμόνια μάς υπακούνε, όταν τα προστάζουμε ΣΤΟ ΟΝΟΜΑ ΣΟΥ» (Λουκ. 10,17). Την εξουσία από το Θεό να «κυριαρχεί πάνω σ’ όλη τη δύναμη του Εχθρού» (Λουκ. 10.19) έχει επομένως η Εκκλησία (το ίδιο το σώμα του Χριστού δηλαδή) και όχι τα μέντιουμ, οι μάγοι και οι αποκρυφιστές, όπως ισχυρίζονται οι ίδιοι, για να κερδίσουν πελάτες και να φθείρουν ψυχές. Πράγματι, στις αίθουσες όπου δέχονται τους πελάτες τους, έχουν τοποθετήσει οι πνευματιστές αρκετές εικόνες αγίων της Εκκλησίας για να φανούν ότι είναι χριστιανοί ή ότι δεν εχθρεύονται το Θεό. Αλλά και οι «λευκοί» υποτίθεται μάγοι (Λευκή και μαύρη μαγεία έχουν την ίδια δαιμονική πηγή) ψευδώς δηλώνουν πως συνεργάζονται με αγνά πνεύματα και αγγέλους για την εξυπηρέτηση των παθόντων, εύρεση κλαπέντων αντικειμένων, για διάφορες θεραπείες κ.α. Τόσο λοιπόν οι μάγοι όσο και τα μέντιουμ (κανάλια αποκρυφιστικής ενέργειας), εκεί που δεν εξαπατούν ταχυδακτυλουργικά, συνεργάζονται με τον μοχθηρό αόρατο κόσμο, παρουσιάζοντας τα κατορθώματά τους δήθεν ως αντίπραξη στα έργα του διαβόλου για να παραπλανήσουν τους αδαείς και ιδέαν μη έχοντες περί της σωτηρίου δυνάμεως του Χριστού, που επιτελείται δια των μυστηρίων και της αγιαστικής χάριτός του εν τη Εκκλησία του.
Ύστερα ΕΣΤΕΙΛΕ Ο ΙΗΣΟΥΣ ΤΟΥΣ ΔΩΔΕΚΑ ΝΑ ΚΗΡΥΤΤΟΥΝ τη βασιλεία του Θεού και να γιατρεύουν τους αρρώστους (Λουκ. 9,2 & Ιω. 6,70). Η ιστορική εμφάνιση και η φύση της Εκκλησίας ήταν και παρέμεινε αποστολική. Οι απόστολοι υπήρξαν οι πρώτοι καθολικοί επίσκοποι της Εκκλησίας -με την έννοια ότι δεν περιορίστηκαν σε ορισμένη γεωγραφική περιοχή, σε μια μόνο τοπική Εκκλησία (στις οποίες διαμορφώθηκε μετά απ’ αυτούς ο επισκοπικός πλέον θεσμός)- που συνέβαλαν στην οικοδομή, αύξηση και στήριξη τής όπου γης Εκκλησίας του Χριστού, ασκώντας το ιερατικό, διδακτικό και ποιμαντικό τους λειτούργημα, το οποίο ο Χριστός τούς χορήγησε και για το οποίο τους ετοίμαζε τρία χρόνια. Κατ’ επέκταση, και κατά διαδοχή των αποστόλων, κάθε επίσκοπος εξασκεί εκ Θεού (και δια των πρεσβυτέρων και διακόνων) μέχρι το τέλος της ιστορίας -υπάρχουν επισκοπικοί κατάλογοι που αποδεικνύουν ποια είναι η γνήσια Εκκλησία του Χριστού απ’ αρχής μέχρι και σήμερα- το ως άνω τριπλό αυτό λειτούργημα (Α΄ Τιμ. 4,14/ Β΄ Τιμ. 1,6/ Αποκ. 2,1) που αφορά στο έργο της διακονίας και σωτηρίας του λαού, της θεραπείας των ψυχοσωματικών ασθενειών του (δια του Ευχελαίου βλ. Μάρκ. 6,13 & Ιακ. 5,13-15) και της ορθής ερμηνείας του Ευαγγελίου, του οποίου η αλήθεια (η σωστή πίστη) «ΑΠΑΞ ΔΙΑ ΠΑΝΤΟΣ» ΠΑΡΑΔΟΘΗΚΕ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ (Ιούδα, 3) και όχι σε κάθε αυτόκλητο αιρετικό ψευτοδιδάσκαλο που εμφανίζεται στην ιστορία.     
Όταν επέστρεψαν οι απόστολοι, διηγήθηκαν στον Ιησού ΟΛΑ ΟΣΑ ΕΙΧΑΝ ΚΑΝΕΙ ΚΑΙ ΟΣΑ ΔΙΔΑΞΑΝ (Λουκ. 9,10/ 9,2). Που σημαίνει ότι η ορθή διδασκαλία και δοξολογία του Θεού –που έχει άλλωστε αρχή στον Χριστό-  διαμορφώνει και την ορθή εκκλησιαστική πίστη και λατρεία, ή διαφορετικά, κάθε «Εκκλησία» που έχει ξεφύγει από την αρχική διδασκαλία του Χριστού και των αποστόλων, δεν διαθέτει πλέον αποστολική συνέχεια και Παράδοση. Αλλά και κάθε επίσκοπος τοπικής Εκκλησίας οφείλει να εκφράζει την εκκλησιαστική αποστολικότητα και καθολικότητα, διαφορετικά είναι καταχραστής της εξουσίας με την οποία ο Κύριος εφοδίασε τους γνήσιους ακολούθους Του.
Εκείνος τους πήρε μετά μαζί του και αναχώρησαν μόνοι τους σε μια έρημη περιοχή, κοντά στην πόλη Βηθσαϊδά, αντίπερα της λίμνης Γεννησαρέτ. Αυτό το έκανε για να αναπαυθούν λίγο, να ανανεωθούν ώστε να συνεχίσουν σε λίγο, ενδυναμωμένοι και πάλι, το έργο του ευαγγελισμού των ανθρώπων. Άλλωστε ο Ιησούς κι οι μαθητές δεν είχαν χρόνο ούτε για φαγητό. Με τον ίδιο τρόπο, ο κάθε επίσκοπος (και πρεσβύτερος) οφείλει υπέρ του λαού να κηρύττει για τις ευεργεσίες και αλήθειες του Θεού και συνεχώς να μεριμνά για τις ποιμαντικές του ανάγκες, διαφορετικά δεν εκφράζει τον διδάσκαλό Του και αρχηγό της πίστεως. Πληροφορήθηκε όμως το πλήθος ότι ο Ιησούς αναχώρησε ΚΑΙ ΤΟΝ ΑΚΟΛΟΥΘΗΣΑΝ πεζοπορώντας. Ο λαός έχει ένα αλάνθαστο αισθητήριο και μαζεύεται γύρω από τους αγίους (όπως είδαμε να συμβαίνει και στη ζωή και διδασκαλία σύγχρονων αγίων, όπως λ.χ. Παϊσίου, Πορφυρίου, Ιακώβου Τσαλίκη κ.α.), γιατί μεταδίδουν πνευματικό θείο άρωμα και αλήθεια, όπως οι μέλισσες αναζητούν εναγωνίως και μαζεύονται γύρω από το νέκταρ. Πολλοί λοιπόν άνθρωποι είδαν τον Ιησού και τους μαθητές του να φεύγουν και τους αναγνώρισαν. Έτσι έφτασαν πριν από αυτούς και μαζεύτηκαν γύρω από τον Ιησού. ΤΙΠΟΤΕ ΕΠΟΜΕΝΩΣ ΔΕΝ ΜΠΟΡΟΥΣΕ ΚΑΙ ΤΟΤΕ ΝΑ ΠΑΡΑΜΕΙΝΕΙ ΚΡΥΦΟ ΚΑΙ ΑΡΑ ΚΑΙ ΤΑ ΘΑΥΜΑΤΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ –όπως περιγράφονται από τους αυτόπτες και αυτήκοους μάρτυρες στα Ευαγγέλια- ΕΙΝΑΙ ΑΥΘΕΝΤΙΚΑ.
Όταν ο Ιησούς βγήκε στη στεριά, είδε πολύ κόσμο και τους σπλαχνίστηκε (η αγάπη είναι η κατεξοχήν ιδιότητα του Θεού και κατά συνέπεια και των αγίων) γιατί, όπως είπε, ήταν σαν πρόβατα που δεν έχουν βοσκό (ποιμένα). Εδώ εκφράζεται και η ατελής ιεροσύνη των Ισραηλιτών, που έδωσε τη σκυτάλη στην Εκκλησία του Χριστού, αλλά και η αποστολή του Χριστού ως μοναδικού, γνησίου και πνευματικού αρχιποιμένα. Άρχισε λοιπόν να τους διδάσκει πολλά και τους μίλησε για τη βασιλεία του Θεού και όσοι είχαν ανάγκη από θεραπεία τούς θεράπευσε (ο λόγος του Χριστού γίνεται ταυτόχρονα και πράξη, σε αντίθεση με το δικό μας παράδειγμα, όπου η θεωρία από την πράξη διαφέρουν αισθητά).  
Η μέρα όμως άρχισε να γέρνει (κάθε στιγμή της ημέρας και της νύχτας είναι κατάλληλη για ιεραποστολή). ΤΟΝ ΠΛΗΣΙΑΣΑΝ ΤΟΤΕ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΤΟΥ ΚΑΙ ΤΟΥ ΕΙΠΑΝ: «Ο τόπος είναι ερημικός και η ώρα περασμένη. Διώξε τον κόσμο να πάνε στα χωριά για να αγοράσουν φαγητά να φάνε» -Στο κατά Ιωάννη, είναι ο Ιησούς που ρωτά τον Φίλιππο (για να δει τι εκείνος θα του απαντούσε): «Από πού μπορούμε να αγοράσουμε ψωμί για να φάνε όλοι αυτοί οι άνθρωποι;»- Μεριμνά δηλαδή και για το σώμα ο Χριστός και η Εκκλησία Του, όχι μόνο για το πνεύμα. Για ολόκληρο τον άνθρωπο, που είναι ψυχοσωματική ύπαρξη. Ο Χριστός αποκρίθηκε στους μαθητές του: «Δεν υπάρχει λόγος να φύγουν, ΔΩΣΤΕ ΤΟΥΣ ΕΣΕΙΣ ΝΑ ΦΑΝΕ». Του λένε τότε: «Δεν έχουμε εδώ παρά πέντε ψωμιά και δύο ψάρια, εκτός κι αν πάμε εμείς να αγοράσουμε φαγητά για όλο αυτό το πλήθος (πράγμα που δεν μπορούσε δηλαδή να γίνει)». Διότι ήταν περίπου 5.000, μόνο οι άντρες.  –Στον κατά Ιωάννην, ο Αντρέας, ο αδελφός του Σίμωνα Πέτρου, λέει στον Χριστό: «Είναι εδώ ένα παιδί που έχει πέντε κρίθινα ψωμιά και δύο ψάρια, αλλά τι είναι αυτά για τόσους ανθρώπους;»
Βλέπουμε εδώ επίσης και μια άλλη διάσταση των μαθητών του Χριστού (πριν ετοιμαστούν πνευματικά απ’ Αυτόν για την διαποίμανση του λαού του Θεού και πριν φυσικά από την Πεντηκοστή): ΤΗΝ ΚΟΣΜΙΚΗ ΛΟΓΙΚΟΤΗΤΑ, που διστάζει μπροστά στις δυσκολίες και υποτιμά την ακατανίκητη δύναμη και ενέργεια του Θεού. «Για όσους όμως αγαπάνε το Θεό, όλα συνεργούν στο αγαθό», διδάσκει ο απόστολος Παύλος (Ρωμ. 8,28). Ο ερχομός της νύχτας, το μεγάλο πλήθος, η έλλειψη τροφίμων, η μεγάλη απόσταση από τις κωμοπόλεις, το έρημο τοπίο κ.α. έκαναν τους αποστόλους να θορυβηθούν και να ανησυχήσουν σφόδρα. Ξέχασαν φυσικά προς στιγμήν πόσες φορές μερίμνησε θαυματουργικά ο Θεός στην έρημο, κατά τα χρόνια μετά την Έξοδο των Ισραηλιτών, για το φαγητό, το νερό και τη σωτηρία τους από εχθρικούς λαούς. Τους διέφυγε πως η λίγη και αγνή πίστη έχει τη δύναμη και βουνά να μετακινήσει (Ματθ. 17,20). Έμειναν καθηλωμένοι στις ανίσχυρες ανθρώπινες δυνάμεις τους και γι’ αυτό εναγωνίως ζήτησαν βοήθεια από τον δωρεοδότη Κύριο. Ξέχασαν ακόμη την έννοια της ερήμου ως πηγής δύναμης των ασκητών, ωρίμανσης του παλαιοδιαθηκικού λαού του Θεού, ετοιμασίας του Ιωάννη του Βαπτιστή για να υποδείξει το Μεσσία, αλλά και ως χώρου των πειρασμών του Χριστού, ο οποίος συνέτριψε την πονηρία και τις δυνάμεις του αντιδίκου διαβόλου.  Αγνόησαν την καθημερινή αλήθεια πως εκεί που πρόσκαιρα οι άνθρωποι και η φύση κλείνουν δρόμους, εκεί ο Θεός επεμβαίνει και τις ανοίγει διάπλατα για να λυτρώσει τα πλάσματά Του, τους ανθρώπους. Ολοφάνερα την αλήθεια αυτή μας διδάσκουν οι ιστορίες του Αβραάμ, του Ισαάκ, του Ιακώβ και της Πρόνοιας του Θεού στη ζωή του, του Ιωσήφ στην Αίγυπτο, του Μωυσή (10 Πληγές και διάβαση Θαλάσσης), η πολυτάραχη ζωή των προφητών, ο βίος των αποστόλων και του απ. Παύλου κ.λπ.          
Είπε τότε στους μαθητές του ο Ιησούς: «ΒΑΛΤΕ ΤΟΥΣ ΝΑ ΚΑΘΙΣΟΥΝ ΓΙΑ ΦΑΓΗΤΟ κάτω στο έδαφος κατά ομάδες ανά πενήντα (ή και εκατό, όπως κάθισαν εκείνοι)». Όπως οργανώνονταν οι Ισραηλίτες στην Παλαιά Διαθήκη, έτσι και τώρα στην Εκκλησία του Χριστού αρχηγός είναι ο ίδιος ως Θεός και δίδει εκείνος τις σωτήριες εντολές μέσω των αποστόλων Του. Έτσι κι έκαναν: Τους έβαλαν όλους να καθίσουν για φαγητό πάνω στο χορτάρι. Πήρε τότε ο Ιησούς τα πέντε ψωμιά και τα δύο ψάρια, έστρεψε το βλέμμα του στον ουρανό, τα ευλόγησε, τα έκοψε σε κομμάτια και τα έδωσε στους μαθητές του να τα μοιράσουν στον κόσμο. Επίσης μοίρασε σ’ όλους τα δύο ψάρια. ΤΑ ΕΔΩΣΕ ΣΤΟΥΣ ΜΑΘΗΤΕΣ ΚΑΙ ΟΙ ΜΑΘΗΤΕΣ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ. Έφαγαν όλοι και χόρτασαν. Έτσι, τώρα πλέον, οι πιστοί θα τρέφονται από τον Χριστό (ως Θεό νοούμενο) με τη χάρη και την ευλογία του Σώματος και του Αίματός του (όπως θα δούμε παρακάτω), και δεν θα περιμένουν, όπως ο παλιός Ισραήλ στην έρημο, αποκλειστικά υλική τροφή για να ζήσουν, δηλαδή το μάνα εξ ουρανού, τα ορτύκια κ.α.
Βλέπουμε εδώ καταρχάς ότι ο Χριστός ΣΤΡΑΦΗΚΕ ΣΤΟΝ ΟΥΡΑΝΟ ΚΑΙ ΠΑΡΑΛΛΗΛΩΣ ΕΥΛΟΓΗΣΕ ΤΑ ΤΡΟΦΙΜΑ. Μόνο η θεία ευλογία ολοκληρώνει δηλαδή το σκοπό των υλικών αγαθών και της τροφής. Μόνο με τη χάρη του Θεού η φύση γίνεται φορέας των δυνάμεων του Θεού και βρίσκει τον προορισμό της. Χωρίς το Θεό, η υγεία και ευημερία είναι φαινομενικά, αφού ο άνθρωπος αποτελείται αρμονικά από πνεύμα και ύλη και κάθε διαχωρισμός είναι κατά της τελειοποίησης του προσώπου του και της αιώνιας ζωής που τον περιμένει. Υπάρχουν άνθρωποι ψυχοσωματικά ταλαντούχοι, νεκροί όμως πνευματικά, διότι στερούνται την πίστη και την θαλπωρή του Τριαδικού Θεού εν τη καρδία αυτών. Κατά δεύτερον, όπως είδαμε, ο Χριστός ΔΙΑ ΤΩΝ ΜΑΘΗΤΩΝ ΤΟΥ ΤΑ ΜΟΙΡΑΣΕ ΣΤΟ ΠΛΗΘΟΣ. Οι μαθητές παίζουν εδώ ενεργό ρόλο, διότι όχι μόνο μοιράζουν και υπηρετούν, αλλά και γνωστοποιούν στον Ιησού την πείνα (μας ενδιαφέρει εδώ και η πνευματική πείνα των ανθρώπων για την αλήθεια και την αιώνια ζωή) του λαού και τις ανάγκες του. ΕΚΠΡΟΣΩΠΟΥΝ ΔΗΛΑΔΗ ΕΔΩ ΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΚΥΡΙΟΥ, δια της οποίας και μόνο ευεργετείται χαρισματικά ο κόσμος, και όχι από αιρετικές θρησκευτικές ομάδες, παραθρησκευτικούς κύκλους και ιδιοτελή συμφέροντα (βλ. και Ματθ. 18,8 & Ιω. 20,33). ΜΕΣΩ ΤΗΣ ΕΚΚΛΗΣΙΑΣ -των αποστόλων τότε, των επισκόπων στη συνέχεια καθώς και των ιερέων- ΜΟΙΡΑΖΕΤΑΙ ΣΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΚΑΙ Ο ΚΑΤΕΞΟΧΗΝ ΚΑΙ ΖΩΝ ΑΡΤΟΣ, Ο ΙΔΙΟΣ Ο ΘΕΑΝΘΡΩΠΟΣ, και σώζει τον κόσμο υπό τα είδη του άρτου και του οίνου, ολόκληρος αυτός σε κάθε κομμάτι της Θείας Μετάληψης, ενώ δεν πλησιάζεται και δεν λυτρώνει διανοητικώς, επιστημονικώς, ορθολογιστικώς. Δια του Ευαγγελίου και της Θείας Κοινωνίας παρουσιάζεται, αυθεντικά ερμηνεύεται και προσφέρεται ο Χριστός, και καθίσταται κάθε φορά παρών στο εκκλησίασμα, στο κέντρο της Λειτουργικής συνάθροισης, και όχι στον πειρασμό των ατομικών ερμηνειών της καθημερινής μας ζωής και στην ιδιοτελή και πτωτική απομόνωσή μας.                   
Αφού έφαγαν όλοι και χόρτασαν, λέει στους μαθητές Του: «ΜΑΖΕΨΤΕ ΤΑ ΚΟΜΜΑΤΙΑ ΠΟΥ ΠΕΡΙΣΣΕΨΑΝ, ΓΙΑ ΝΑ ΜΗΝ ΠΑΕΙ ΤΙΠΟΤΕ ΧΑΜΕΝΟ». Και μάζεψαν τα περισσεύματα από τα κομμάτια, δώδεκα κοφίνια γεμάτα από ψωμιά και ψάρια. Όπως φαίνεται, η φιλανθρωπία του Χριστού είναι απύθμενη και το έργο του συνεχίζει στο πέρασμα του χρόνου η Εκκλησία, η οποία ίδρυσε ή ανέκαθεν συντηρεί νοσοκομεία, γηροκομεία, φτωχοκομεία, ορφανοτροφεία και ως μάνα προστατεύει, βοηθά και προσφέρει μέχρι σήμερα σε ορφανά, χήρες, περιθωριακούς, άστεγους, απόρους, κατατρεγμένους, πατριώτες κ.λπ., αρχής γενομένης από τα χρόνια των αποστόλων μέχρι σήμερα.
Αυτοί που έφαγαν ήσαν περίπου πέντε χιλιάδες άντρες, χωρίς τις γυναίκες και τα παιδιά. Συνολικά, θα πρέπει να βρίσκονταν στην ύπαιθρο πάνω από 10.000 άνθρωποι εκείνη τη φορά, ακούγοντας τη μοναδική και ως από θεία πηγή διδασκαλία του Κυρίου. Είναι ολοφάνερη Η ΥΠΕΡΦΥΣΙΚΗ ΘΑΥΜΑΤΟΥΡΓΙΑ, αφού χόρτασαν όλοι και περίσσεψαν και πολλά ακόμη ψωμιά και ψάρια. Να χόρτασαν με λόγια αποκλείεται –η πείνα, καθώς και το γενετήσιο είναι τα δυνατότερα ένστικτα- όπως αποκλείεται να είχαν μεταφέρει (όπως ισχυρίστηκαν κάποιοι ορθολογιστές συγγραφείς) οι μαθητές Του 15 τόνους ψωμιά και 15 τόνους ψάρια, να ψάρευαν δηλαδή και να φούρνιζαν πολλές ημέρες και να μετέφεραν στη συνέχεια τόνους τροφίμων, με τα πενιχρά μέσα της εποχής –και πώς άραγε δεν έγιναν αντιληπτοί;- σε κάποια υποτίθεται μεγάλη σπηλιά, για να παρουσιάσουν δήθεν ως θαύμα την ενέργεια του Ιησού και να ξεγελάσουν τον κόσμο, τη στιγμή που ΚΑΙ Ο ΧΡΙΣΤΟΣ ΚΑΙ ΟΙ ΑΠΟΣΤΟΛΟΙ ΕΔΩΣΑΝ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΛΗΘΕΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ ΚΑΙ ΤΗ ΛΥΤΡΩΣΗ ΤΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ. Προτιμότερο επομένως να δεχθεί κάποιος το υπερφυσικόν του θαύματος (που είναι και το λογικότερον), παρά να παρουσιάζει γελοίες θεωρίες ώστε να καταρρίψει με αστήρικτο τρόπο τα θαυμάσια του Θεού. Τα δώδεκα κοφίνια συμβολίζουν ακόμη τις δώδεκα φυλές του Ισραήλ, που τρέφονται τώρα πλέον από τον αληθινό Μεσσία και η τροφή τους είναι πλήρης, τόσο ώστε να μείνουν και περισσεύματα. Η όλη ορολογία, η ευλογία του Χριστού, η κλάσις των άρτων, η τοποθέτηση των συναφών χωρίων σε πασχαλινό περιβάλλον από τον άγιο Ιωάννη τον Ευαγγελιστή (6,4), καθώς και η ευχαριστιακή ταύτιση του Ιησού στη συνέχεια με τον «άρτο της ζωής» που κατεβαίνει από τον ουρανό, δίνει την εντύπωση ότι το θαύμα της διατροφής των πεντακισχιλίων επισημαίνει παράλληλα τα γεγονότα που συνέβησαν κατά το Μυστικό Δείπνο, αλλά και ότι διασώθηκε μέσω της Λειτουργικής μνήμης της Εκκλησίας.                      
Όταν οι άνθρωποι είδαν πως έκανε ο Ιησούς ένα τέτοιο θαύμα, έλεγαν: «Σίγουρα αυτός είναι ο προφήτης (τον οποίον τους είχε υποσχεθεί ο Μωυσής, ήτοι ο Μεσσίας) που περιμένουμε να έρθει στον κόσμο». Ο Ιησούς όμως, επειδή κατάλαβε πως σκόπευαν να έρθουν να τον αρπάξουν για να τον κάνουν βασιλιά (κοσμικοθρησκευτικό), έφυγε πάλι και πήγε στο βουνό ολομόναχος, σύμφωνα με τον Ιωάννη. Ή, κατά τους Συνοπτικούς, αφού διέλυσε τα πλήθη, ανέβηκε στο βουνό για να προσευχηθεί, ενώ πρώτα συναντήθηκε με τους μαθητές του στην απέναντι όχθη της λίμνης. Η προσευχή, η ταπείνωση και η αγάπη είναι γνώρισμα του νέου κόσμο του Χριστού. ΧΩΡΙΣ ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΔΕΝ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΚΑΝΕΙΣ ΤΟΝ ΧΡΙΣΤΟ, παρά μόνο τον προσεγγίζει εξωτερικά, ίσως πλασματικά, και αρκετές φορές κάποιοι αποκλειστικώς ιστορικό-επιστημονικά (βλ. παράλληλες διηγήσεις του θαύματος στα εδάφια: Ματθ. 14,14-22/ Μάρκ. 6,34-45/ Λουκ. 9,10-17/ Ιω. 6,1-5).  
Σε πολλές περιπτώσεις, τα λόγια του Χριστού έμεναν (και μένουν) ακατανόητα από όσους δεν είχαν (και δεν έχουν) πνεύμα Θεού μέσα τους, αλλά σκέπτονταν (και σκέπτονται) μόνο επιφανειακά και στείρα. Ο Ιησούς τούς έλεγε (αλλά και όλες τις γενεές διδάσκει): «Μην κοπιάζετε για τη φθαρτή τροφή, που προσωρινά συντηρεί, αλλά για την τροφή που τρέφει μόνιμα για την αιώνια ζωή. Αυτήν την τροφή θα σας τη χαρίσει ο Υιός του Ανθρώπου» (μεσσιανικός τίτλος του Ιησού, προερχόμενος από το βιβλίο κυρίως του Δανιήλ, που δείχνει και την ταπείνωσή Του). «Τι σημείο λοιπόν έχεις εσύ να μας παρουσιάσεις, του απάντησαν εκείνοι, για να δούμε και να πιστέψουμε σε σένα; Οι πρόγονοί μας έφαγαν το μάννα στη έρημο. Όπως λέει η Γραφή: ψωμί από τον ουρανό τούς έδωσε να φάνε». Τους είπε τότε ο Ιησούς: «Σας βεβαιώνω πως το ψωμί από τον ουρανό δεν σας το έδωσε ο Μωυσής, αλλά ο Πατέρας μου σας δίνει από τον ουρανό το αληθινό ψωμί». Κι αυτοί του είπαν: «Κύριε, δώσ’ μας για πάντα αυτό το ψωμί». Τους είπε ο Ιησούς: «ΕΓΩ ΕΙΜΑΙ ΑΥΤΟ ΤΟ ΨΩΜΙ, Ο ΑΡΤΟΣ ΤΗΣ ΖΩΗΣ. Όποιος έρχεται σ’ εμένα δεν θα πεινάσει, κι όποιος πιστεύει σε μένα δεν θα διψάσει ποτέ …… Εγώ είμαι ο άρτος που δίνει τη ζωή. Οι πρόγονοί σας έφαγαν στην έρημο το μάννα, αλλά πέθαναν… Εγώ είμαι ο άρτος που κατέβηκε από τον ουρανό και χαρίζει τη ζωή. Όποιος φάει απ’ αυτόν τον άρτο θα ζήσει αιώνια. Και ο άρτος τον οποίον εγώ θα δώσω είναι το σώμα μου, που θα το προσφέρω για να ζήσει ο κόσμος …. ΣΑΣ ΒΕΒΑΙΩΝΩ ΠΩΣ ΑΝ ΔΕΝ ΦΑΤΕ ΤΗ ΣΑΡΚΑ ΤΟΥ ΥΙΟΥ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΟΥ ΚΑΙ ΔΕΝ ΠΙΕΙΤΕ ΤΟ ΑΙΜΑ ΤΟΥ, ΔΕΝ ΕΧΕΤΕ ΜΕΤΟΧΗ ΣΤΗ ΖΩΗ». Εκείνοι (όπως και πολλοί άνθρωποι μέχρι σήμερα), δυσανασχέτησαν και αρνήθηκαν την αλήθεια αυτή. Και πάλι ο Ιησούς, όπως φαίνεται από την Καινή Διαθήκη, γνωρίζει ποιοι είναι αυτοί που δεν πιστεύουν σ’ αυτόν και ποιοι τον προδίδουν. Έχουν και αυτοί όμως την αποστολή και το ρόλο τους, άθελά τους ίσως, εν τη αγνωσία και πάντως ελευθερία τους, στο σχέδιο της Θείας Οικονομίας, που μόνο ο Θεός το γνωρίζει. «Κανείς άλλωστε δεν μπορεί να έρθει κοντά μου, τους έλεγε ο Χριστός, αν δεν του έχει δοθεί η δύναμη από τον Πατέρα». Διότι, όπως τώρα, έτσι και τότε, πολλοί από τους μαθητές Του ξεμάκρυναν και δεν τον ακολουθούσαν πια, εφόσον το πρόσωπό Του παραμένει στην ιστορία «σημείον αντιλεγόμενον» (Ιω. 6,22-71), δηλαδή όχι μόνο αγαπητό, αλλά και μισητό από πολλούς.            
Τέλος, ο πολλαπλασιασμός των πέντε άρτων και των δύο ψαριών μάς επισημαίνει και διδάσκει ΤΙΣ ΠΑΝΤΟΔΥΝΑΜΕΣ ΕΝΕΡΓΕΙΕΣ ΤΟΥ ΛΟΓΟΥ ΤΟΥ ΘΕΟΥ πάνω σε όλη την πλάση. Όπου ο Θεός ευλογεί, εκεί ως φυσικός τρόπος ζωής υπεισέρχεται το θαύμα. Εκεί οι στείρες γυναίκες τεκνοποιούν. Εκεί ελάχιστα ψάρια και άρτοι αρκούν για να θρέψουν 15.000 ανθρώπους. Εκεί προκύπτει ο κόσμος εκ του μηδενός. Εκεί η Παρθένος συλλαμβάνει εκ Πνεύματος Αγίου. Εκεί νικάται της φύσεως η τάξις. Εκεί οι νεκροί εγείρονται. Το μυστικό λοιπόν της χαράς, της δημιουργίας και του αγιασμού ΕΙΝΑΙ Η ΕΥΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΘΕΟΥ. Και αυτή η ευλογία έχει στην εδώ ζωή την μορφή αρραβώνα. Η ανείπωτη ομορφιά του γάμου θα αποκαλυφθεί στην αστείρευτη αιωνιότητα.
Έχει επομένως τη δύναμη ο Θεός να αλλάξει (και αλλάζει συνεχώς, μυστικά και μυστηριακά) τον κόσμο, να απομακρύνει το κακό και να μεταμορφώσει τη ζωή σε παράδεισο –αυτό εξάλλου γίνεται σταδιακά δια της αλλαγής των ανθρωπίνων συνειδήσεων, καθότι (και ευτυχώς) ο Χριστιανισμός δεν είναι πολιτικό σύστημα. Αυτό μας δείχνουν άλλωστε τα θαύματα και οι θεραπείες –ψυχοσωματικές και συνειδησιακές (μετάνοια)- του Κυρίου κατά τη διάρκεια της ιστορίας (και μέσω των αγίων του). Θέλει όμως να τον εμπιστευτούμε, να τον θεωρήσουμε Πατέρα μας, να συνεργαστούμε μαζί του, να ανοίξουμε τα χέρια προς τους άλλους, να προσφέρουμε από τον εαυτό μας. Διότι τα θαύματα -και για να παραμείνουν όντως θαύματα- δεν λειτουργούν μαγικά, αυτόνομα και ωφελιμιστικά, αλλά κοινοτικά, ευχαριστιακά και αδελφικά.    

 ΒΟΗΘΗΜΑΤΑ:
  • ΑΠΟΛΟΓΗΤΙΚΑΙ ΜΕΛΕΤΑΙ Ε΄, Παν. Τρεμπέλα, εκδ. ΖΩΗ, Αθ. 1994
  • Η ΕΝΝΟΙΑ ΤΩΝ ΘΑΥΜΑΤΩΝ ΚΑΙ ΤΩΝ ΛΕΙΨΑΝΩΝ ΤΩΝ ΑΓΙΩΝ ΣΤΗΝ ΟΡΘΟΔΟΞΗ ΕΚΚΛΗΣΙΑ, Μιχαήλ Χούλη, εκδ. Πανελληνίου Ιδρύματος Ευαγγελιστρίας Τήνου, Οκτ. 2006
  • Η ΨΕΥΔΩΝΥΜΟΣ  ΓΝΩΣΙΣ, Μιχαήλ Χούλη, εκδ. Στερέωμα
  • ΚΗΡΥΓΜΑ ΚΑΙ ΘΕΟΛΟΓΙΑ Α΄, Γ. Πατρώνου, εκδ. Απ. Διακονίας, Αθ. 2003
  • ΚΥΡΙΑΚΟΔΡΟΜΙΟ, εκδ. Άρτου Ζωής, Αθ. 2011
  • ΠΙΣΤΗ ΚΑΙ ΛΟΓΙΚΗ Α΄, Μανώλη Μελινού, 1993
  • ΤΟ ΚΑΤΑ ΜΑΡΚΟΝ ΕΥΑΓΓΕΛΙΟ, Ιω. Καραβιδόπουλου, εκδ. Πουρναρά, Θεσσαλ. 1988

Αντιαιρετικόν Εγκόλπιον    www.egolpion.com
28   ΙΟΥΛΙΟΥ  2012


Read more:http://www.egolpion.net/xortasmos_pentexiliadon.el.aspx#ixzz2jfmCRUvR

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ


Ο ΔΡΟΜΟΣ ΤΩΝ ΠΕΙΡΑΣΜΩΝ
Αρχιμ. Θεοφίλου Λεμοντζή Δρ.Θ
Αρχιερατικού Επιτρόπου Καμπανίας


«Υπάρχει ένας νοητός πόλεμος που γίνεται μέσα μας, που είναι πιο φοβερός από τον αισθητό πόλεμο»(Όσιος Φιλόθεος ο Σιναΐτης)266.
«Η ψυχή έχει περιτειχιστεί και περιφραχτεί και δεθεί με τις αλυσίδες του σκότους από τα πνεύματα της πονηρίας»(Όσιος Φιλόθεος ο Σιναΐτης)267.
«Θα πρέπει να θεωρείς πως καθετί που συναντάς στην πορεία σου, μικρό ή μεγάλο, το στέλνει ο Θεός για να σε βοηθήσει στον αγώνα σου. Μονάχα αυτός γνωρίζει ότι σου είναι ωφέλιμο και ότι χρειάζεσαι σε κάθε περίσταση: επιτυχίες, αναποδιές, πειρασμούς, πτώσεις. Τίποτε δε συμβαίνει τυχαία και χωρίς να αποτελεί πολύτιμη ευκαιρία να διδαχτείς από αυτό. Πρέπει να το αποσαφηνίσεις καλά μέσα σου αυτό, γιατί έτσι μεγαλώνει η εμπιστοσύνη σου στον Κύ­ριο που αποφάσισες να ακολουθήσεις»(Tito Colliander)268.
    Μέσα στην βιβλική και πατερική παράδοση, έξω από κάθε ηθική και θεωρητική θεώρηση της αμαρτίας αναφέρεται ένα πρόσωπο που παίζει σημαντικό ρόλο στον πνευματικό αγώνα τού ανθρώπου: ο διάβολος. Τα ιερά κείμενα δεν κάνουν απλά λόγο για ηθικές αρχές, που αφορούν στο καλό και το κακό, αλλά αποκαλύ­πτουν το Θεό και αναφέρουν τον αντίπαλο τού Θεού και του ανθρώπου, τον διάβολο ο οποίος ποτέ δεν θεωρήθηκε ως ένας συμβολισμός του κακού, μιας κατά­στασης ή κάτι το αφηρημένο, αλλά υπαρκτό πρόσωπο. Η εμπειρία των χριστιανικών αγώνων εναντίον της πο­νηρίας του, αυτό αποδεικνύει.
   Σύμφωνα με την ορθόδοξη θεολογία πριν τη δημι­ουργία του ανθρώπου δημιουργήθηκαν οι νοερές και πνευματικές δυνάμεις, οι άγγελοι.«Απ' αυτές τις αγγελικές δυνάμεις αρχηγός της τάξεως γύρω και πάνω στη γη, που ο Θεός του ανάθεσε τη φύλαξή της, (ήταν ο Διάβολος)· δεν ήταν πονηρός από τη φύση του, αλλά αγαθός και με προορισμό το αγαθό, χωρίς να έχει μέσα του κανένα ίχνος κακίας για το Δημιουργό. Επειδή όμως δεν δέχθηκε το φωτισμό και την τιμή που του δώρισε ο Δημιουργός, με τη δική του ελεύθερη επιλογή ξέφυγε από τη φυσική κατά­σταση στην παρά φύση. Υπερηφανεύθηκε απέναντι στο δημιουργό του Θεό και θέλησε να επαναστατήσει εναντίον του· αφού πρώτα απομακρύνθηκε από το αγαθό, κατέληξε στο κακό. Διότι το κακό δεν είναι τίποτε άλλο παρά στέρηση τού αγαθού˙ όπως και το σκοτάδι είναι έλλειψη του φωτός. Το αγαθό είναι πνευματικό φως- παρόμοια και το κακό είναι πνευ­ματικό σκοτάδι. Παρόλο, λοιπόν, που ο Δημιουργός τον έπλασε αγαθό -σύμφωνα με το: "Είδε ο Θεός τα δημιουργήματα που έπλασε και ήταν όλα πολύ καλά"- εκείνος όμως, με την ελεύθερη θέλησή του, έγινε σκοτεινός. Και άπειρο πλήθος αγγέλων, που είχε στις διαταγές του, επαναστάτησε μαζί του και τον ακολούθησε στην πτώση του. Και παρότι έχουν την ίδια φύση με τους αγγέλους, έχουν γίνει κακοί, επειδή έστρεψαν με τη θέλησή τους την προτίμηση από το αγαθό προς το κακό. Δεν έχουν βέβαια ούτε εξουσία ούτε δύναμη εναντίον κάποιου, παρά μόνον όταν τους επιτρέψει ο Θεός σύμφωνα με το σχέδιο της οικονομίας του, όπως στην περίπτωση του Ιώβ και όπως έχει γραφεί στο Ευαγγέλιο για τους χοί­ρους. Όταν όμως το επιτρέψει ο Θεός, και δύναμη έχουν και αλλάζουν και μεταμορφώνονται φανταστι­κά σε όποια μορφή θέλουν»269.
   Αρχικά λοιπόν ο σατανάς και οι δαίμονές του δεν δημιουργήθηκαν κακοί αλλά καλοί καθώς όλα τα όντα, ως δημιουργήματα τού Θεού δεν μπορεί να είναι κακά. Ο Θεός «φύσει καλός» δεν είναι δυνατόν να δημιουρ­γήσει κάτι κακό. Εξαιτίας όμως της κακής χρήσης της ελευθερίας τους και εξαιτίας της τρεπτότητάς τους, δηλαδή της δυνατότητάς τους να κατευθύνονται είτε προς το καλό είτε προς το κακό, καθώς είναι κτιστά όντα, επέλεξαν να απομακρυνθούν από το Θεό. Όπως λέγει και ο Μ. Βασίλειος: «Ου γαρ αν εξέπεσεν Εω­σφόρος ο πρωί ανατέλλων, ούτε συνετρίβη επί της γης, ει φύσει υπήρχε τού χείρονος ανεπίδεκτος»210. Η ουσία της πτώσης του Εωσφόρου είναι η απώλεια της αγάπης προς το Θεό με την κακή χρήση τού αυτε­ξουσίου.
   Όπως φανερώνει και το όνομα τού διαβόλου, κύριο χαρακτηριστικό του είναι ότι δια-βάλλει, χωρίζει, κομ­ματιάζει αντί να ενώσει, καταστρέφει τα πάντα, αντί να δημιουργήσει. Στα ελληνικά οι λέξεις «σύμβολο» και «διάβολος» προέρχονται από την ίδια ρίζα, αλλά εκφράζουν αντίθετες πραγματικότητες. Ο διάβολος (διά-βάλλω) είναι εκείνος που διαιρεί, που χωρίζει, κό­βει κάθε επικοινωνία και κατεβάζει το ον στην εσχάτη μοναξιά. Αντίθετα, το σύμβολον (συν-βάλλω) συνδέει, κατασκευάζει μια γέφυρα, αποκαθιστά την επικοινω­νία. Ο διάβολος χωρίστηκε από το Θεό και χωρίζει τον άνθρωπο από την πηγή της ζωής του το Θεό. Χωρίζει μέσω της αμαρτίας γιατί ο διάβολος είναι ο εφευρέτης της αμαρτίας, ο πρώτος που αμάρτησε υπερηφανευόμενος ότι θα ξεπεράσει το Θεό, εμπιστευόμενος τον εαυτό του, όπως λέγει ο προφήτης Ησαΐας: «αναβήσομαι επάνω των νεφών, έσομαι όμοιος τω Υψίστω»(Ης. 14,14). Η ανταρσία του Εωσφόρου έναντι του Θεού είναι η πρώτη φορά που η ελευθερία ενός λο­γικού δημιουργήματος έδωσε αρνητική απάντηση στη Θεία κλήση για αγιασμό και στράφηκε προς το κακό. Εφόσον ο διάβολος ή αλλιώς ο Εωσφόρος είναι κτι­στό ον, δημιούργημα τού Θεού κατά συνέπεια δεν έχει δική του πηγή ζωής, το παν το δανείζεται από το Θεό αλλά το εκφυλίζει, το παραμορφώνει.
«Απ' αρχής ο διάβολος αμαρτάνει» (Α' Ιωάν. 3,8) και παρασύρει όλη την ανθρωπότητα στην αμαρτία (Β' Κορ. 11,3). Ο διάβολος είναι ο αρχέγονος εχθρός του ανθρώπου, ο οποίος με τη δική του θέληση καταπολε­μεί τα έργα του Θεού δείχνοντας τη μισόθεη διάθεσή του. Ο σατανάς είναι ο αντίπαλος τού έργου τού Χριστού  (Ρωμ. 16,20) είναι αυτός που εκμεταλλεύεται την αμαρτωλή διάθεση τού ανθρώπου και τον εξουσιάζει (Α' Κορ. 5,5) που μετασχηματίζεται σε άγγελο τού φωτός για να παραπλανήσει τους ανθρώπους (Β' Κορ. 11,14). Καταστρέφει και κενώνει τα πάντα, μπαίνει με την ύβρη, την οίηση και την πλάνη στην ιστορία, ως ανθρωποκτόνος και θεοκτόνος, ως η απάτη και το ψέμα τού μηδενός, ως το παράσιτο που παρωδεί και περιπαίζει τη δημιουργία και τον άνθρωπο271.
   Το έργο τού διαβόλου είναι η δυστυχία, η κατα­στροφή, ο θάνατος του ανθρώπου, τον οποίο μισεί και φθονεί, επειδή είναι πλασμένος «κατ' εικόνα και καθ' ομοίωσιν» του Θεού. «Όπως ο Θεός σαν αγαθός που είναι, θέλει όλους να τους ευεργετήσει, έτσι και ο διά­βολος, σαν πονηρός που είναι, θέλει όλους να τους σύρει στη μοχθηρία του, αν και δεν μπορεί» (Όσιος Πέτρος ο Δαμασκηνός)272. Ο διάβολος ποτέ δεν μπορεί να αγαπήσει τον άνθρωπο, ποτέ δεν μπορεί να γίνει φίλος του ανθρώπου, γι' αυτό και ονομάζεται «μισάνθρωπος» και «ανθρωποκτόνος». Αυτός έβγαλε τους πρωτοπλάστους από τον Παράδεισο, αφού πρώτα τους χώρισε από το Θεό, σπρώχνοντάς τους στην αμαρτία, και συνεχίζει το έργο του πειράζοντας και πλανώντας τους ανθρώπους όλων των εποχών. Όπως αναφέρε­ται στη Φιλοκαλία, «το σπέρμα που έριξε ο Σατανάς στην καρδιά και το νου τού Αδάμ -το λογισμό να γίνει θεός χωρίς τον Θεό- σφηνώθηκε τόσο βαθιά στο είναι μας, ώστε να βρισκόμαστε αδιάκοπα υπό το κράτος της αμαρτίας.Ο φθονερός διάβολος που τον πλάνησε εξαρχής, δεν έπαψε κι έπειτα να τον πλανά, ώσπου τον έκανε παρόμοιο στην αλογία με τα κτήνη τα ανόητα και ζούσε πλέον σαν ζώο άλογο και ανό­ητο»213.
   Ψεύτης και πατέρας τού ψεύδους, ο διάβολος απο­δίδει στον εαυτό του μια φοβερή αποστολή, την απο­στολή να αλλοιώνει εκ προθέσεως την αλήθεια. Η τέχνη του διαβόλου είναι η τέχνη της κατασκευής πραγμά­των χωρίς ζωή, η τέχνη της παρουσιάσεως λαμπρών επιφανειών χωρίς περιεχόμενο, χωρίς ύπαρξη. Γι' αυτό και παίρνει πολλές και ποικίλες μεταμορφώσεις, και χρησιμοποιεί αμέτρητα πονηρά τεχνάσματα, παρακι­νώντας ακόμη και στην αρετή, προκαλώντας ακόμη και δάκρυα, προκειμένου να πραγματοποιήσει τους σκοπούς του274.
Ο διάβολος δεν είναι θεός, θέλει όμως οι άλλοι να τον νομίζουν και να τον λατρεύουν ως θεό. Είναι απα­τεώνας καθώς εποφθαλμιά τις θείες ιδιότητες, παρω­δεί τον Δημιουργό και οικοδομεί το δικό του βασίλειο χωρίς Θεό, που είναι μια αντίστροφη μίμηση. Προτιμά πολλές φορές οι άνθρωποι να αγνοούν και να μην πιστεύουν στην ύπαρξή του για να διευκολύνεται έτσι το έργο του το οποίο είναι η συνεχής προσπάθεια να περιπαίξει και να περιγελάσει το έργο του Θεού, όλη τη δημιουργία κάνοντας τη μετοχή στη δική του τρα­γική κατάσταση, την κατάσταση του εκμηδενισμού και της καταστροφής. Μέσα στην «καλή λίαν» δημιουργία εισάγει την παραμόρφωση, το ακάθαρτο, το παρά φύσιν με την οποία γεννιέται ο θάνατος και αυτή είναι η «βασιλεία» του, η βασιλεία του θανάτου. Το μίσος του διαβόλου για τον άνθρωπο είναι απόρροια και προέ­κταση τού μίσους κατά τού Θεού. Μισεί αφάνταστα το Θεό, μη μπορώντας όμως να του προξενήσει κακό στρέφεται εναντίον της εικόνας Του, εναντίον τού ανθρώπου και τον πειράζει. Ο πόλεμος εναντίον τού ανθρώπου γίνεται κυρίως με τους λογισμούς οι οποίοι, προσβάλλουν τον νου και τον πιέζουν να συγκατατεθεί για να διαπραχθεί η αμαρτία.

ΑΠΟΣΠΑΣΜΑ ΑΠΟ ΤΟ ΕΞΑΙΡΕΤΙΚΟ ΒΙΒΛΙΟ
Για παραγγελίες στα τηλέφωνα:
2310.525220 - 6977510787

Ἀντιαιρετικὸν Ἐγκόλπιον    www.egolpion.com
1  ΑΥΓΟΥΣΤΟΥ  2012


Read more:http://www.egolpion.net/dromos_peirasmwn.el.aspx#ixzz2jfjiLmbe